Στην οδό Σιγκφού – «οδός Χαράς» στα ελληνικά – μία ομάδα ανθρώπων περπατά ανορθόδοξα, φορώντας πάνω από τα ρούχα τους φωσφοριζέ αντανακλαστικές λωρίδες.

Μικροί και μεγάλοι πηγαίνουν σκυφτοί, ο ένας πίσω από τον άλλο, σαν να προσπαθούν να γλιτώσουν από καταιγισμό πυρών, στο κέντρο του Πεκίνου.

Μετά, πηγαίνουν χέρι-χέρι, σαν σε χορό, κάνοντας πλάγια βήματα στην άκρη του πεζοδρομίου. Κι έπειτα περπατούν ανάποδα, πάντα σε σειρά.

Ήταν όλοι εθελοντές σε ένα πρόσφατο έργο-πείραμα του καλλιτέχνη Ντεγκ Γιουφέγκ. Όχι μόνο εικαστικό, αλλά κυρίως δημοκρατίας.

Τους πήρε πάνω από δύο ώρες για να διανύσουν μία απόσταση μόλις ενός χιλιομέτρου, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τις κάμερες ασφαλείας.

Εξ ου και η περίεργη… χορογραφία τους, βάσει της διαδρομής που είχε χαράξει ο 34χρονος καλλιτέχνης. Ο ίδιος είχε κάνει επί δύο μήνες έρευνα για να εντοπίσει πού και πόσες κάμερες καταγραφής υπήρχαν σε κτίρια, στο δρόμο, σε κολώνες.

«Όταν άρχισα να κρατώ σημειώσεις, ήταν 89. Όμως την ημέρα του πειράματος, είχαν προστεθεί κι άλλες! Ευτυχώς, μπορέσαμε να κάνουμε επί τόπου ορισμένες τροποποιήσεις», λέει στην Les Echos.

Φυσικά, οι αρχές του απαγόρευσαν να αναρτήσει στο διαδίκτυο τις σημειώσεις του και το σχεδιάγραμμα της διαδρομής.

Κάμερες παντού

Αρχικά στο όνομα της εσωτερικής ασφάλειας, τώρα με αφορμή και την πανδημία -που εισήγαγε στην καθημερινότητα και τις εφαρμογές ψηφιακής ιχνηλάτησης και υγειονομικής κατηγοριοποίησης, μέσω των κινητών -, το καθεστώς παρακολούθησης γνωρίζει ημέρες… δόξας στην Κίνα. Φυσικά, δεν είναι η μόνη χώρα.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη βρετανική εταιρεία Comparitech, από τις 20 πόλεις που βρίσκονται σήμερα υπό την πιο στενή παρακολούθηση παγκοσμίως (ανάμεσά τους το Λονδίνο), οι 18 είναι στην Κίνα.

Μέσα στο 2021, μάλιστα, αναφέρει η Reportlinker, στην αχανή χώρα υπολογίζεται ότι θα υπάρχουν συνολικά 560 εκατομμύρια κάμερες παρακολούθησης, σε δημόσιους χώρους. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε σχεδόν μία κάμερα ανά δύο Κινέζους και περίπου στο ήμισυ όσων χρησιμοποιούνται αρθριστικά, σε ολόκληρο τον κόσμο.

Στο μεσοδιάστημα, οι συσκευές (και) αυτού του είδους γίνονται όλο και πιο «έξυπνες». Κινεζικές εταιρείες πλέον επαίρονται για την αποτελεσματικότητα έως και 95% που έχουν πλέον οι κάμερές τους στην αναγνώριση προσώπου, κόντρα στην υποχρεωτική χρήσης της μάσκας, ένεκα πανδημίας.

Συνεχής ψηφιακή εποπτεία

Από τα αεροδρόμια, τα μέσα μαζικής μεταφοράς και τους δρόμους, έως τις εισόδους σε φοιτητικές εστίες, σε συγκροτήματα κατοικιών και σε γραφεία, οι κάμερες ασφαλείας είναι στην Κίνα πανταχού παρούσες.

Μέσω της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου μπορεί σήμερα κάποιος, για παράδειγμα, να κάνει check in σε ένα ξενοδοχείο ή να αγοράσει ένα προϊόν από έναν αυτόματο πωλητή.

Χρησιμοποιείται κατά κόρον από τις αρχές για την αναγνώριση καταζητούμενων μέσα σε ένα χαώδες πλήθος, ως μέσο επιτήρησης σε σχολεία και σχολές, ακόμη και από εταιρείες για την κατηγοριοποίηση των πελατών και τη βελτιστοποίηση των πωλήσεων τους.

«Η εκτεταμένη χρήση τους σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία για τη χρήση των προσωπικών δεδομένων των πολιτών, ιδίως των βιομετρικών», λέει ο Μα Τσε, δικηγόρος στην Χανγκτζού, ειδικευμένος σε θέματα προστασίας της ιδιωτικότητας.

«Ο κόσμος ανησυχεί επίσης για το ότι η αναγνώριση προσώπου είναι συχνά υποχρεωτική για να αποκτήσει κανείς πρόσβαση π.χ. σε μια υπηρεσία, χωρίς εναλλακτική», παρατηρεί. Ειδικά δε σε μια χώρα όπως η Κίνα, με μονοκομματικό καθεστώς απόλυτου ελέγχου.

Οι δημοσκοπήσεις και η πραγματικότητα το επιβεβαιώνουν.

Προβληματισμός και αντιδράσεις

Αν και περίπου ο ένας στους τρεις Κινέζους δηλώνει σε πρόσφατες έρευνες ότι η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου κάνει τη ζωή του ασφαλέστερη και πιο βολική, τα τρία πέμπτα τονίζουν ότι θα προτιμούσαν στις καθημερινές υποχρεώσεις τους να έχουν και μία πιο… παραδοσιακή εναλλακτική.

Όχι τυχαία, το 80% ανησυχεί για το ενδεχόμενο διαρροής των προσωπικών δεδομένων. Ανάλογα σκάνδαλα είχαν ξεσπάσει και στο παρελθόν. Εσχάτως όμως πληθαίνουν.

Προ διμήνου, για παράδειγμα, αποκαλύφθηκε ότι η φωτογραφίες εκατομμυρίων Κινέζων πολιτών πωλούνταν στη μαύρη αγορά, έναντι μόλις 2 γουάν η μια (0,25 ευρώ).

Τον περασμένο Δεκέμβριο, μία 20χρονη που είχε διαγνωστεί θετική στον κοροναϊό είδε τη φωτογραφία της στα «μανταλάκια» των εγχώριων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μαζί με το όνομα, τα στοιχεία επικοινωνίας της και τα όλα τα μέρη που είχε επισκεφθεί τις προηγούμενες ημέρες.

Στην πρώτη του είδους της δίκη, εν τω μεταξύ, δικαστήριο στη Ζετζιάνγκ δικαίωσε τον περασμένο Νοέμβριο έναν ακαδημαϊκό από τη Χανγκτζού, που κινήθηκε νομικά κατά της χρήσης καμερών αναγνώρισης προσώπου σε φυσικό πάρκο της πόλης.

Το δικαστήριο τον δικαίωσε εν μέρει. Επέβαλε μεν στις αρμόδιες αρχές πρόστιμο 1.038 γουάν (μόλις 131 ευρώ) και τις υποχρέωσε να διαγράψουν τα δεδομένα του ενάγωντα από τα ψηφιακά αρχεία. Δεν διέταξε, όμως, την αφαίρεση των καμερών από το πάρκο, ούτε τη διαγραφή των υπόλοιπων καταγραφών τους.

Πάντως η Χανγκτζού (έδρα, μεταξύ άλλων, μίας από τις μεγαλύτερες κατασκευάστριες καμερών παρακολούθησης στην Κίνα, της ημικρατικής Hikvision), έγινε η πρώτη πόλη που απαγόρευσε στις κρατικά ελεγχόμενες «επιτροπές γειτονιάς» να υποχρεώνουν τους κατοίκους σε βιομετρική καταγραφή, κάθε φορά που θα έμπαιναν στο σπίτι…

Σε ανάλογο μήκος κύματος, στην Τιαντζίν απαγορεύτηκε η συγκέντρωση βιομετρικών δεδομένων από εταιρείες. Στην Ντογκγκουάν, η απαγόρευση των αρχών ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική για το εύρος της εποπτείας: κατόπιν θύελλας αντιδράσεων, αναγκάστηκαν σταμάτησαν τη χρήση της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου σε αυτόματους πωλητές χαρτιού υγείας, στις δημόσιες τουαλέτες!

Νόμοι και ανομίες

Στην επαρχία Σιντσιάνγκ, αντίθετα, όπου ζουν κυρίως οι μειονοτικοί Ουιγούροι, οι κινεζικές αρχές δεν δείχνουν καμία ελαστικότητα. Κάθε άλλο.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, χιλιάδες μέλη της τουρκογενούς μουσουλμανικής μειονότητας συνελήφθησαν «αυθαίρετα», όπως κατήγγειλε η Διεθνής Αμνηστία, βάσει ενός λογισμικού, που μέσω των καμερών παρακολούθησης τους κατηγοριοποίησε ως άτομα «ύποπτης συμπεριφοράς».

«Το καθεστώς δικαιολογεί το σύστημα επιτήρησης με ισχυρή προπαγάνδα, βασισζμένη σε θέματα ασφάλειας και εθνικής ενότητας», παρατηρεί η Σεβερίν Αρσέν, λέκτορας στο Κινεζικό Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ.

Πάντως, για λόγους επιβολής ενός ρυθμιστικού πλαισίου, για να δείξει ότι αφουγκράζεται τη λαϊκή αγανάκτηση και ανησυχία, αλλά και «για να εξυπηρετήσει οικονομικούς στόχους, μιας και τα προσωπικά δεδομένα έχουν γίνει πια το Νο1 ζήτημα διεθνώς στην ψηφιακή βιομηχανία», επισημαίνει, η κυβέρνηση του Πεκίνου προχωρά στην κατάρτιση του πρώτου κινεζικού νόμου περί Προστασίας Προσωπικών Πληροφοριών.

Αφορά στη συλλογή, αποθήκευση, χρήση, επεξεργασία, μεταβίβαση, παροχή και αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων «από άτομα και οργανισμούς».

Επιβάλει περιορισμούς στις εταιρείες και καθορίζει συγκεκριμένες παραμέτρους για τον χειρισμό τους από «κρατικά όργανα». Συμπεριλαμβανομένων δικαστών, δικαστηρίων, επιτροπών εποπτείας, στρατιωτικών επιτροπών, των νομοθετικών σωμάτων της Κίνας και όλων των βαθμίδων διακυβέρνησης.

«Παρ’ όλα αυτά», επισημαίνει εύστοχα σε άρθρο της για το ινστιτούτο Brookings η ειδική αναλύτρια Τζέιμι Π. Χόρσλι, «ο κινεζικός νόμος περί ιδιωτικότητας θα στηριχθεί, επί της αρχής, σε ένα εξελισσόμενο και φαινομενικά ρυθμιστικό πλαίσιο προστασίας της ιδιωτικής ζωής, που στόχο έχει κα να περιορίσει, αλλά και να ισχυροποιήσει τις δημόσιες αρχές».

Το σίγουρο είναι ότι θα συνεχίσει «να είναι δύσκολο να διεκδικήσει κανείς τα δικαιώματά του», λέει στη γαλλική εφημερίδα Les Echos η Λάο Ντονγκιάν, καθηγήτρια Νομικής στο πανεπιστήμιο Τσιγκχουά του Πεκίνου.

Στο μεσοδιάστημα, εκτός Κίνας, τεχνολογικοί κολοσσοί (όπως η Google, το Facebook κ.α.) συνεχίζουν ακάθεκτοι και απτόητοι να δημιουργούν γιγαντιαίες βάσεις δεδομένων, χωρίς ρυθμιστικό πλαίσιο και δη με τη συγκατάθεση των χρηστών τους…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο