Θα είναι φτηνό ή ακριβό το πετρέλαιο και τα καύσιμα το 2021; Θα συνεχιστούν τα σκαμπανεβάσματα στην τιμή του ή υπάρχουν προοπτικές σταθεροποίησης;

Τα ερωτήματα αυτά, που πρακτικά εγείρονται στην αρχή κάθε χρονιάς, απασχολούν εξίσου τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, καθώς ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού τους κατευθύνεται στην κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών. Ένα τομέα στον οποίο το πετρέλαιο εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα, παρά τα ολοένα μεγαλύτερα μερίδια που αποσπούν διαρκώς τόσο το φυσικό αέριο όσο και οι ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ).

Φέτος, ωστόσο, το ερώτημα τίθενται με μεγαλύτερη ένταση, καθώς κάθε πρόβλεψη μοιάζει δύσκολη και παρακινδυνευμένη – κατά συνέπεια, και η κατάστρωση σχεδίων για τον καταμερισμό των δαπανών στα πλαίσια των οικογενειακών και επιχειρηματικών προϋπολογισμών. Η χρονιά που προηγήθηκε, άλλωστε, ήταν από εκείνες που αναμφίβολα θα μείνουν στην ιστορία, καθώς η πορεία των τιμών του «μαύρου χρυσού» στη διάρκειά της έμοιαζε με… ασανσέρ.

Καθώς, λοιπόν, το 2020 πλησιάζει στο τέλος του, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι τιμή του πετρελαίου Brent στις διεθνείς αγορές (αντιστοίχως και του αμερικανικού WTI) κινείται πέριξ των 51 δολαρίων ανά βαρέλι. Πολύ κοντά, δηλαδή, στον μέσο όρο της περιόδου 2015-’17, αλλά αρκετά χαμηλότερα σε σύγκριση με την αμέσως επόμενη διετία, 2018-’19, όταν ο μέσος όρος διαμορφώθηκε σαφώς πάνω από τα 60 δολάρια.

Η αλήθεια δε είναι ότι στις αρχές του έτους, όταν η τιμή του πετρελαίου ήταν κοντά στα 68 δολάρια, υπήρχαν ενδείξεις πως θα συνέχιζε την ανοδική της πορεία. Ειδικά καθώς οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομία και ανάπτυξη έμοιαζαν ρόδινες και τα απόνερα της προηγούμενης κρίσης, που ξέσπασε το 2008, έμοιαζαν να έχουν αποτραβηχτεί οριστικά.

Πανδημία και πόλεμος τιμών

Δύο εξελίξεις, ωστόσο, ήρθαν να φέρουν κυριολεκτικά τα πάνω-κάτω, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά πόσο απρόβλεπτη μπορεί να αποδειχθεί η ζωή. Η μία αφορούσε, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει καθένας, την εμφάνιση του νέου κοροναϊού και το ξέσπασμα της πανδημίας σε παγκόσμιο επίπεδο, που ανάγκασε τις οικονομίες να τραβήξουν κυριολεκτικά χειρόφρενο, μειώνοντας σημαντικά και τη ζήτηση για πετρέλαιο.

Η άμεση συνέπεια ήταν η μέση ημερήσια παραγωγή να μειωθεί φέτος στα 94,24 εκατομμύρια βαρέλια έναντι των 100,61 το 2019, σύμφωνα με την αμερικανική ΕΙΑ – ενώ στο ίδιο διάστημα, η ζήτηση υποχώρησε κατά 9% σε σύγκριση με πέρυσι, στα 92,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Όσο για τις τιμές, ο Brent έπεσε και κάτω από τα 25 δολάρια στα τέλη Απριλίου, μια «βουτιά» της τάξης του 65% σε σύγκριση με την 1η Ιανουαρίου. «Δεν έχουμε βιώσει ξανά κάτι τέτοιο – ούτε στη χρηματοπιστωτική κρίση ούτε μετά την 11η Σεπτεμβρίου», όπως δήλωσε στέλεχος της αγοράς στο Reuters.

Όσο για την άλλη εξέλιξη, που λειτούργησε συμπληρωματικά και ενέτεινε την αναταραχή, έχει να κάνει με τον πόλεμο τιμών που ξέσπασε στο τρίγωνο των τριών μεγάλων παραγωγών παγκοσμίως: Σαουδικής Αραβίας, Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών. Μια σύγκρουση η οποία είχε ως απώτερο στόχο μία από τις τρεις υπερδυνάμεις της πετρελαϊκής αγοράς (ενδεχομένως και κάποιες μικρότερες, που είναι ούτως ή άλλως πιο ευάλωτες) να «γονατίσει», ώστε οι άλλες να το εκμεταλλευτούν, να επιβάλουν τους όρους τους και να αποσπάσουν μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα.

Είναι γεγονός ότι σήμερα έχει επέλθει μια σχετική ισορροπία ανάμεσα στους τρεις ανταγωνιστές, ενώ και η έλευση των εμβολίων δημιουργούν μια συγκρατημένη αισιοδοξία για την πορεία της διεθνούς οικονομίας το 2021 – ενισχύοντας παράλληλα τις εκτιμήσεις για σταθεροποίηση ή και άνοδο της τιμής του πετρελαίου στη διάρκειά του.

Επειδή, όμως, «όποιος έχει καεί με το χυλό φυσάει και το γιαούρτι», όλοι οφείλουν να κρατούν μικρό καλάθι. Η πραγματικότητα μπορεί να φέρει εκπλήξεις για μια ακόμη φορά, είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω – αν και είναι βέβαιο ότι δεν αντιμετωπίζουν όλοι με ίδια κριτήρια τις τιμές του πετρελαίου και γενικώς της ενέργειας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο