Μια αποστροφή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης πυροδότησε μια ιδιότυπη «φιλολογική» αντιπαράθεση γύρω από μια φράση από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη και το εάν αναφέρεται στο μετεμφυλιακό κράτος.

Δεν θέλω να σταθώ στην πολιτική αντιπαράθεση, ούτε στο εάν οι πολιτικοί πρέπει να καταφεύγουν στην ποίηση. Προσωπική μου προτίμηση η φιγούρα του πολιτικού στο «Μετέωρο βήμα του Πελαργού» του Αγγελόπουλου που μιλά ποιητικά από το βήμα της Βουλής πριν απλώς επιλέξει να εξαφανιστεί από τη δημοσιότητα.

Κυρίως θέλω να ξαναγυρίσω στο Άξιον Εστί.

Γιατί παραμένει, με έναν τρόπο το πιο πολιτικό από τα ποιήματα του Ελύτη, ή, εάν προτιμάτε, αυτό που συνομιλεί με την ιστορία.

Το «Τρίτο ανάγνωσμα», στη μνήμη μας ταυτισμένο με την ανάγνωσή του από τον Μάνο Κατράκη, όντως αναφέρεται στην Κατοχή. Στη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου του 1942 που οργάνωσε το ΕΑΜ Νέων, την πρώτη από τις μεγάλες διαδηλώσεις πολιτικής ανυπακοής που οργάνωσε το ΕΑΜ στην κατεχόμενη Αθήνα.

«Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.»

Βέβαια, το ποιος τους έλεγε «αλήτες» δεν αναφερόταν μόνο στις δυνάμεις κατοχής, αλλά και στους έλληνες συνεργάτες τους.

Ο Ελύτης στο Άξιον Εστί δείχνει να έχει πλήρη επίγνωση της βαθιάς διαίρεσης που έφερε η Κατοχή, τον τρόπο που από τη μια βρέθηκαν όσοι διάλεξαν το δρόμο της αντίστασης και όσοι τον δρόμο της συνεργασίας με τον κατακτητή.

Στο Τέταρτο ανάγνωσμα ξεχωρίζει η φιγούρα του κουκουλοφόρου συνεργάτη των Γερμανών σε ένα από τα μπλόκα της Αθήνας του 1944:

«Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά – μακριά μέσα στο μέλλον του – που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε να ανασηκώσει το μαύρο του πανί, να του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.»

Ο Ελύτης στο Άξιον Εστί δεν μασάει τα λόγια του για το μετεμφυλιακό κράτος. Μπορεί να μην ταυτίστηκε με τις πολιτικές εκφράσεις της Αριστεράς, αλλά απεχθανόταν το κράτος των στρατοδικών και των χωροφυλάκων. Στο Έκτο Ανάγνωσμα από το Άξιον Εστί, το «Προφητικόν» αυτό γίνεται παραπάνω από σαφές.

« -Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.»

Ο Ελύτης ήταν μακριά από την έννοια του «στρατευμένου ποιητή», όπως την ταυτίσαμε με τους ποιητές που είχαν αναφορά στην Αριστερά.

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά το βάρος της ιστορίας: «μέσα σ’ επαναστάσεις και πολέμους μεγαλώσαμε όλοι», γράφει στο “AD LIBITUM” από τα Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας.

Όπως επίσης και διατήρησε μια δυσανεξία για τις εξουσιαστικές πρακτικές σε όλες τις παραλλαγές της:

Όταν ακούς «τάξη»

                                    ανθρώπινο κρέας μυρίζει

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο