Μα πώς έγινε; Πώς είναι δυνατόν; Πώς πέσαμε τόσο έξω; Αυτό αναρωτιόντουσαν το πρωί της 9ης Νοεμβρίου του 2016 οι περισσότεροι διανοούμενοι της μεγαλύτερης δημοκρατίας του κόσμου. Το αδιανόητο είχε συμβεί, ο Τραμπ είχε νικήσει. Τι να έφταιξε άραγε, το Βιετνάμ, ο καπιταλισμός, η ψηφιακή επανάσταση;

Η Βίβιαν Γκόρνικ έχει τη δική της θεωρία. Οπως γράφει η 85χρονη αμερικανίδα φεμινίστρια, συγγραφέας και κριτικός στο New York Review of Books, όλα ξεκίνησαν με τα απελευθερωτικά κινήματα των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Οι μαύροι, οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι, διεκδικούσαν επιτέλους την πολιτική και κοινωνική ισότητα που η Αμερική τούς είχε αρνηθεί. Ηταν μερικές εκατοντάδες, σύντομα θα γίνονταν χιλιάδες και μετά εκατομμύρια. Ποιος θα μπορούσε να τους αντιταχθεί;

Και τότε εμφανίστηκε η Φίλις Σλάφλι. Η Σιδηρά Κυρία των Ρεπουμπλικανών, την οποία υποδύθηκε φέτος η Κέιτ Μπλάνσετ στη σειρά «Mrs America», πίστευε ότι ο φεμινισμός ήταν ο Αντίχριστος. Ηθελε να απαγορευτούν οι αμβλώσεις. Θεωρούσε ότι οι νόμοι που περιόριζαν τις ώρες που μπορεί να δουλεύει μια γυναίκα ήταν μια χαρά. Και οι θέσεις της αυτές βρήκαν ανταπόκριση σε εκατομμύρια γυναίκες. Πολύ γρήγορα γεννήθηκε ένα κίνημα των αξιών. Μέσα σε είκοσι χρόνια υπήρχαν Ευαγγελικοί παντού και στον Λευκό Οίκο γίνονταν Πρωινά Εθνικής Προσευχής.

Ο Τόμας Φρανκ δεν θα έπρεπε λοιπόν να αναρωτιέται στο βιβλίο του «Τι συμβαίνει με το Κάνσας;» (2004) γιατί οι αγρότες και οι εργάτες ψηφίζουν κατά των συμφερόντων τους. Το αντίθετο συμβαίνει. Γιατί αυτό που βαραίνει στην ψήφο τους δεν είναι τα οικονομικά συμφέροντα, αλλά η ανησυχία τους μήπως η δημοκρατία δεχθεί στους κόλπους της εκείνους που έχουν διαφορετικό δέρμα ή σεξουαλικό προσανατολισμό από αυτούς.

Αλλωστε τα μέλη αυτής της white working class δεν είναι ιδιαίτερα φτωχοί. Μπορεί να είδαν μέσα σε μια γενιά τις καλοπληρωμένες δουλειές τους να εξαφανίζονται, μπορεί να πληρώνουν το κόστος των οξυνόμενων ανισοτήτων, αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από τους περισσότερους Αμερικανούς – και σίγουρα τους μη λευκούς. Το πρόβλημά τους, που εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Τραμπ, είναι περισσότερο πολιτισμικό παρά οικονομικό.

Αποικία

Και υπήρχε ήδη από την εποχή που η Αμερική ήταν αποικία. Οι λευκοί αφέντες ζούσαν με τον τρόμο ότι οι σκλάβοι θα εξεγείρονταν και θα τους άρπαζαν την εξουσία ή ότι οι Ινδιάνοι που είχαν εκδιωχθεί από τη γη τους θα έπαιρναν την εκδίκησή τους. Επρεπε να αμυνθούν τόσο απέναντι στη Βρετανική Αυτοκρατορία που ήθελε να εμποδίσει την ανεξαρτησία των σκαπανέων της Αγριας Δύσης όσο και εναντίον του Αλλου, των κάθε λογής βαρβάρων, των μαύρων και των Ινδιάνων. Οταν λοιπόν το νεαρό έθνος έγινε ανεξάρτητο, προσδιόρισε δια νόμου ποιος ήταν ο επίλεκτος λαός: οι λευκοί άνδρες. Μόνο εκείνοι μπορούσαν να αποκτήσουν την αμερικανική υπηκοότητα.

Τι συνέβη στη συνέχεια; Υστερα από κάθε περίοδο φυλετικής προόδου, λέει η γαλλίδα ιστορικός Σιλβί Λοράν στο περιοδικό L’Obs, ξεσπούσε πάντα μια εθνικολαϊκιστική αντίδραση (backlash ή whitelash), βασισμένη στη θυματοποίηση των λευκών. Επρεπε να το περιμένουμε λοιπόν να συμβεί και μετά την οκταετία του Ομπάμα. Και αν δεν υπήρχε η πανδημία, το φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια εύκολη επανεκλογή του Τραμπ. Κι ας μην εκπλήρωσε καμιά υπόσχεσή του ο τελευταίος απέναντι στους λευκούς εργάτες της βιομηχανικής καρδιάς της Αμερικής. Κι ας τους κατέστησε ακόμη πιο ευάλωτους με τις επιθέσεις του στο Obamacare. Ηταν αρκετό ότι τους έδωσε πίσω τη νοσταλγία της παλιάς Αμερικής.

Το μοιραίο του λάθος όμως – αν και πρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε τις λέξεις με προσοχή – ήταν η αδιαφορία του για τον κορωνοϊό, που έφερε με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια κάτι που όλοι ήξεραν, αλλά οι μισοί δεν ήθελαν να το πιστέψουν: ότι το μόνο που τον νοιάζει είναι ο εαυτός του και μερικοί ακόμη άνθρωποι. Ο Τραμπ δεν απεχθάνεται μόνο τους ισπανόφωνους, τους μαύρους, τους δημοκρατικούς θεσμούς και την επιστήμη. Χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη ενσυναίσθησης. Ο αντίπαλός του, αντίθετα, μπορεί να μη διαθέτει χάρισμα, μπορεί να έχει πολλά μειονεκτήματα, αλλά έχει ειλικρινή συναισθήματα. Και αυτό φαίνεται. Μένει να επιβεβαιωθεί ότι θα του δώσει και τη νίκη.

Αντιδιανοουμενισμός

«Η βαθιά Αμερική, όπου ζουν άνθρωποι που είναι συχνά φονταμενταλιστές από θρησκευτική άποψη, ναταλιστές στο οικογενειακό πεδίο, απομονωτιστές στην εξωτερική πολιτική και συντηρητικοί στην οικονομία, χαρακτηριζόταν πάντα από μια υπόγεια εξέγερση εναντίον όλων αυτών των επώδυνων εκδηλώσεων των σύγχρονων μαρτυρίων μας». Αυτά έγραφε ο αμερικανός ιστορικός Ρίτσαρντ Χοφστάντερ στο περίφημο βιβλίο του «Ο αντιδιανοουμενισμός στην αμερικανική ζωή», που κυκλοφόρησε το 1963.

Ηταν μια περίοδος που ο Τζον Κένεντι αξιοποιούσε στο έπακρο σε θέσεις-κλειδιά διανοούμενους και τεχνοκράτες. Οπως επισημαίνει όμως, έξι δεκαετίες αργότερα, ο συγγραφέας Ντάγκλας Κένεντι, ο Χοφστάντερ ήξερε ότι η δυσπιστία των Αμερικανών απέναντι στη γνώση είναι βαθιά ριζωμένη. Μπορεί η Αμερική να φιλοξενεί τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, μπορεί η λογοτεχνία της, ο κινηματογράφος της και η μουσική της να λάμπουν, αλλά παραμένει μια χώρα που το 70% των πολιτών της πιστεύει στον Θεό και το 48% των πιστών της πιστεύει στους αγγέλους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο