«Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν…» σκέφτονται πλέον οι περισσότεροι όποτε ακούνε για τους γιορτασμούς του 1821. Με το δίκιο τους. Η πανδημία-τραγωδία του σήμερα μας έχει απορροφήσει, δεν αφήνει περιθώριο για αναστοχασμούς και για νοσταλγικότητα. Γνώμη μου είναι ότι τα κεφάλαια της επιτροπής «Ελλάδα 2021» θα έπρεπε να έχουν ήδη διατεθεί σε όσους βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Στο νοσηλευτικό προσωπικό, στους εργαζόμενους στα σουπερμάρκετ, στις συγκοινωνίες, στην καθαριότητα. Δεν είναι λαϊκισμός – αλίμονο! – να τιμάς έμπρακτα εκείνους που αποδεικνύονται σε έναν εντελώς διαφορετικό πόλεμο αντάξιοι των προγόνων τους. Κι ας μη φοράνε φουστανέλλα αλλά άσπρη μπλούζα ή στολή.

Το βιντεοκλίπ που κυκλοφόρησε για τα διακοσιοστά μας εθνικά γενέθλια κίνησε ομολογουμένως το ενδιαφέρον. Το παρουσίασε η κύρια Γιάννα Αγγελοπούλου λέγοντας ότι επέλεξαν το «Ας κρατήσουν οι χοροί» του Διονύση Σαββόπουλου διότι περιγράφει μοναδικά το κοινό μας ταξίδι, κατά το οποίο ο δεσμός μας πύκνωσε και οι παρέες μας έγραψαν και γράφουν Ιστορία.

Οι πιο πολλές αντιδράσεις, όπως εκφράστηκαν στον Τύπο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στάθηκαν από αρνητικές μέχρι χλευαστικές. «Ωστε λοιπόν αυτή είναι η Ελλάδα; Καλοθρεμμένες ολόλευκες φατσούλες που λικνίζονται στο Στάδιο, ακκίζονται και ερωτοτροπούν γύρω από τα μάρμαρα;» έγραψε κάποιος. «Δεν έχουν δει οι κατασκευαστές του βιντεοκλίπ τους Αφροέλληνες της Κυψέλης, τους ράπερ των Δυτικών Συνοικιών; Δεν έχουν πάρει χαμπάρι πώς ονειρεύεται, πώς εξεγείρεται η νέα γενιά; Να μη μιλήσουμε για τους στίχους του Σαββόπουλου, για το μανιφέστο μιας παρωχημένης και αντιπαθητικής εθνικοφροσύνης. Ορθοδοξίες και αρχαιότητες, ναρκισσισμός του στεκιού και της παρέας, ό,τι ακριβώς χρεωκόπησε και μας πήρε στον λαιμό του το 2010!».

Δεν εντάσσω το «Ας κρατήσουν οι χοροί» στα καλύτερα του Σαββόπουλου. Χίλιες φορές προτιμώ τη «Θανάσιμη Μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» και βέβαια το αριστούργημα «Ζεϊμπέκικο» με τη φωνή της Μπέλλου.

Οταν ωστόσο πρωτοπαίχτηκαν οι «Χοροί» ήχησαν επαναστατικοί και μόνο λόγω ρυθμού. Οι καλαματιανοί και οι τσάμικοι είχαν κατασυκοφαντηθεί από τη χούντα. Τους άκουγες και φανταζόσουν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο να τσουγκρίζει πασχαλινά αβγά σε στρατώνες. Ο ιδεολογικά κυρίαρχος κατά τη Μεταπολίτευση ξύλινος μαρξισμός απαξίωνε πλήρως την πατρίδα και τη μεταφυσική πίστη, ακόμα δε και τα πρόσωπα – τον Τάσο και την Ελενα του τραγουδιού – ως πρωταγωνιστές της Ιστορίας, μικρής και μεγάλης. Υπήρχες αποκλειστικά εντασσόμενος σε κάποιο κόμμα, στρατευόμενος στην ταξική πάλη. Στον κρατικισμό εξάλλου που επικρατούσε σε όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα αντιπαρέβαλε ο Σαββόπουλος την κοινοτική μας παράδοση. Υπενθύμισε τα αυτόνομα μες στην τουρκοκρατία μέρη, όπου κρατήθηκε η φλόγα του ρωμαίικου ζωντανή.

Ναι, οι «Χοροί» σημάδεψαν την εποχή τους. Κοντεύουν όμως πια σαράντα χρόνια. Τα πάντα σχεδόν γύρω και μέσα μας έχουν αλλάξει. Δεν βρήκε η επιτροπή τίποτα φρεσκότερο για υπόκρουση των γενεθλίων της Ελλάδας;

Οχι. Ψάξτε κι εσείς. Δεν πρόκειται να ανακαλύψετε ούτε ένα άξιο λόγου τραγούδι που να μιλάει για το έθνος, τον λαό, τους πολιτικούς έστω αγώνες. Στα συλλαλητήρια ανακρούεται ακόμα Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Μαρκόπουλος, τα ίδια θούρια που δονούσαν τους γονείς, ίσως και τους παππούδες μας. Με τι πιο πρόσφατο να διαδηλώσεις; Με το «Αυτή που περνάει» του Φοίβου Δεληβοριά; Ή με το «Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα»; Προ δεκαετίας, διάφοροι έντεχνοι αποπειράθηκαν να συνθέσουν τον ύμνο του αντιμνημονιακού αγώνα. Τα αποτελέσματα υπήρξαν κωμικοτραγικά. Πιο κιτς κι απ’ το μνημείο των «Νεκρών της ΕΡΤ».

Εχουν κλειστεί οι καλλιτέχνες στον μικρόκοσμό τους; Τους συγκινούν τα ιδιωτικά τους μόνο πάθη; Κι όταν μιλούν για το συλλογικό, το κάνουν μηχανιστικά, ανέμπνευστα;

Η απάντηση μπορεί και να ‘ναι διαφορετική. Ισως να μη χρειαζόμαστε πλέον επικές – ήτοι στρογγυλεμένες, «καθαρές» – εθνικές αφηγήσεις.

«Τι είσαι εσύ τέλος πάντων;» ρώτησα πρόσφατα τη δεκάχρονη κόρη μου. «Αθηναία; Κερκυραία από τη μάνα σου; Ελληνίδα; Ευρωπαία;». «Ο,τι μού αρέσει από εδώ κι από εκεί το παίρνω» γέλασε. «Και συναρμολογώ έτσι το δικό μου παζλ!». Το ανάλογο έκανε η προγιαγιά της στη Σμύρνη. Επαιζε ιταλικές καντσονέτες στο μαντολίνο, μελετούσε γαλλικά, είχε μια κολλητή Αρμένισσα δίχως να αισθάνεται καμία ανασφάλεια για τη δική της εθνική ταυτότητα. Ωσπου ήρθε στην «παλιά Ελλάδα» και την είπαν παστρικιά…

Γιατί να έχουμε ανάγκη να ευθυγραμμιστούμε με κάποιο ένδοξο παρελθόν, που θα μας το σερβίρει πανηγυρικά η επιτροπή του 1821 ή οι ανασκαφείς της Αμφίπολης;

Ο,τι ελληνικό άντεξε στους αιώνες κυλάει έτσι κι αλλιώς στο αίμα μας. Οχι επειδή το έχουμε γονιδιακά κληρονομήσει αλλά διότι φωτίζει κάθε μας στιγμή. Σηκώστε τα μάτια από την οδό Πατησίων. Θα αντικρίσετε τον Παρθενώνα. Κοιτάξτε εκείνη που περνάει δίπλα σας. Είναι μία ζωντανεμένη Καρυάτιδα. Ή μια Μπουμπουλίνα του σήμερα και του αύριο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο