Ξεκινάει πάντοτε ως ακαταμάχητη αμφιθυμία και «προσβάλλει» συνήθως τις μικρές ηλικίες: ο απόλυτος Κακός σε κρατάει σε διακριτή απόσταση την ίδια στιγμή που διαπραγματεύεται το ενδιαφέρον σου. Το ολόγραμμα των παιδικών και εφηβικών ενορμήσεων δεν φωνάζει ότι είναι ο πρωταγωνιστής – απλώς είναι. Ο Τζορτζ Λούκας ήξερε τη συνταγή όταν έριξε τον Νταρθ Βέιντερ στην glossy εικονογράφηση των ’80s.

Με όλες τις καρτουνίστικες ξεπατικωτούρες στον διάκοσμο συνέλαβε μια κινηματογραφική αλήθεια. Οι καλύτεροι χαρακτήρες δεν είναι στερεοτυπικοί, αλλά αρχετυπικοί. Ο ήρωας (Λουκ), ο σοφός γέρων (Μπεν Κενόμπι), το πρώτο κάλεσμα (η Δύναμη), ο Αρχων του Κακού και πάει λέγοντας. Ειδικά ο τελευταίος υπακούει και σε έναν άλλον κανόνα: αρνητικός χαρακτήρας γεννιέσαι (από τον σκηνοθέτη), είδωλο γίνεσαι (από τους θεατές). Η επήρεια διαρκεί σε γαλαξίες πολύ μακρινούς από τον κινηματογράφο: όταν αργότερα άνοιξα εκείνο το λευκό βιβλίο με τον τίτλο «Οιδίπους τύραννος» άρχισαν να κινούνται μπροστά μου φωτόσπαθα – σε «τρίστρατο δρόμου αμαξωτού».

Με τα χρόνια έμαθα να αποδέχομαι όλες τις ενστάσεις των κριτικών για τη «φτήνια» του μεγαλύτερου παραμυθιού επιστημονικής φαντασίας στον κινηματογράφο. Θυμάμαι και τον πολύ Πίτερ Μπίσκιντ, ο οποίος στο μανιφέστο του «Easy Riders, Raging Bulls» (Simon & Schuster, 1998) γράφει: «Ο Λούκας και ο Σπίλμπεργκ οδήγησαν το κοινό του 1970, το οποίο είχε ήδη ανατραφεί με μια σοφιστικέ «δίαιτα» ευρωπαϊκών και νεο-χολιγουντιανών ταινιών, πίσω στις αφέλειες της Χρυσής Εποχής, πριν από το 1960… Εκαναν βήματα προς τα πίσω μέσα από τον φακό». Δεκτή η ένσταση, καθώς ακόμη και ο Χαν Σόλο είναι μια μορφή από τα γουέστερν (το πιστόλι), με τον ίδιο τρόπο που ο Ταραντίνο εντάσσει την αμερικανική «μυθολογία» στις ταινίες του.

Ευτυχώς όλα συμβαίνουν σε ένα σύμπαν μακριά (;) από το δικό μας, οπότε η ασφάλεια της απόστασης επέτρεπε να απελευθερωθούμε από τις αντιστάσεις και να νιώσουμε ακόμη και αυτό στο οποίο αντιστεκόμαστε. Ο «Πόλεμος των Αστρων» είναι η παρηγοριά της ένοχης απόλαυσης. Οπως κάθε μεγάλο παραμύθι, όσο εξωτικό κι αν ακούγεται – για πολλούς φίλους ο «θρύλος» έμεινε απρόσιτος, παρά τις επανειλημμένες φιλότιμες προσπάθειες -, είναι η καταπακτή για το υπόγειο των συμβολισμών, του άγχους και της ταύτισης. Αλλά όλα διαρκούν δύο ώρες και κάτι, είναι σχετικά τακτοποιημένα και ευνοούν την αποφόρτιση. Η είσοδος του Νταρθ είναι πάντα υποβλητική, η φιγούρα του bigger than life, η μουσική υπόκρουση του Τζον Γουίλιαμς η καλύτερη φόδρα στο ύφασμα του μύθου. Κάποτε, όμως, το κόκκινο φωτόσπαθο σβήνει μπροστά στην αρχή της πραγματικότητας που μοιράζει τα καλύτερα χαρτιά στους «καλούς». Ναι, είναι αδυσώπητη η κοινωνία του θεάματος. Και προσφέρει περισσότερες ευκολίες απ’ όσες μπορούμε να καταναλώσουμε. Ευτυχώς, όμως, από μία έννοια, το Καλό και το Κακό θα συνεχίσουν να κονταροχτυπιούνται κάπου μακριά και ερήμην μας, χωρίς να αμφισβητούν κατ’ ελάχιστο το χάος του κόσμου μέσα στο οποίο είμαστε ριγμένοι.

Με αφορμή τον θάνατο του Ντέιβιντ Πρόουζ, του ηθοποιού που φορούσε τη στολή του Νταρθ Βέιντερ. Ενας «ρόλος» που ήταν μια μάσκα. Και ένα προσωπείο που ήταν η αναγνώριση μιας ζωής.
Συμβαίνει μόνο σε σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες, απ’ όπου το Κακό διαχέεται στη συναισθηματική γεωγραφία της ποπ κουλτούρας. Αργά ή γρήγορα το αποδέχεσαι – «άσε το Κακό να μπει» – διατηρώντας ως βαλβίδα εκτόνωσης τον πραγματικό κόσμο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο