Πριν από ενάμιση χρόνο, μετά από καταγγελία του Ολυμπιακού και ενώ βοούσε όλο το ελληνικό ποδόσφαιρο ότι ο Σαββίδης αγόρασε την ΞΑΝΘΗ, η υπόθεση της πολυιδιοκτησίας ΠΑΟΚ – ΞΑΝΘΗΣ άρχισε να ερευνάται από την Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού.

Αν και έλαβε χώρα ενώπιον της Επιτροπής πολύωρη και εξαντλητική ακροαματική διαδικασία, και μολονότι οι ελεγχόμενες ομάδες απειλούνταν με υποβιβασμό με τον τότε ισχύοντα νόμο, παρά ταύτα οι εκπρόσωποι του ΠΑΟΚ αρνήθηκαν να προσκομίσουν οποιοδήποτε έγγραφο ή στοιχείο στην Επιτροπή για να αντικρούσουν την καταγγελία του Ολυμπιακού.

Όταν η Επιτροπή ζήτησε και έλαβε συνδρομή από Τράπεζες και Ανεξάρτητες Αρχές και έτσι εντόπισε εμβάσματα, μεταφορές χρημάτων και άλλες ύποπτες και αδικαιολόγητες συναλλαγές μεταξύ προσώπων και εταιρειών με στενή σύνδεση με τον ΠΑΟΚ, ο ΠΑΟΚ και πάλι αρνήθηκε να προσκομίσει έστω ένα στοιχείο ανταπόδειξης. Μόνη αντίδραση ήταν ότι δήθεν η λήψη τέτοιων οικονομικών στοιχείων παραβιάζει τα προσωπικά τους δεδομένα (υπόψιν ότι τα δεδομένα των εταιρειών δεν προστατεύονται ως προσωπικά δεδομένα).

Σε όλη την διάρκεια της διαδικασίας αυτής οι εκπρόσωποι του ΠΑΟΚ και οι εκπρόσωποι των στενά συνδεδεμένων με τον ΠΑΟΚ κυπριακών εταιρειών (Dimera και Beltera) αρνούνταν να απαντήσουν σε καίριες και ουσιαστικές ερωτήσεις της Επιτροπής, επικαλούμενοι είτε άγνοια είτε άλλες παρελκυστικές δικαιολογίες.

Μόνιμη όμως επωδός των εκπροσώπων του ΠΑΟΚ ήταν ότι η ΕΕΑ έφερε η ίδια το βάρος απόδειξης της πολυιδιοκτησίας και άρα ο ΠΑΟΚ δεν όφειλε να αποδείξει ότι δεν εμπλέκεται είτε με τα παρένθετα πρόσωπα είτε με τους μετόχους της Ξάνθης.

Η ΕΕΑ εξέδωσε τελικώς μία απόφαση κοντά στις εκατό σελίδες, στην οποία αναπτυσσόταν μέσα από πλήθος στοιχείων όλη η παράνομη σχέση πολυιδιοκτησίας μεταξύ ΠΑΟΚ και ΞΑΝΘΗΣ με την χρήση παρένθετων προσώπων και εταιρειών. Την απόφαση αυτή απέστειλε στα Πειθαρχικά Δικαιοδοτικά Όργανα της ΕΠΟ, ώστε να επιβληθεί στις ομάδες η ποινή του υποβιβασμού. Τότε με νόμο που ψηφίσθηκε άρον άρον, πριν συνεδριάσουν τα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΠΟ, ο υποβιβασμός μετατράπηκε σε αφαίρεση 5 – 10 βαθμών.

Ο ΠΑΟΚ προσερχόμενος στα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΠΟ άρχισε μετ’ επιτάσεως να απαιτεί να ελεγχθεί η ουσία της υπόθεσης. Συνέχιζε όμως να μην προσκομίζει στοιχεία ή αποδείξεις που θα μπορούσαν να αναιρέσουν τα πορίσματα της ΕΕΑ. Περιοριζόταν μόνο σε ακραίες νομικές ερμηνείες, οι οποίες σχεδόν απέκλειαν την ύπαρξη παρένθετων προσώπων σε ύποπτες συναλλαγές και αν εφαρμόζονταν στο ελληνικό πρωτάθλημα οι μισές ομάδες θα μετατρέπονταν σε θυγατρικές των άλλων μισών.

Τα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΠΟ σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ακολουθώντας την πάγια νομολογία τους, δεν έκαναν ουσιαστικό έλεγχο στην απόφαση της διοίκησης, και έτσι ο ΠΑΟΚ προσέφυγε στο CAS, διαμαρτυρόμενος ότι δήθεν δεν ακούστηκε, ενώ ουδέποτε προσπάθησε να αποδείξει το οτιδήποτε.

Το CAS όμως, διαβλέποντας το εντελώς κενό περιεχομένου παράπονο του ΠΑΟΚ, καθόσον ούτε ενώπιον του CAS προσκόμισε στοιχεία, αποφάσισε να τον τιμωρήσει, κάνοντας δεκτή την προσφυγή του.

Και τον τιμώρησε, γιατί για κακή του τύχη παρέπεμψε την υπόθεση πίσω στην Επιτροπή Εφέσεων της ΕΠΟ, ώστε να κριθεί επί της ουσίας.

Το CAS είπε βέβαια ότι η απόφαση της ΕΕΑ δεν είναι δεσμευτική για την Επιτροπή Εφέσεων, ωστόσο ως απόφαση της διοίκησης διαθέτει τεκμήριο νομιμότητας, δηλαδή θεωρείται νόμιμη μέχρι να ακυρωθεί από τα δικαστήρια, αν ακυρωθεί, ενώ τα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΠΟ δεν μπορούν να αγνοήσουν ή να την παραβλέψουν (σκέψη 178).

Η τιμωρία του ΠΑΟΚ συνίσταται στο ότι το CAS έδωσε «εντολή» στην Επιτροπή Εφέσεων να δώσει στον ΠΑΟΚ την δυνατότητα να αμφισβητήσει και να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο νομιμότητας (σκέψη 169). Με άλλα λόγια το CAS αντέστρεψε το βάρος απόδειξης και το επέρριψε πανηγυρικά στον ΠΑΟΚ.

Και ενώ δεν έφθανε αυτό, αφού η έρευνα της υπόθεσης από την Επιτροπή Εφέσεων στρέφεται πλέον στην ουσία, εφαρμόζεται και το άρθρο 18 παρ.1 του Δικονομικού Κανονισμού της ΕΠΟ, κατά το οποίο κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που στηρίζουν τους ισχυρισμούς του. Επομένως δεν αρκεί για τον ΠΑΟΚ απλώς η αμφισβήτηση των κρίσεων της ΕΕΑ, αλλά απαιτείται πλήρης απόδειξη των ισχυρισμών του.

Έτσι, φθάσαμε στην χειρότερη εμφάνιση του ΠΑΟΚ σε σχέση με την παρουσία του σε όλες τις λοιπές διαδικασίες εξέτασης της υπόθεσης. Οι εκπρόσωποί του εμφανώς αμήχανοι, χωρίς κανένα νομικό ή αποδεικτικό ειρμό, αναμάσησαν ό,τι παράπονο είχαν προβάλει μέχρι σήμερα για την παρουσία του Ολυμπιακού στην διαδικασία, αλλά το χειρότερο δεν μπόρεσαν να επικαλεσθούν ούτε ένα στοιχείο ούτε ένα έγγραφο ούτε μία μαρτυρία από την οποία να μπορεί να αποδειχθεί η επιχειρηματική ανεξαρτησία ή η οικονομική αυτοτέλεια των παρένθετων προσώπων από τον ΠΑΟΚ.

Ο ΠΑΟΚ δεν εισέφερε ούτε ένα στοιχείο ούτε έναν (έστω αναπόδεικτο) ισχυρισμό για να αποδείξει ότι ο Σαββίδης δεν διαθέτει καμία σχέση με τον Καλπαζίδη.

Για την ανάμειξη δε Καλπαζίδη σε ΠΑΟΚ και Ξάνθη ταυτόχρονα δεν μπόρεσε καν να απαντήσει πώς εξηγείται: α) η στενή συγγενική του σχέση με Σαββίδη, β) η πλήρης επαγγελματική του εξάρτηση από εταιρείες του Σαββίδη, γ) η ανύπαρκτη οικονομική του αυτοτέλεια, δ) η απόκτηση τεράστιων κεφαλαίων, ε) η επένδυσή τους αφενός σε ομόλογα του ΠΑΟΚ και αφετέρου σε εταιρείες συνδεδεμένες με την Ξάνθη.

Μοναδικό επιχείρημα προς αντίκρουση των πολλαπλών δεδομένων που αποδεικνύουν την σχέση εξάρτησης Καλπαζίδη από Σαββίδη ήταν ότι δεν ευρέθηκε ποτέ έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο Καλπαζίδης να αναλαμβάνει ρητώς τον παράνομο ρόλο του παρενθέτου προσώπου (;;;).

Υποστηρίχθηκε δηλαδή πως και οι παράνομες συναλλαγές οφείλουν να περιάπτονται τον έγγραφο τύπο, άλλως δεν υφίστανται παράνομες συναλλαγές!!!

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο