Η21χρονη Νατζιμπά (δεν είναι το πραγματικό της όνομα) ονειρεύεται να γίνει μια γυναίκα ανεξάρτητη και αυτόνομη, θα ήθελε να σπουδάσει Ιατρική, ιδανικά στη Φινλανδία, θεωρεί πως είναι μια χώρα που φέρεται καλά στους πρόσφυγές της: για αυτό εγκατέλειψε την πατρίδα της, το Αφγανιστάν, για αυτό πλήρωσε 800 δολάρια ώστε να επιβιβαστεί, μέσα στη νύχτα, σε ένα φουσκωτό, στις ακτές της Σμύρνης. Συνολικά 17 Αφγανοί βρίσκονταν στο πλοιάριο αυτό, ανάμεσά τους και ο 37χρονος Χουσεΐν (δεν είναι το πραγματικό του όνομα), μαζί με τη σύζυγο, τα τρία παιδιά του, τον αδελφό, τη μητέρα, την έγκυο αδελφή του και τα τρία παιδιά αυτής της τελευταίας: εγκατέλειψαν όλοι την πατρίδα τους λόγω των απειλών που δέχθηκε ο Χουσεΐν από τους Ταλιμπάν.

Νατζιμπά και Χουσεΐν αφηγούνται στη γαλλική Le Monde την ίδια ιστορία: πώς έφτασαν στη Σάμο τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου του 2020, πώς έπειτα από περίπου έξι ώρες περπάτημα τούς σταμάτησαν αστυνομικοί, πώς τους έψαξαν, έκλεψαν τα κινητά τους και τα χρήματα που είχαν στο πορτοφόλι τους, πως κατέσχεσαν τις ταυτότητές τους, πώς ξυλοκόπησαν τα αγόρια και τους άνδρες, πώς τους φέρθηκαν «σαν ζώα», πώς τους υποχρέωσαν να ανεβούν σε ένα μεγάλο σκάφος, πώς τους άφησαν να περιμένουν εκεί, κάτω από τον καυτό ήλιο χωρίς νερό και τελικά, μέσα στη νύχτα, τους επαναπροώθησαν στην Τουρκία, ρίχνοντας την κατάλληλη στιγμή στη θάλασσα μικρά φουσκωτά και πετώντας τους μέσα «σαν σακιά με πατάτες».

Αλλά σίγουρα είναι ψέματα όλα αυτά, ακόμα μια ξένη εφημερίδα, μαζί με τη βρετανική Guardian και τους αμερικανικούς New York Times, που υποκύπτει στην ανθελληνική, την τουρκική προπαγάνδα – να, και ο Χουσεΐν και η Νατζιμπά ζουν επί του παρόντος στο Ντενιζλί, στη Δυτική Τουρκία, ο πρώτος αποφάσισε, λέει, να μείνει στην Τουρκία «για να μη βάλει άλλο σε κίνδυνο τα παιδιά του», η δεύτερη δουλεύει, λέει, νυχθημερόν σε ένα ραφτάδικο ώστε να μαζέψει ξανά τα χρήματα που απαιτούνται για να επιχειρήσει έναν νέο διάπλου του Αιγαίου. Και αυτή η δημοσιογράφος που υπογράφει το ρεπορτάζ, Γκαζάλ Γκολσιρί, πρώην ανταποκρίτρια της Monde στο Ιράν, λέει, ύποπτο ακούγεται το όνομά της.

Οχι, καλύτερα να μιλήσουμε για τους πραγματικούς «κακούς» της ΕΕ, την Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν για παράδειγμα, τη μοναδική χώρα που έχει νομιμοποιήσει τα «pushbacks», τις παράνομες επαναπροωθήσεις προσφύγων, και τις εφαρμόζει σχεδόν απροκάλυπτα: ακτιβιστές εκτιμούν πως έχει πραγματοποιήσει από το 2016 κάπου 50.000 παράνομες επαναπροωθήσεις προσφύγων στη Σερβία, και συνεχίζει, παρά την ετυμηγορία που εξέδωσε στις 17 Δεκεμβρίου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης ότι παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο, ετυμηγορία που είχε ως αποτέλεσμα να αναστείλει η Frontex τις επιχειρήσεις της στη χώρα – έπειτα από χρόνια καταγγελιών πως έκανε τα στραβά μάτια, ή και συμμετείχε ενεργά, στην παράνομη ουγγρική τακτική.

Καλύτερα να αλλάξουμε και θέμα, γιατί η Frontex έχει κατηγορηθεί για συνέργεια σε παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αλλού, καλύτερα να μιλήσουμε για τα προεδρικά διατάγματα με τα οποία ενέκρινε ο Ορμπαν μέσα στο τελευταίο δεκαήμερο το ρωσικό εμβόλιο κατά της Covid-19, το Sputnik V, και το κινεζικό εμβόλιο της Sinopharm, μόνος μεταξύ των ηγετών της ΕΕ, χωρίς να περιμένει τη γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, χωρίς να ζητήσει καν τη γνωμοδότηση του Εθνικού Ινστιτούτου Φαρμακολογίας της χώρας του – μία ξεκάθαρα πολιτική απόφαση, που συνοδεύτηκε φυσικά από την πρέπουσα κριτική στις Βρυξέλλες. Ή για αυτά τα «αντι-Facebook» που εμφανίστηκαν το τελευταίο δίμηνο στην Ουγγαρία και την Πολωνία, το Hundub στην πρώτη, το Albicla στη δεύτερη, κοινωνικά δίκτυα στην υπηρεσία των αντίστοιχων εθνολαϊκιστικών κυβερνήσεων, διαφημιζόμενα ως «μη λογοκριμένα», μία ευθεία απάντηση στην «ιδεολογική λογοκρισία» που εφαρμόζουν Facebook, Τwitter και Σία με στόχο «να περιορίσουν την ορατότητα των χριστιανικών, συντηρητικών και δεξιών απόψεων». Ή και για αυτό τον πόλεμο που διεξάγει η Πολωνία του Γιάροσλαβ Κατσίνσκι στις γυναίκες, τη σχεδόν καθολική ποινικοποίηση της άμβλωσης που απεργάστηκε, σύμφωνα με τις επιθυμίες του, το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας και τίθεται σε εφαρμογή τώρα, τρεις μήνες μετά τη δικαστική απόφαση και τον σάλο που αυτή προκάλεσε – νόμιζε φαίνεται το κυβερνών PiS πως κάτι ο καιρός που πέρασε, κάτι οι έκτακτες πανδημικές συνθήκες, κανείς δεν θα ασχολιόταν, χιλιάδες άνθρωποι όμως κατέβηκαν ξανά στους δρόμους, με συνθήματα του τύπου «Δικό μου το κορμί, δική μου η απόφαση», «Σκέφτομαι, νιώθω, αποφασίζω», «Οχι στον τρόμο», «Εχετε αίμα στα χέρια σας», «Η επανάσταση, έχει μήτρα» και μόνο ο χρόνος θα δείξει ποια θα είναι η κατάληξη του συγκεκριμένου μπρα-ντε-φερ σε αυτή τη χώρα που μοιράζεται με την Ουγγαρία τον τίτλο του μαύρου προβάτου της ΕΕ.

Καλύτερα να μιλάμε για αυτά. Προτιμότερη η κριτική από την αυτοκριτική και την ενδοσκόπηση. Χειρότερα πάντα υπάρχουν άλλωστε, το λέει και η περίφημη ρήση που έχει καταντήσει, δυστυχώς, τόσο κλισέ όσο και οι απαντήσεις του ελληνικού υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου: Η κόλαση είναι οι άλλοι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr