Αδυνατούμε ως κοινωνία να ομοφωνήσουμε ακόμα και για το οφθαλμοφανές. Για ό,τι διαδραματίζεται εμπρός στα μάτια μας και καταγράφεται από δεκάδες κάμερες.

Με την αναγγελία της δικαστικής απόφασης από τα μεγάφωνα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, οι μεν διέκριναν τους μπαχαλάκηδες να αποπειρώνται να αμαυρώσουν τη στιγμή. Οι δε είδαν την αστυνομία να επιτίθεται απρόκλητα στο πλήθος, χωλωμένη – ισχυρίζονται – που οι χρυσαυγίτες καταδικάστηκαν. Ο Γιάνης βέβαια το μόνο που συνεκράτησε ήταν ότι ένας ένστολος του κακομίλησε. Ετσι συμβαίνει μονίμως στον Γιάνη, σε Αθήνα και Παρίσι, ιδίως όποτε έχουμε ψιλοξεχάσει τη χαρισματική ύπαρξή του.

Ξεκίνησε – μέσα στον θρίαμβο της Δικαιοσύνης – ο λασποπόλεμος. Ανασύρθηκαν εκατέρωθεν δηλώσεις, «εσείς κλείνατε το ματάκι στους ναζί!» – «όχι, οι δικοί σας τους παρείχαν ασυλία!». «Μόνο η Αριστερά έχει πάντα σταθεί απέναντι στον φασισμό!» αναφώνησε μια κυρία που έχει ανάγκη υπαρξιακή να περνιέται για Πασιονάρια κι ας μη σκαμπάζει ντιπ και ας όφειλε να ξέρει, λόγω ηλικίας, ότι οι δυο μεγάλοι του αντιδικτατορικού αγώνα, ο Αλέκος Παναγούλης και ο Σπύρος Μουστακλής, πόρρω απείχαν από το να είναι αριστεροί… «Αμα δεν καταδικαστούν οι δολοφόνοι της «Μαρφίν», εγώ δεν θα ηρεμήσω» ξίνισε ένας κύριος – πώς να τον αφήσουν οι παρωπίδες του να διακρίνει ότι η προχθεσινή ετυμηγορία ανοίγει τον δρόμο για να τσακιστεί το κακό όποιο ιδεολογικό άλλοθι και αν φέρει;

Μαθημένη από τέτοια μία χώρα όπου πριν τελειώσει η Κατοχή είχε ήδη ξεκινήσει ο Εμφύλιος…

Μπήκαν στο στόχαστρο έπειτα καλλιτέχνες του θεάματος, οι οποίοι είχαν τηρήσει στάση επαμφοτερίζουσα. (Ελειπε περιέργως από τη λίστα της ντροπής ο λαϊκός τραγουδιστής που είχε ξεκάθαρα δηλώσει χρυσαυγίτης). Δημοσιογράφοι που είχαν φιλοξενήσει τον Μιχαλολιάκο και τους βεληγκέκες του στις εκπομπές τους.

Απέφυγαν οι καταγγελόμενοι να απαντήσουν. Τι να πουν; Οτι «όσοι σήμερα λυσσάτε, στα δύσκολα χρόνια ποιούσατε την νήσσαν, αφού οι ήρωες – εκείνοι που αληθινά αντιστέκονται – είναι πάντα ευγενικοί, κάνουν πως τάχα λεπτομέρειες δεν θυμούνται…» όπως θαυμάσια το γράφει ο Νίκος Γκάτσος; Ή να επικαλεστούν ως ελαφρυντικό την τηλεθέαση; «Τα νούμερα, ξέρετε, είναι αδέκαστα. Αν δεν γεμίζεις το ταμείο, ο επιχειρηματίας σε πετάει σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι. Και η Χρυσή Αυγή έφερνε τότε νούμερα. Κι εμείς – με το συμπάθιο – είμαστε πρώτα επαγγελματίες κι έπειτα πολίτες. Εσείς όχι;».

Εφερνε η Χρυσή Αυγή νούμερα. Κυρίως και δυστυχέστερα στις κάλπες. Καλούν κάποιοι τους πεντακόσιες χιλιάδες ψηφοφόρους της να αυτομαστιγωθούν, ει δυνατόν δημόσια. Κανείς δεν θα αυτομαστιγωθεί, λυπάμαι. Ελάχιστοι θα μετανοήσουν βουβά. Ακόμα πιο ελάχιστοι θα υπερασπιστούν την τότε ψήφο τους. Οι συντριπτικά περισσότεροι την έχουν ήδη διαγράψει από τη μνήμη τους. «Το έριξα εγώ στη Χρυσαυγή; Μα τι λες; Με μπερδεύεις με άλλον»!

Ζητούμενο την επαύριο της δικαίωσης δεν αποτελεί να αλληλοφαγωθούμε για το ποιος είναι πιο αντιφασίστας. Μα να αναστοχαστούμε. Να συνειδητοποιήσουμε ότι κατά την περασμένη δεκαετία η δημοκρατία μας κλυδωνίστηκε, κινδύνεψε. Να αναρωτηθούμε πώς μία συμμορία ενδυόμενη τον μανδύα του πολιτικού κόμματος έφτασε τρίτη δύναμη στο Κοινοβούλιο. Τι οφείλουμε να κάνουμε για να μην επαναληφθεί ποτέ τέτοια ντροπή.

Δύο είναι – πιστεύω – τα εμβόλια της δημοκρατίας.

Αφενός το κοινωνικό δίχτυ ασφάλειας. Σε φάσεις βαθιάς οικονομικής κρίσης, κανείς να μην εγκαταλείπεται αβοήθητος από την πολιτεία να γκρεμιστεί στην εξαθλίωση. Στις περιοχές όπου σάρωνε η Χρυσή Αυγή είχε προηγουμένως σαρώσει η φτώχεια. Εκείνος που χάνει τη δουλειά του και απειλείται να μείνει και άστεγος, μετράει τα εικοσαράκια και περιμένει να απομεσημεριάσει για να πάει στη λαϊκή αγορά, είναι εξ’ αντικειμένου ευάλωτος σε δηλητηριώδη καλοπιάσματα. Σε υποκριτικές χειρονομίες αλληλεγγύης. Εάν η δημοκρατία σε ξεχάσει – ή αν σε χώσει κάτω απ’ το χαλί – θα σε θυμηθούν νομοτελειακά οι εχθροί της.

Αφετέρου η παιδεία. Το άνοιγμα των οριζόντων, ψυχικών και διανοητικών. Το ξερίζωμα προκαταλήψεων και προλήψεων, οι οποίες θεριεύουν σε περιβάλλον άγνοιας. Σε γκρίζες τάξεις, με δάσκαλους που ροκανίζουν απλώς το οκτάωρο και καταντούν τη γνώση πληκτική, σοβαροφανή σαν τα μούτρα τους, επωάζονται τα αβγά του φιδιού. Γιατί; Διότι τα παιδιά έχουν ανάγκη κάπου να πιστέψουν. Εάν δεν τους εμπνεύσει το ωραίο – έτσι όπως τους σερβίρεται αποχυμωμένο, μπαγιάτικο – θα στραφούν στο φρικτό. Θέλετε να αντιπαθήσετε τη δημοκρατία; Διδαχθείτε τον «Επιτάφιο» του Θουκυδίδη από έναν φιλόλογο ο οποίος βαριέται, κοιτάει το ρολόι του, κρατάει δυνάμεις για το απογευματινό του ιδιαίτερο. Στην παιδεία δεν υπάρχουν γκρίζες ζώνες. Οποιος δεν την προάγει, την υπονομεύει.

Να γιορτάσουμε τον θρίαμβο της δικαιοσύνης – το αξίζει και το αξίζουμε – πόσο καιρό είχαμε να πλημμυρίσουμε από συλλογική χαρά; Να αντιληφθούμε όμως συνάμα ότι ο φασισμός είναι αρρώστια αυτοάνοση. Αναπτύσσεται από το ίδιο το σώμα της κοινωνίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο