Ο Γκέρχαρντ Σρέντερ διετέλεσε καγκελάριος της Γερμανίας από το 1998 ως το 2005. Ήταν δε ο τελευταίος Σοσιαλδημοκράτης που βρέθηκε σε αυτή η θέση, καθώς έκτοτε η πολιτική ηγεμονία ανήκει αποκλειστικά στην Ανγκελα Μέρκελ και τους Χριστιανοδημοκράτες, ενώ το δικό του κόμμα, το SPD, έχει αναγκαστεί να παίζει τον ρόλο του κομπάρσου και του κυβερνητικού εταίρου.

Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι εντός συνόρων, ο Σρέντερ έγραψε ιστορία όχι κυρίως γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά για κάτι άλλο: Για την υιοθέτηση και εφαρμογή της επονομαζόμενης «Ατζέντας 2010». Πρόκειται για ένα πρόγραμμα σοβαρών μεταρρυθμίσεων σε αρκετούς τομείς της οικονομίας – συμπεριλαμβανομένης της αγοράς εργασίας – το οποίο οι ειδικοί θεωρούν ότι συνέβαλε αποφασιστικά στο να περάσει η Γερμανία σχετικά ανώδυνα τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-’09 και, με τον τρόπο αυτό, να ενισχύσει αποφασιστικά τη θέση της και στην Ευρώπη.

Στην ηγεσία Gazprom και Rosneft

Εκτός συνόρων, από την άλλη, τα πεπραγμένα του έχουν αποτελέσει εστία έντονων αντιδράσεων και πολιτικών συγκρούσεων. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τις προνομιακές σχέσεις που ανέπτυξε με τη Ρωσία και προσωπικά τον Βλαντιμίρ Πούτιν (φυσικά με το αζημίωτο…), διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στην σύσφιξη των οικονομικών και ειδικότερα των ενεργειακών σχέσεων ανάμεσα στη Μόσχα και το Βερολίνο.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Σρέντερ συγκαταλέγεται από το 2005 – λίγους μήνες, δηλαδή, αφότου εγκατέλειψε την καγκελαρία – στα κορυφαία στελέχη της ρωσικής Gazprom, ενώ είναι πρόεδρος του ΔΣ της Nord Stream, της κοινοπραξίας η οποία κατασκευάζει τον επίμαχο αγωγό, ο οποίος αποτελεί μήλον της έριδος ανάμεσα στη Γερμανία και τους συμμάχους της – τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και κάποιους εταίρους της στην ΕΕ.

Καθώς δε την ίδια στιγμή ο ίδιος είναι και επικεφαλής του εποπτικού συμβουλίου της μεγαλύτερης ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας, της Rosneft, το συμπέρασμα είναι προφανές: Ο Σρέντερ είναι ένας άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του Πούτιν.

Φαίνεται, όμως, ότι αυτό δεν του αρκεί. Όπως αποδεικνύει στο τελευταίο του βιβλίο, που φέρει τον τίτλο «Η τελευταία ευκαιρία», φιλοδοξεί να επιδράσει καταλυτικά και σε ένα άλλο μέτωπο, εξίσου κρίσιμο για τη χώρα του και την ΕΕ: Τις σχέσεις τους με την Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν.

Νέα τάξη, με την Τουρκία εταίρο

Η θέση που διατυπώνει σε αυτό είναι σαφέστατη. Αρχικά, επιρρίπτει ευθέως στην Ευρώπη και τη Γερμανία το κακό επίπεδο στο οποίο αυτές έχουν βρεθεί: «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Τουρκία και τη Δύση είναι αποτέλεσμα των λανθασμένων πολιτικών της ΕΕ. Εμείς οι Ευρωπαίοι και ειδικά οι Γερμανοί, αντιμετωπίσαμε αυτή τη χώρα και τους πολίτες της με ταπεινωτικό και υποκριτικό τρόπο», γράφει, σύμφωνα με το απόσπασμα που δημοσιοποιεί η τουρκική εφημερίδα Turkish Daily News.

Και συνεχίζει: «Η Ευρώπη οφείλει να αποδεχθεί το γεγονός ότι η Τουρκία έχει γίνει μια κυρίαρχη δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο. Είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι». Προσθέτει δε, αναπτύσσοντας ολόκληρη την πρόταση που συνθέτει την κεντρική ιδέα του βιβλίου: «Μια νέα παγκόσμια τάξη, την οποία έχουμε ανάγκη, αποτελεί την τελευταία ευκαιρία για τη Δύση. Η Τουρκία, η Κίνα και η Ρωσία είναι σημαντικοί παίκτες στη διεθνή πολιτική. Η Δύση θα χάσει εάν αντιμετωπίσει αυτές τις χώρες με τη λογική του Ψυχρού Πολέμου».

Ο ίδιος, μάλιστα, δεν διστάζει να δικαιολογήσει τις στρατιωτικές επεμβάσεις της Άγκυρας σε Ιράκ, Συρία, Λιβύη και Καύκασο, ενώ επιχειρεί να απαντήσει προκαταβολικά σε όσους πιστεύουν πως μετά τον Ερντογάν τα πράγματα θα αλλάξουν. «Η σκέψη ότι μια νέα κυβέρνηση που θα αναλάβει μετά τον Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν θα αναθεωρήσει την εξωτερική πολιτική ης χώρας και θα πάψει να είναι μια δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο παραπέμπει σε εκείνους που δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν την κιμωλία από το τυρί», γράφει.

Και μια υποσημείωση: Παρά το ότι υπάρχουν πολλοί που τον αντιπαθούν στη Γερμανία και την Ευρώπη, τις συγκεκριμένες απόψεις του συμμερίζονται πολλοί – και ισχυροί.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο