Η πανδημία και η διασπορά του κοροναϊού δεν είναι το μοναδικό άγχος που κατακλύζει τους κατοίκους των περιοχών της Δυτικής Αττικής, που τέθηκαν σε αυστηρό lockdown από τις 18 Δεκεμβρίου.

Οι κλειστές πόρτες των νοικοκυριών δεν ισοδυναμούσαν απαραιτήτως με την ασφάλεια από τον κοροναϊό, καθώς οι βιομηχανίες και τα εργοστάσια συνέχισαν κανονικά την λειτουργία τους, με τους εργαζόμενους να περνούν τις μεγάλες σιδερένιες πόρτες καθημερινώς.

Η αγωνία για το χαμένο μεροκάματο στα πρόσωπά τους κάλυπτε μια πρόχειρη μάσκα, η οποία κατέβαινε μονάχα για ένα ακόμα τσιγάρο, όταν έβγαιναν για ελάχιστες ώρες να ξεσκάσουν από την κλεισούρα.

Η πλατεία Γενοκτονίας στην Γκοριτσά, μια μικρή πλατεία περιτριγυρισμένη από κοντά δέντρα ίσα-ίσα να κρατάει μια υποτυπώδη σκίαση, ήταν σχεδόν άδεια.

Απέναντι από το mini market με την αναγραφή «Ο ΠΟΝΤΟΣ», τρεις μηχανές της ΕΛ.ΑΣ επέβλεπαν την περιοχή για να αποτραπεί ο οποιοσδήποτε συνωστισμός, ο οποίος είχε περιοριστεί στα εργοστάσια και τις βιομηχανίες.

Κάποιοι «κρυμμένοι» στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς, κάποιοι παρίσταναν τους πελάτες στα ψιλικατζίδικα, ενώ άλλοι περίμεναν υπομονετικά μέχρι η παρουσίαση της «Αρχής» να απομακρυνθεί.

Όλοι, εκτός από έναν.

Ο κύριος Κώστας είχε ήδη καθίσει στη θέση του, σε ένα παγκάκι στην πλατεία, μπροστά από ένα πέτρινο τραπέζι. Τα δάχτυλα του αναζητούσαν τα τελευταία σποράκια στην λευκή χάρτινη σακούλα. Μάλλον περίμενε ώρα αρκετή.

©Δημήτρης Μιχαλάκης

©Δημήτρης Μιχαλάκης

©Δημήτρης Μιχαλάκης

Οσο δεν υπάρχει πόλεμος…

Λίγα λεπτά αργότερα η πλατεία άδειασε από την παρουσία της αστυνομίας και άρχισε να γεμίζει από, κυρίως, άντρες μέσης ηλικίας που δειλά-δειλά πλησίασαν προς την μεριά του φίλου τους, με άξονα το πέτρινο τραπέζι, το οποίο διακοσμούσε ένα μικρό χάρτινο κομμάτι χαρτόνι, στο οποίο αναγράφονταν αριθμοί.

Πιστοί στην τήρηση των αποστάσεων χωρίστηκαν στα παγκάκια και σε παλιές καρέκλες που είχαν φέρει στην πλατεία.

Είχαν από χρόνια αφήσει πίσω τους τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Δημοκρατίας, όταν αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην γωνιά αυτή της Αττικής.

«Είμαστε καλά, όσο δεν υπάρχει πόλεμος» μου λέει με ρώσικη χροιά ο κ. Κώστας και τελειώνει την φράση του με ένα ποτηράκι ρακής «για να διώξει τον κοροναϊό».

©Δημήτρης Μιχαλάκης

Ο Χρήστος ήρθε το 1989 από το Καζακστάν και μέχρι πριν δέκα χρόνια δούλευε στην οικοδομή. Η κρίση όμως βύθισε αυτόν και την οικογένεια του -την γυναίκα του και τους δυο του γιους- στην εργασιακή ανασφάλεια και το μόνο που του έχει μείνει είναι, όπως μου λέει, «τα χρέη που πρέπει να πληρώνει στην εφορία», μέχρι σήμερα, στα 61 του χρόνια.

Η γυναίκα του «μια ζωή σπίτι», οι γιοι του άνεργοι αναζητώντας κάποιο μεροκάματο στα τριγύρω εργοστάσια, πράγμα ιδιαίτερα δύσκολο τους τελευταίους μήνες.

Ο Γιάννης ήρθε από το Καζακστάν στην Ελλάδα όταν ήταν 14 ετών, σήμερα πια 42. Μέχρι πριν από μερικές ημέρες δούλευε σε μια από τις βιομηχανίες της περιοχής όταν ένα μεσημέρι, ενώ εργάζονταν, το αφεντικό «τους έστειλε σπίτια τους», χωρίς να τους εξηγήσει τους ακριβείς λόγους.

©Δημήτρης Μιχαλάκης

Όπως αφηγείται στο in.gr, δεν έχει την πολυτέλεια της αυτοαπομόνωσης ή να χαθεί το μεροκάματο. Σε περίπτωση που ξυπνήσει αδιάθετος θα επιλέξει να πάει στην δουλειά «και όσο αντέξει εκεί».

Η πολυτέλεια της καραντίνας και πώς φτάσαμε στο σκληρό lockdown

Υπολογίζεται πως περίπου 120.000 άνθρωποι περνούν καθημερινά μέσω της λεωφόρου ΝΑΤΟ από την Αθήνα για να εργαστούν στην βιομηχανική περιοχή της Δυτικής Αττικής.

Η πανδημία έκανε πιο εμφανή την εργοδοτική αυθαιρεσία και τα καταπατημένα δικαιώματα των εργολαβικών εργαζομένων, που στην πλειοψηφία τους πρόκειται για μετανάστες από την Ινδία, το Μπαγλαντέζ και το Πακιστάν.

Γύρω από τα μεγάλα εργοστάσια και τις αποθήκες των logistics μπορεί να συναντήσει κανείς μικρά προχειροφτιαγμένα σπίτια, όπου ζουν μετανάστες εργάτες μέσα σε λιγότερα από 40 τ.μ.
Τα πρωινά δεν παίρνουν πλέον εν μέσω καραντίνας την συνηθισμένη διαδρομή προς τη δουλειά, ούτε θα πάνε στην πλησιέστερη στάση λεωφορείου.

Θα συγκεντρωθούν με τους υπόλοιπους εργάτες σε κάποιο σημείο, από όπου θα τους παραλάβει βανάκι -ή στην καλύτερη περίπτωση ένα πούλμαν- το οποίο μπορεί να μεταφέρει ακόμα και 13 άτομα σε μια διαδρομή, με προορισμό τα εργοστάσια.

Την Παρασκευή, στην βιομηχανική περιοχή της Μάνδρας, αστυνομικοί είχαν «στήσει καρτέρι» έξω από εργοστάσιο, περιμένοντας, σύμφωνα με καταγγελίες, μετανάστες να σχολάσουν.

Ήταν περασμένες 10 το βράδυ όταν οι αρχές ξεκίνησαν να βεβαιώνουν πρόστιμα στους εργάτες οι οποίοι μάλιστα δεν έφεραν μαζί τους το έντυπο του ΕΡΓΑΝΗ που απαιτείται, καθώς το αφεντικό τους είχε… καλύψει με το έντυπο της προηγούμενης καραντίνας.

Σοβαρές καταγγελίες

Σύμφωνα με καταγγελίες, σε πολλές περιπτώσεις οι εργοδότες δεν ακολούθησαν τα μέτρα της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, η οποία καλούσε τις διευθύνσεις να διενεργηθούν τεστ στους εργαζομένους μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, πριν επιστρέψουν στον χώρο εργασίας.

Ακόμα πιο βαριές καταγγελίες κάνουν λόγο όμως ακόμα και από απόκρυψη κρουσμάτων στα εργοστάσια, με το πρόσχημα του… ιατρικού απόρρητου.

H φυσική παρουσία στον χώρο εργασίας αποτελεί έναν από τους πιο ευνοϊκούς παράγοντες διασποράς του κοροναϊού. Ωστόσο, η τηλεργασία δεν αποτελεί επιλογή για όλους τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα για εκείνους της «πρώτης γραμμής», που η απουσία από τον χώρο εργασίας ισοδυναμεί με το χαμένο μεροκάματο.

©Δημήτρης Μιχαλάκης

Οι εργαζόμενοι αυτοί στερούνται το δικαίωμα να νοσήσουν, το δικαίωμα στην καραντίνα, το δικαίωμα να «μείνουν σπίτι».

Η πρώτη μεγάλη  διασπορά στην περιοχή, σημειώθηκε σε γνωστό εργοστάσιο ανακύκλωσης, την Άνοιξη, όπου από τους 50 εργαζόμενους μετανάστες, οι 25, το 50% δηλαδή, βρέθηκε θετικό στον κοροναϊό. Το εργοστάσιο αναγκάστηκε βεβαίως να «παγώσει» την παραγωγή του για δύο εβδομάδες.

©Δημήτρης Μιχαλάκης

Η αγωνία για το αύριο

Λίγα μέτρα πιο κάτω από την πλατεία Γενοκτονίας, σε ένα μικρό γωνιακό μαγαζάκι που κάποτε τον ήχο της ταμιακής μηχανής κάλυπταν οι πελάτες και οι φίλες της που έρχονταν να πιούν μαζί τον καφέ, η κυρία Εμορφίλη κάθεται και περιμένει την καραντίνα να περάσει πίσω από τον πάγκο.

Η ψυχολογία της, όπως μου περιγράφει, έχει φτάσει στα Tάρταρα. Από το μαγαζί στο σπίτι και από το σπίτι στο μαγαζί, το οποίο κατάφεραν να φτιάξουν μετά από χρόνια εργασίας από καθημερινή δουλειά σε λαϊκές.

«Κάθομαι εδώ, πίσω από τον πάγκο, φοράω την μάσκα και προσέχω. Δεν έχω κάτι να φοβάμαι» μου λέει η Εμορφίλη, που ο κύριος φόβος της δεν είναι τόσο ο κοροναϊός, όσο οι οικονομικές δυσκολίες που ήρθαν ως αποτέλεσμα του lockdown και της κρίσης της πανδημίας.

Από το κατάστημά της προμηθεύονται προϊόντα οι περισσότεροι κάτοικοι της γειτονιάς. Μια από αυτές και η κυρία Ελένη, με καταγωγή από τη Γεωργία η οποία βιώνει την καραντίνα και με τα υπόλοιπα οκτώ μέλη του νοικοκυριού, τον άντρα της, τα παιδιά της και τα εγγόνια της.

«Φύγαμε και παρατήσαμε έναν παράδεισο μικρό, για να μένουμε εδώ να βράσουμε εδώ μέσα, μέσα στην βρώμα και το καυσαέριο. Αν δεν είχε προκύψει ο πόλεμος δεν θα ερχόμασταν ποτέ εδώ πέρα».

©Δημήτρης Μιχαλάκης

Το μοναδικό εισόδημα στο σπίτι μπαίνει από τον άντρα της, ο οποίος δουλεύει κι αυτός σε ένα από τα εργοστάσια της περιοχής. Ο φόβος της ωστόσο για την πιθανότητα μεταφοράς του ιού στο νοικοκυριό από τον εργασιακό χώρο δεν είναι αυξημένος, γιατί, όπως λέει και η ίδια, γίνονται συχνά τεστ.

«Κάθε μέρα, δύο φορές την ημέρα περνάνε περιπολικά και μας προειδοποιούν να μην βγούμε έξω. Αλλά τι ακριβώς να γίνει σε επτά ημέρες; Τι όφελος θα έχουμε από αυτό;».

Τι έδειξε η απογραφή

Σύμφωνα με στοιχεία της απογραφής του 2011 η Δυτική Αττική είχε σε όλους τους δήμους της μεγαλύτερο μέγεθος νοικοκυριού σε σχέση με το μέσο όσο της Περιφέρειας Αττικής. Με αντίστοιχο μέσο μέγεθος νοικοκυριού το 2,47 στην Περιφέρεια Αττικής, ο Ασπρόπυργος έχει 3,26 και ακολουθούν η Φυλή με 3,18, τα Μέγαρα με 2,9, η Ελευσίνα με 2,88 και η Μάνδρα-Ειδυλλία με 2,83.

Να ανοίξουν οι δρόμοι, να πουλήσουμε τα παλιοσίδερα

Από την πάνω πλευρά της λεωφόρου ΝΑΤΟ, η οποία φαντάζει σαν ένα άτυπο σύνορο, ένα καροτσάκι φτιαγμένο από ένα κομμάτι πρόχειρης λαμαρίνας και τρεις ετοιμόρροπες ρόδες κάλυψε ξαφνικά τον ήχο που έκαναν οι γλάροι από την κορυφή της χωματερής, που σαν όρνια αναζητούσαν τροφή.

Μόλις 22 χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα η φτώχεια, η αδιαφορία και το κοινωνικό στίγμα αντικατέστησε την ανθρωπιά με μια χωματερή.

Το ρολόι έγραφε 9:30 το πρωί. οι καπνοί όμως από τις αυτοσχέδιες σόμπες των οικισμών και των σκουπιδιών που καίγονταν, θαρρείς σαν να είχαν καλύψει τον ήλιο σε ολόκληρο τον καταυλισμό.
Αφήνει το καρότσι στην άκρη, με καλημερίζει και πλησιάζει προς το μέρος μου.

Τα χέρια και τα μάτια του κουρασμένα. η μάσκα και τα γάντια του έλειπαν, όχι όμως το χαμόγελο και η ευγένεια. «Γιατρός είστε;» με ρωτάει με αγωνία. «Μας είπαν θα φέρουν σήμερα γιατρούς. Να δούμε τι θα γίνει. Βλέπετε πως είμαστε εδώ».

Το λεπτό στρώμα της μάσκας δεν ήταν αρκετό για να εμποδίσει την έντονη οσμή του καμένου και της σήψης να φτάσει στο ρουθούνια.
Η αίσθηση αυτή σε συνδυασμό με της εικόνα της ατελείωτης παραμέλησης σε χτυπούσε απευθείας στο στομάχι.

Στη… Νέα Ζωή

Τα γκράφιτι πάνω στους μισογκρεμισμένους τοίχους μαρτυρούσαν την τοποθεσία του καταυλισμού της Νέας Ζωής.

Δειλά – δειλά τα παιδιά είχαν αρχίσει να βγαίνουν στον χωματόδρομο της χωματερής χωρίς να απομακρύνονται από τα »σπίτια΄΄ τους, πιστά στις εντολές των αρχών.

Τα σκυλιά, χωρίς κάποια ιδιαίτερη ζωηράδα, έδιναν μια νότα ζωής στους χωματόδρομους που »χώριζαν» τις προχειροφτιαγμένες παράγκες.

Η Γιοβάνκα βγαίνει από το σπίτι της και πίσω της ακολουθούν τα τέσσερα της εγκόνια, όχι μεγαλύτερα από 7 ετών.

Η ζωή και η «καραντίνα» τους περιορισμένη σε ένα κτίσμα φτιαγμένο από ξύλα, δύο κρεβάτια και μια σόμπα για τον χειμώνα.

Μπροστά από το «σπίτι», το νερό έτρεχε από ένα μακρύ λάστιχο το οποίο χρησιμοποιούσαν για να κάνουν μπάνιο, να πλένουν τα χέρια και να καθαρίζουν την αυλή.

«Να, ορίστε, μια χαρά είμαστε!» μου λέει ενώ ακολούθησε ένα γάργαρο γέλιο. «Τι μας λείπει;! Το σπίτι μας το έχουμε, την σόμπα μας την έχουμε, τα παιδιά μου κάνουν εδώ παρέα, τι άλλο να θέλουμε;».

Η κοινότητα των Ρομά στη Νέα Ζωή ζει στη σκιά της χωματερής, δίπλα στα σκουπίδια αλλά και χάρη σε αυτά.

Στην πλειοψηφία τους οι άντρες εργάζονται στην χωματερή, όπου μαζεύουν είτε παλιοσίδερα, είτε ανακυκλώσιμα προϊόντα τα οποία αργότερα πουλάνε, επιχειρώντας να βρουν καθημερινώς λύση στο πρόβλημα της επιβίωσής τους.

Οι γυναίκες ήταν στη μέση των οικιακών εργασιών τους, με τις περισσότερες να σφουγγαρίζουν τις αυλές των σπιτιών με χλωρίνη.

Σε μια μικρή αλάνα μια ομάδα λιλιπούτιων φίλων έχει ανάψει φωτιά σε έναν τσίγκινο κάδο, έχουν συγκεντρωθεί τριγύρω του και ζεσταίνονται.

Το νου σου στο παιδί

Η Μαρία με την σφουγγαρίστρα ακόμα στο χέρι με καλημερίζει. Η κόρη της, η Χρύσα, με ένα μολύβι και ένα τετράδιο στο χέρι.

Η οικογένεια της Μαρίας αλλά και άλλων Ρομά στη Νέα Ζωή, αναγκάστηκαν το καλοκαίρι και εν μέσω πανδημίας, να κοιμούνται με τα παιδιά τους ανάμεσα στα ερείπια που άφησε πίσω του ο δήμος, όταν αποφάσισε να γκρεμίσει απροειδοποίητα τα παράγκες τους.

Μαζεύοντας ξύλα και ό,τι άλλο βρουν, τα έχτισαν άρον-άρον για να προλάβουν τον χειμώνα και τις βροχές.

Με ένα κρεβάτι, έναν καναπέ και στρώνοντας ρούχα στο πάτωμα πάνω στο παγωμένο τσιμέντο και δίπλα από μια μικρή σόμπα, περνάνε τα βράδια στο σπίτι.

Τα σχολεία κλειστά με τα παιδιά της να αδυνατούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα μέσα από το σύστημα τηλεργασίας. Η αγορά ενός τάμπλετ δεν θα μπορούσε να αποτελεί προτεραιότητα ενώ σίγουρα η σύνδεση μέσω του κινητού κοστίζει.

«Με τα λεφτά που θα βγάλει μέσα στη μέρα ο άντρας μου αγοράζουμε το φαγητό της ημέρας. Έχω τέσσερα παιδιά, πως αλλιώς να τα ταΐσουμε; Η μικρή μου ζητάει λεφτά, να πάει να πάρει μια σοκολάτα. Πού να τα βρω να της δώσω; Σε αυτή την δύσκολη κατάσταση θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο να μας βοηθήσουν. Να μας φέρουν μάσκες ή έστω ένα πακέτο μακαρόνια για τα παιδιά. Εγώ μπορώ να ξεγελάσω την πείνα, θα πιώ καφέ και θα μου κοπεί η όρεξη, αλλά αυτά;».

Παιδιά στη χωματερή

Το ίδιο μοτίβο επιλαμβανόταν στα περισσότερα νοικοκυριά. Οι σύζυγοι στην χωματερή ή σε κάποιες από τις τριγύρω βιομηχανίες με τον κίνδυνο μεταφοράς του ιού στην οικογένεια.
Το κοντινότερο νοσοκομείο βρίσκεται στην Ελευσίνα και το κόστος για την μεταφορά θα είναι εμφανές στο καθημερινό τους… εισόδημα.

Στην πλειοψηφία τους τα παιδιά έλυσαν τις ασκήσεις και έγραψαν την τελευταία τους έκθεση μαζί με το κλείσιμο των σχολείων, με τα βιβλία τους να περιμένουν σκονισμένα.

Μονάχα δύο αγόρια από ολόκληρο τον καταυλισμό έδιναν ραντεβού κάθε μέρα στις 8 το πρωί για να συνδεθούν στην πλατφόρμα της τηλεκπαίδευσης, μέσω του τάμπλετ που τους είχε παραχωρήσει το σχολείο.

«Ένα μήνα καραντίνα, ένα μήνα μακαρόνια» επαναλάμβανε τραγουδιστά ένα μικρό αγόρι. Κάποια από τα παιδιά είχαν κρατήσει ακόμα τις μάσκες που τους είχαν δώσει στο σχολείο, αλλά τα είχαν χάσει παίζοντας.

Τους λείπει το σχολείο, τα μαθήματα, οι συμμαθητές και οι δασκάλα τους, ξέρουν όμως πως τα όριά τους περιορίζονται στον καταυλισμό.

Ο κύριος Τάσος είχε μόλις φτάσει στον καταυλισμό. Είχε κατέβει στην αγορά του Ασπροπύργου να αγοράσει με τον εγγονό του τα βασικά. Τα πόδια του τον έχουν παρατήσει εδώ και χρόνια, με τον διαβήτη να τον ταλαιπωρεί.

Σε ένα χαρτί όπου έχουν γράψει τα στοιχεία του τα εγγόνια του, μη γνωρίζοντας γράμματα ο ίδιος, καταφέρνει να μετακινείται με το αυτοκίνητό του.

Προσέχει, όπως τονίζει, πολύ, κυκλοφορώντας συνεχώς με την μάσκα του, καθώς τα προβλήματα υγείας του δεν του επιτρέπουν «να παίζει με αυτά».

Το Σάββατο, οι κινητές μονάδες του ΕΟΔΥ πραγματοποίησαν τεστ στην περιοχή της Νέας Ζωής, όπου οι κάτοικοι του καταυλισμού έφτασαν στο σημείο μαζί ακόμα και με τα μωρά παιδιά τους για να εξεταστούν.
«Να ανοίξουν επιτέλους οι δρόμοι, να πουλήσουμε τα παλιοσίδερα» ακούστηκε να λέει μια γυναίκα.

Δεν έλλειψαν ωστόσο και μικρά παράπονα πως το σκληρό lockdown προηγήθηκε των τεστ, με την κυβέρνηση να μην έχει λάβει προηγουμένως τα απαραίτητα μέτρα για την περιοχή. «Τώρα μας θυμηθήκατε» σχολίασε χαρακτηριστικά ένας άντρας.

Τα σκουπίδια κάποιων, θησαυρός για άλλους

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα μια παρέα από μικρά παιδιά είχε δώσει ραντεβού έξω από το σπίτι ενός φίλου τους για να κατευθυνθούν προς την «αλάνα» όπου έπαιζαν όπως το αποκαλούσαν «survivor»!

Τα παιχνίδια τους ένα κομμάτι ξύλο, ένα χοντρό μαξιλάρι και ένας μικρός κάδος, με μικρά βουναλάκι από καμένα σκουπίδια να συμπληρώνουν την εικόνα της περιοχής.

«Έχουμε ζητήσει χιλιάδες φορές από τον δήμο να έρθει να καθαρίσει το συγκεκριμένο οικόπεδο. Δεν ενδιαφέρθηκαν να κάνουν ποτέ τίποτα» μου εξηγεί μια κυρία που είχε βγει στο μπαλκόνι της ενώ έκανε τις δουλειές του σπιτιού.

«Ας φέρουν τουλάχιστον μάσκες για τα παιδιά. Παίζουν όλη μέρα εδώ πέρα».

Η επιδημιολογική κατάσταση στην Δυτική Αττική

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, στην Δυτική Αττική έχουν καταγραφεί συνολικά 1.834 κρούσματα, από τα οποία 585 αφορούν τον Δήμο Ασπροπύργου, 377 την Ελευσίνα, 266 τα Μέγαρα και 447 τη Φυλή.

Ωστόσο, βάσει των πιο πρόσφατων δεδομένων, αυτή τη στιγμή στον Δήμο Ασπροπύργου υπάρχουν 179 ενεργά κρούσματα, ενώ στο Δήμο Ελευσίνας 78 και στο Δήμο Μάνδρας άλλα 25.

Η κυβέρνηση προχώρησε σε «σκληρό» lockdown στις περιοχές της Δυτικής Αττικής, ωστόσο δεν λήφθηκε υπόψη το γεγονός πως η τηλεργασία και η καραντίνα, δεν αποτελούν επιλογές για ορισμένες νοικοκυριά και εργαζομένους.

Η παρουσία μεγάλου αριθμού ατόμων σε έναν χώρο, είτε αυτός είναι ένα νοικοκυριό, είτε είναι ένας εργασιακός χώρος είτε πρόκειται για συγκατοίκηση ατόμων που δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στο να συντηρηθούν μοναχοί τους, ευνοεί την μεγάλη διασπορά του κοροναϊού καθιστώντας τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί στην περιοχή ελλιπή.

Ο φόβος του κοροναϊού στις περιοχές της Δυτικής Αττικής «συζεί» μαζί με την οικονομική ανασφάλεια, με τους κατοίκους να μετράνε αντίστροφα τις ημέρες για την άρση του τοπικού lockdown.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο