του Νίκου Καραμούζη

H ελληνική και η παγκόσμια οικονομία και κοινωνία αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή παγκόσμια υγειονομική κρίση, που προκαλεί ταυτόχρονα δυσμενέστατες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και αβεβαιότητες. Οι οικονομικές προβλέψεις χειροτερεύουν, τα προβλήματα και οι προκλήσεις μεγεθύνονται.

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το 2020 το ΑΕΠ της χώρας θα συρρικνωθεί κατά -10,5%, οι πραγματικές επενδύσεις κατά -14,3%, το πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα θα διευρυνθεί στο -7,2% (+3,6% το 2019), το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 208,9% του ΑΕΠ, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών χειροτερεύει ραγδαία, προσεγγίζοντας τα €10 δισ. (αναβιώνουν ξανά τα δίδυμα ελλείμματα!), η ανεργία κινείται άνω του 18%, τα εισοδήματα μειώνονται με διψήφιο ποσοστό και οι ανισότητες και η φτώχεια οξύνονται.

Ατυχώς η αρχική αισιοδοξία για το 2021 μετριάζεται, με την κυβέρνηση να προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κοντά στο 4,5% (o OOΣΑ προβλέπει μόνο 0,9%!) και πρωτογενές δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο -3,9% του ΑΕΠ.

Μια σειρά δυναμικών ως τώρα κλάδων αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και δομικές προκλήσεις με διαχρονική ενδεχομένως ισχύ και αβέβαιη διάρκεια, όπως οι αερομεταφορές, τα ταξίδια και η διασκέδαση, οι αλυσίδες λιανικής, η εστίαση, οι τουριστικές δραστηριότητες, ο ξενοδοχειακός κλάδος, το οικοσύστημα των αεροδρομίων, οι εφοδιαστικές αλυσίδες προϊόντων χονδρικής, οι κρουαζιέρες, τα διαρκή και πολυτελή αγαθά, τα υλικά οικοδομής, η ιδιωτική εκπαίδευση και οι εταιρείες πετρελαίων και φυσικού αερίου.

Αντίβαρο στις παραπάνω πρωτοφανείς οικονομικές αντιξοότητες αποτελούν οι δημοσιονομικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για τη στήριξη επιχειρήσεων, εργαζομένων και της οικονομίας, ύψους €31,4 δισ. για το 2020 και το 2021, τα πρωτόγνωρα μέτρα παροχής ρευστότητας και μείωσης των επιτοκίων που υλοποιεί η ΕΚΤ (οι ελληνικές τράπεζες έχουν δανειστεί €40 δισ. από την ΕΚΤ με μηδενικό ή και αρνητικό κόστος  το 2020), τα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης των οικονομικών της ευρωζώνης, προεξάρχοντος του Σχεδίου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας, με €32 δισ. για την Ελλάδα, μια σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη.

Αντιμέτωποι με τη νέα οδυνηρή οικονομική πραγματικότητα, καλούμαστε να χαράξουμε μια επιτυχή πορεία εξόδου της Ελλάδας από την κρίση. Να διαμορφώσουμε δηλαδή τις αναγκαίες προϋποθέσεις και να αναλάβουμε εκείνες τις τολμηρές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν τη χώρα σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά.

Χρειαζόμαστε να κινητοποιήσουμε τις υγιείς παραγωγικές δυνάμεις του τόπου και να προσελκύσουμε σημαντικού ύψους ξένα κεφάλαια, τα οποία θα τα εντάξουμε σε ένα συνεκτικό και πειστικό σχέδιο στέρεης και ισχυρής ανάπτυξης.

Κεντρικός στόχος η σταθερή βελτίωση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων, η αυξανόμενη ευημερία για τους πολλούς και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης.

Η τελική έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη, για παράδειγμα, αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, γιατί θέτει με σαφήνεια και εξειδίκευση τις γενικές αναπτυξιακές κατευθύνσεις και στόχους, με τις οποίες εκτιμώ ότι λίγοι θα διαφωνήσουν. Χρειάζεται όμως ευρύτερος κοινωνικός διάλογος με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή χωρίς να χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Οι κίνδυνοι

Η Ελλάδα έχει μεσοπρόθεσμα να αντιμετωπίσει τρεις σημαντικές προκλήσεις με αρνητικό αναπτυξιακό πρόσημο: την ανάγκη αποκατάστασης της δημοσιονομικής σταθερότητας και βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους μετά την πανδημία, το οποίο χωρίς τη στήριξη της ΕΚΤ δεν φαίνεται ότι είναι βιώσιμο, την τουρκική απειλή, η οποία μπορεί να αποδειχθεί, αν ενταθεί, αποσταθεροποιητική της οικονομίας, και το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, το οποίο χειροτερεύει σταθερά με την υπογεννητικότητα και τη γήρανση του πληθυσμού.

Υπάρχουν όμως παράλληλα και φιλικές αναπτυξιακές συνθήκες για την Ελλάδα, όπως τα ιστορικά χαμηλά διεθνή επιτόκια που θα διατηρηθούν επί μακρόν, η πιο ευέλικτη προσέγγιση των ευρωπαίων εταίρων μας όσον αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία και τον ρόλο της ΕΚΤ στην αγορά κρατικού χρέους, πολιτική σταθερότητα, κυβέρνηση με τολμηρή μεταρρυθμιστική ατζέντα και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης.

Επιπροσθέτως, στην κατάρτιση του εθνικού Σχεδίου Ανάπτυξης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι επιπτώσεις από τις διαταρακτικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία που διαμορφώνουν νέα αναπτυξιακά δεδομένα, ευκαιρίες αλλά και κινδύνους για τη χώρα μας.

Συμπεριλαμβάνονται η κλιματική αλλαγή και η μετάβαση στην πράσινη ενέργεια και στην κυκλική οικονομία, η ψηφιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες, η ανάδειξη της Απω Ανατολής, και ιδιαίτερα της Κίνας, σε νέο ισχυρό αναπτυξιακό και εμπορικό πόλο διεθνώς και η όξυνση των ανισοτήτων και της φτώχειας παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων και ανεπτυγμένων χωρών, με αποσταθεροποιητικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά.

Νέο πρότυπο

Η μεγάλη πλειονότητα στη χώρα μας εννοεί τη μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό παραγωγικό πρότυπο εξωστρέφειας, υψηλής ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας, με έντονο πράσινο και ψηφιακό επενδυτικό αποτύπωμα και με σημαντικούς αναπτυξιακούς οδηγούς και πυλώνες, τις ιδιωτικές, ξένες και δημόσιες επενδύσεις, τις εξαγωγές και την επιλεκτική υποκατάσταση των εισαγωγών, την αναβάθμιση των οικονομικών, τεχνολογικών (επικοινωνίες 5G, ευρυζωνικότητα), ψηφιακών και κοινωνικών υποδομών (π.χ. νοσοκομεία, σχολεία, φυλακές), τον ενεργειακό μετασχηματισμό, τη βελτίωση των δεξιοτήτων των εργαζομένων, το αγροτοδιατροφικό σύμπλεγμα, τα ακίνητα, τη φαρμακευτική βιομηχανία, την ελαφρά βιομηχανία.

Η Παιδεία και η Υγεία αποτελούν επίσης αναπτυξιακούς πυλώνες αιχμής.

Εχει ολοκληρώσει τον κύκλο του το παλαιό αναπτυξιακό πρότυπο υψηλών καταναλωτικών δαπανών, οικονομικής εσωστρέφειας και προστασίας, υπερμεγέθους, γραφειοκρατικού και σπάταλου δημόσιου τομέα, δηλαδή μιας οικονομίας γύρω από το κράτος που μας οδήγησε στην κρίση της περασμένης δεκαετίας.

Η Επιτροπή Πισσαρίδη πρότεινε συγκεκριμένους εθνικούς αναπτυξιακούς στόχους για την επόμενη δεκαετία και η κυβέρνηση τους προσυπογράφει: ρυθμό ανάπτυξης 3,5% ετησίως, προσέγγιση του μέσου όρου των αντίστοιχων μικρών ανοιχτών οικονομιών της ΕΕ, που απαιτεί αύξηση των συνολικών παγίων επενδύσεων από τα σημερινά χαμηλά επίπεδα του 10,1% του ΑΕΠ σε 23% και σταδιακή αύξηση των εξαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών από 37% του ΑΕΠ σήμερα σε 66% και μείωση της ανεργίας σε μονοψήφιο αριθμό, από 18% περίπου σήμερα.

Είναι φανερό ότι οι παραπάνω στόχοι είναι εξαιρετικά απαιτητικοί και ιδιαίτερα φιλόδοξοι. Λίγες χώρες έχουν πετύχει τέτοιες σοβαρές δομικές και διαρθρωτικές αλλαγές και ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές εντάσεις που ενίοτε αναχαίτισαν ή ακόμα και αντέστρεψαν τη μεταρρυθμιστική ορμή. Κάτι ανάλογο έχει υποστεί και η χώρα μας στο απώτερο και στο πιο πρόσφατο παρελθόν με βαρύτατες συνέπειες, οι οποίες γιγαντώθηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Οκτώ κρίσιμες πρωτοβουλίες

Αλλά τι πρέπει να κάνουμε, ποιες είναι οι κρίσιμες πρωτοβουλίες πολιτικής που θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν μια αναγκαία, άνευ προηγουμένου επενδυτική ώθηση και αναπτυξιακή ανάταξη με δραματική βελτίωση της παραγωγικότητας και θα κάνουν την καταλυτική, μετρήσιμη και ειδοποιό διαφορά.

1. Η εμπέδωση της σταθερότητας και αποτελεσματικότητας των θεσμών και κανόνων π.χ. στο φορολογικό, ασφαλιστικό, περιβαλλοντολογικό, χωροταξικό, εργασιακό πλαίσιο. Ανάπτυξη και προσέλκυση επενδύσεων δεν μπορεί να υπάρξει με καθημερινή βιομηχανία παραγωγής νόμων και κανόνων, ασάφεια, διαφθορά, γκρίζες περιοχές και κυρίως με συνεχείς αλλαγές στο φορολογικό πλαίσιο με δεκάδες νομοσχέδια και εκατοντάδες εγκυκλίους κάθε χρόνο.

2. Η ουσιαστική διασφάλιση της ανεξαρτησίας των Ανεξάρτητων Αρχών (π.χ. Τράπεζα Ελλάδος, Επιτροπή Ανταγωνισμού, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κ.λπ.) με την τελική επιλογή των διοικήσεών τους από τη Βουλή, με ενισχυμένη πλειοψηφία και επί τη βάσει καθορισμένων κριτηρίων ύστερα από πρόταση της εκάστοτε κυβέρνησης.

3. Η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης και του Δημόσιου Τομέα με νέα, σύγχρονη, οργανωτική και διοικητική δομή, αποδοτικά συστήματα αμοιβών, εξέλιξης και κινήτρων, ριζική μεταρρύθμιση των τομέων εκπαίδευσης, Δικαιοσύνης, Υγείας και του πλαισίου επιχειρηματικότητας.

4. Η μεγάλη αλλαγή αφορά τους συντελεστές κόστους της επιχείρησης και των κινήτρων εργασίας, ως κρίσιμη προϋπόθεση για την αναπτυξιακή ανάταξη. Η διαμόρφωση δηλαδή ενός ανταγωνιστικού πλαισίου όσον αφορά τους φορολογικούς συντελεστές (ιδιαίτερα με μείωση των υψηλών φορολογικών συντελεστών εισοδήματος φυσικών προσώπων και του ΦΠΑ), τον περιορισμό του κόστους ενέργειας (40% πιο ακριβό σε τιμές χονδρικής σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ), με την απελευθέρωση και τον ενεργειακό μετασχηματισμό της αγοράς, τη μείωση του κόστους τραπεζικού δανεισμού (οι ελληνικές επιχειρήσεις πληρώνουν 1,5% παραπάνω κατά μέσο όρο σε σύγκριση π.χ. με τις πορτογαλικές επιχειρήσεις, το υψηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη), με την εξυγίανση του τραπεζικού τομέα και τη βελτίωση των ασφαλιστικών εισφορών και του συστήματος επενδυτικών αποσβέσεων.

5. Η μετατροπή του Πειραιά σε διεθνές ναυτιλιακό και διακομιστικό κέντρο και η διαμόρφωση ελκυστικού πλαισίου προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων, εγκατάστασης ξένων επιχειρήσεων, θεσμικών επενδυτών και κατοίκων στην Ελλάδα, καθώς και επιστροφής των Ελλήνων της διασποράς.

6. Η αλλαγή του μείγματος της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να είναι αποτελεσματικότερο, φιλικότερο προς την ανάπτυξη, δικαιότερο ως προς την κατανομή των φορολογικών βαρών, με αποτελεσματικά στοιχεία κοινωνικής συνοχής.

Σε αυτό το νέο μείγμα, κυρίαρχη θέση θα έχουν η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων και συνεπενδύσεων με τον ιδιωτικό τομέα, ο δραστικός περιορισμός της φοροδιαφυγής (ΦΠΑ, αυτοαπασχολούμενοι, παράνομη εργασία, αγρότες), ο εξορθολογισμός των δημοσίων δαπανών, η εκλογίκευση του ασφαλιστικού συστήματος και η εξυγίανση των ΔΕΚΟ.

7. Η πλήρης αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας και η μόχλευση των εν λόγω πόρων με ιδιωτικές επενδύσεις. Η πρόκληση εδώ είναι, ως συνήθως στην Ελλάδα, η υλοποίηση του σχεδίου χωρίς καθυστερήσεις.

8. Η υλοποίηση ενός φιλόδοξου σχεδίου ιδιωτικοποιήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, αλλά κυρίως η χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και γης με την αναπτυξιακή χωροθέτηση και αδειοδότηση προεπιλεγμένων περιοχών για συγκεκριμένες επενδυτικές χρήσεις.

Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει ένα πρόγραμμα αναπτυξιακών κατευθύνσεων αλλά αντιμετωπίζει αφενός τις καθυστερήσεις και τον αναπτυξιακό αποπροσανατολισμό που προκαλεί η COVID-19, αφετέρου την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να υλοποιήσει πολύπλοκα και απαιτητικά σχέδια, το σύνηθες έλλειμμα πολιτικής βούλησης που δημιουργεί ο πολιτικός κύκλος και παράλληλα τις αντιδράσεις κατεστημένων συμφερόντων που ευνοούν η κλειστή οικονομία και ο προστατευτισμός.

Την επιτυχή αντιμετώπιση της COVID-19 πρέπει να ακολουθήσει μια περίοδος επενδυτικού και μεταρρυθμιστικού οργασμού, με τολμηρές πρωτοβουλίες και ενίοτε εξωσυμβατικές πρακτικές, που θα καταστήσει οριστικά τη χώρα σταθερό και ελκυστικό πόλο προσέλκυσης επενδυτικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων, η Ελλάδα ένας τόπος ιδανικός να ζεις, να επενδύεις, να παράγεις, να δημιουργείς.

O κ. N. Καραμούζης είναι πρόεδρος της Grant Thornton Ελλάδος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο