Πώς να παρουσιάσεις έναν καλλιτέχνη στα media σήμερα; Ο κόσμος είναι υπερβολικά απασχολημένος με άλλα πράγματα, με πράγματα που λίγη σχέση έχουν με την τέχνη.

Η τέχνη ασφυκτιά μέσα σε ένα site. Η τέχνη είναι εκεί έξω, αλλά όχι ακριβώς αδέσποτη. Υπάρχουν άνθρωποι που την συλλαμβάνουν μέσα τους ένα βράδυ κοιτώντας το ταβάνι, που την περπατούν μες στην πόλη, που ονειρεύονται να πουν κάτι όπως ακριβώς το νιώθουν.

Η τέχνη μεταγλωττίζει συναισθήματα και μιλά όλες τις γλώσσες. Για την ακρίβεια είναι μια Γλώσσα από μόνη της. Γράφω αυτά, ακούγοντας αυτό:

Μέχρι να γνωρίσω δια ζώσης τον καλλιτέχνη πίσω από αυτό, ήταν ένα ενδιαφέρον, κάπως παράξενο, κάπως φρέσκο, οριακά μελαγχολικό κομμάτι. Αλλά ακούγοντάς το στα ακουστικά μου, στην οδό Αθηνάς, μετά από μια μεγάλη βόλτα με τον Silot, μεταμορφώθηκε στο νέο μου κόλλημα.

Το Shelter και τα εύθραυστα καταφύγια

Ο Αποστόλης Μπόγρης γεννήθηκε εκτός Αθήνας, αλλά σε αυτήν άνοιξε τα φτερά του. Με έδρα του τα Εξάρχεια, ταξίδεψε στον κόσμο νοητά και κυριολεκτικά, γνώρισε ανθρώπους, κατάλαβε ότι γεννήθηκε για να φτιάχνει μουσική.

Φοράει ένα ζεστό πουλόβερ και έχει ένα εξαίσιο μωβ τσουλούφι στο κεφάλι του. Γελάμε, μιλάμε. Ρωτώ, μου απαντάει. Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Το θέμα είναι να ακούσετε την μουσική του.

Έχοντας αφήσει ήδη το ιδιαίτερο αισθητικό του αποτύπωμα με δύο δυνατά singles και πατώντας γερά στις βάσεις της διαρκούς εξελισσόμενης μουσικής του ταυτότητας, ο Αποστόλης (ο Silot!)

θα κυκλοφορήσει μες στο 2021 ένα ιδιόρρυθμο, fusion, ποπ άλμπουμ με τον τίτλο: “Οι Καρδιές Μας Πού Πάνε;”.

Ρωτά. Κι ο ίδιος ακόμα δεν ξέρει να απαντήσει. Εκείνος τραγουδά. Εκείνος πλέει στην μουσική του αυθεντικά και αισθαντικά.

Το πρώτο επίσημο single του album “Shelter” που μόλις κυκλοφόρησε αποτελεί το μοναδικό αγγλόφωνο κομμάτι του “Οι Καρδιές Μας Πού Πάνε;” και όχι τυχαία.

Η συνειδητή απόφαση του Silot να αφιερωθεί στον ελληνικό στίχο από την αρχή τηςεπίσημης μουσικής του πορείας έρχεται μέσα από μία εσωτερική ανάγκη για μοίρασμα και ταύτιση.

Δεν φοβάται την ελληνόφωνη ποπ, δεν φοβάται το πλούσιο μωσαϊκό των δικών του ακουσμάτων. Συζητώντας κάποια στιγμή για τις ένοχες απολαύσεις των Ελλήνων ακροατών, αστειευόμαστε πάνω στο πρόσχημα της ελληνικής trash. “Μα, γιατί να το πούμε trash; Αφού το γουστάρουμε, το χορεύουμε στα πάρτυ.”

Τι ωραίο που δεν έχει κολλήματα ο Silot. Τι ωραία που δεν έχει ανάγκη από κανένα ταυτοτικό καταφύγιο για να εκφράσει αυτό που είναι: η σεξουαλικότητά του, η βερολινέζικη αύρα του, το ντύσιμό του δεν τον καθορίζουν. Εκείνος είναι που όλα αυτά τα νοηματοδοτεί και τα καθιστά σημεία αναφοράς του.

Το “Shelter” γράφτηκε πίσω στο 2014, τότε που ο Silot ένιωθε πιο προστατευμένος πίσω τον αγγλικό στίχο, και μάλιστα είναι το πρώτο κομμάτι που έγραψε ποτέ.

Το συγκεκριμένο κομμάτι λειτουργεί σαν ένα στιγμιαίο flashback για τον ίδιο κάθε φορά που το ερμηνεύει και για αυτό το λόγο είναι γεμάτο συναίσθημα και ορμή, κάτι που εκφράζεταιιδιαίτερα στιχουργικά και η αντιδιαστολή με το αργό, αισθησιακό beat είναι που το κάνει

αυτόματα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κομμάτι.

Η φαντασία θα είναι πάντα μια προστασία για εμάς, ένας αλτήρας που μας ωθεί σε ό, τι θέλουμε βαθύτερα, αλλά μόνο η πραγματικότητα-όσο σκληρή και να είναι- μπορεί να μας το χαρίσει στ’ αλήθεια. Ή να μας γκρεμίσει οριστικά μακριά του.

Ο πρώτος προσωπικός δίσκος του Silot αποτελεί ένα προσωπικό του στοίχημα. Ζυμωμένος εν μέσω πανδημίας και ολοκληρωμένος από μία αστείρευτη όρεξη για δημιουργία και έμπνευση ,κόντρα σε κάθε εμπόδιο, αυτό το album αποτέλεσε το ιδανικό καταφύγιο για το κομμάτι “Shelter”.

Στο τιμόνι της παραγωγής του “Shelter” βρίσκεται ο James Papageorgiou, που μαζί με τον Silot στρετσάρουν τα ήδη ασαφή όρια μεταξύ της pop και της hip-hop μουσικής, όρια που γίνονται κάπως πιο διακριτά μέσω της χρήσης autotune και trap beats. Μια δόση electro

έρχεται να συμπληρώσει το ήδη εκρηκτικό μείγμα του “Shelter”, ενός τραγουδιού τόσο εσωτερικού που καταλήγει να γίνεται universal.

“Με τον παραγωγό μου υπάρχει χημεία και αισθάνομαι ότι με βοήθησε πολύ να εντοπίσω και στη συνέχεια να καταλύσω κάποια όριά μου μουσικά και εκφραστικά. Είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος ενός παραγωγού, ξέρεις”, εξηγεί ο Silot πίσω από την μάσκα του, την ώρα που στρίβουμε μες στην Βαρβάκειο.

Εμείς συζητάμε για όλα αυτά και γύρω μας χασάπηδες διαλαλούν την πραμάτεια τους. “Νιώθουμε άνετα, αυτή είναι η πόλη μας”: συμφωνούμε σε αυτό.

Φωτογραφία: Σάντυ Θωμαϊδη

(Κάποια στιγμή, φαντασιώνομαι το Shelter να παίζει διαπασών μες στην Αγορά και όλοι να κοιτάζουν ψηλά, να δουν από πού έρχεται αυτός ο περίεργα οικείος και σαν “μακρινός” ήχος.)

Ο Silot και όσα θα συμβούν στο μέλλον

Έξυπνος, ταλαντούχος, κάπου στα 30 του. Κίτρινος, μωβ, διάφανος. Ευφυής, όχι εριστικός. Ανοιχτός. Ονειρεύεται συνεργασίες με ανθρώπους που θαυμάζει και εκτιμά.

Τρέχει μια οικογενειακή επιχείρηση στα Εξάρχεια, το θρυλικό πια I Cake You. Και σας το λέω: όσο μοναδικά είναι αυτά τα μπισκότα και τα κέικ και οι κις λορέν που προσφέρει το κατάστημά του στην Θεμιστοκλέους, άλλο τόσο απολαυστικός είναι ο ίδιος και η μουσική του.

Δεν γεννήθηκε επιχειρηματίας, δεν γεννήθηκε καλλιτέχνης. Έγινε και τα δύο. Το δεύτερο τον καίει περισσότερο, είναι η ουσία του, το μεράκι του.

Τον λένε Silot γιατί είναι το όνομα που αντικατοπτρίζει το μέσα του. “Δεν έχει άλλη εξήγηση. Α! Είναι και μοναδιικό, με βρίσκεις κατευθείαν”.

Φωτογραφία: Σάντυ Θωμαϊδη

Έχει προλάβει να κάνει μόλις τρία live. Κι όταν θα ανοίξουμε, θα κάνει κι άλλα. Θα τα χιλιάσει. Ονειρεύεται την μουσική του τοποθετημένη ως ηχητικό background σε χορευτικές, σε θεατρικές παραστάσεις, σε installations. “Θα τραγούδαγες για το Pride;”, “Αμέ, γιατί όχι;”, λέμε σε κάποια φάση.

Δεν αισθάνεται πολύ άνετα με την ιδέα ενός live σε ένα μπαρ ή ένα club. Προτιμά τον κόσμο απερίσπαστο στην μουσική (του). Σώματα και ψυχές στραμμένα σε αυτό που ήρθαν να δουν και να ακούσουν χωρίς ήχους από παγάκια στα ποτήρια. Τίμιο.

Είναι Ζυγός. Όσο όμορφος και συμπαθητικός και να είναι, έχει δεχθεί προσβλητικά σχόλια για τα κιλά του, απαξίωση και bullying. Το μίσος δεν τον πτοεί. Του δίνει ώθηση να συνεχίσει.

Έχει σπουδάσει δημοσιογραφία και είναι ερωτευμένος με το ραδιόφωνο. Θα κάνουμε μαζί κάποτε (αύριο; σε τρία χρόνια;) ένα περιπατητικό casting. Θα κάνουμε μια τυχαία περιπλάνηση μες στην πόλη και θα ηχογραφούμε όσα λέμε.

Το soundtrack μας ίσως να είναι αυτό:

Ο Silot λέει ότι θέλει να συστήσει στο κοινό την pop όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος: με τα όποια στεγανά της σπασμένα. Νομίζω ότι επίσης θέλει να την σκάψει ο ίδιος και, σε αυτή την αναζήτηση, χρειάζεται συμμάχους: ψυχές και αυτιά.

“Η αλήθεια είναι πως όλοι θέλουμε κοινό: αναγνώστες, ακροατές, θεατές. Αλήθεια, όμως, με αφορά αυτή τη στιγμή περισσότερο να βρεθούν δέκα άνθρωποι που θα κατανοήσουν και θα αγαπήσουν την δουλειά μου, τον ήχο μου. Ύστερα, ας γίνουν και χίλιοι και όσοι…”

Street Art by MITTS

Θα γίνουν. Είμαστε ήδη αρκετοί αυτοί που ανυπομονούμε να (μην) πάρουμε απάντηση για το πού πάνε οι καρδιές μας τελικά. Να αναρωτιόμαστε πάνω από ποτήρια με ποτά, ακούγοντας δυνατά αυτό το αγόρι να καταθέτει ευβλαβικά το μέσα του.

Και λίγο πριν μελαγχολήσουμε, να μας ανεβάσει. Και λίγο αφού έχουμε ανέβει, να ξαναπέσουμε. Γιατί είναι ωραία έτσι…

ΥΓ: Ένα από τα τραγούδια του δίσκου έχει ως ηχητική μπάντα αληθινούς ήχους της πόλης που έχουν, λόγω καραντίνας σωπάσει. Οι μπάλες από ένα μπιλιάρδο, μια παιδική χαρά, ένα πάρτυ στο διαμέρισμα του πάνω ορόφου. Πόσο υπέροχο; Πόσο Silot;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο