Σε όλη τη διάρκεια της πανδημίας, ένας διαρκής φόβος στοίχειωνε τους πλέον ευάλωτους πληθυσμούς του πλανήτη. Εκατομμύρια άνθρωποι, εκτοπισμένοι από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, παρακολουθούσαν με ανησυχία την Ευρώπη και τη δύση να υποφέρουν από τον αριθμό των κρουσμάτων που έφερνε στα όριά τους τα συστήματα υγείας του πρώτου κόσμου. Είδαν κινητά νοσοκομεία να στήνονται στις πρωτεύουσες. Κυβερνήσεις να λυγίζουν από το πρωτόγνωρο βάρος. Ο αναπτυσσόμενος κόσμος να προσφέρει βοήθεια στον ανεπτυγμένο, όπως συνέβη στην περίπτωση των γιατρών που έφτασαν στην Ευρώπη από την Κούβα.

Ήταν αναπόφευκτο η εξάπλωση να φτάσει και σε εκείνους που είχαν μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν τις επιπτώσεις της. Και τώρα, που δεύτερα και τρίτα κύματα κοροναϊού μαστίζουν όλο τον πλανήτη, οι χειρότεροι φόβοι γίνονται πραγματικότητα. Αρκετούς μήνες μετά το ξέσπασμα της υγειονομικής κρίσης, ο ιός έχει παρεισφρήσει στους πληθυσμούς των προσφύγων και των εσωτερικά εκτοπισμένων ατόμων, εντός των οποίων ο περιορισμός της εξάπλωσής του είναι σχεδόν αδύνατος. Έως και 15 εκατ. άνθρωποι σε όλη την περιοχή, πολλοί εκ των οποίων ήδη κινδυνεύουν από ασθένειες, πλέον αντιμετωπίζουν τη ραγδαία εξάπλωση του κοροναϊού στις κοινότητές τους.

Ένα επικίνδυνο κοκτέιλ

Οι αριθμοί των λοιμώξεων σε καταυλισμούς του Ιράκ, της Συρίας, του Λιβάνου και των παλαιστινιακών εδαφών έχουν αυξηθεί ταχύτατα εντός του Σεπτεμβρίου. Η αύξηση των λοιμώξεων έχει αρχίσει να ξεπερνά εκείνη που παρατηρείται σε χώρες πολύ καλύτερα προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν την επόμενη μέρα. Οι συνωστισμένες συνθήκες ζωής στους χώρους εγκατάστασης προσφύγων, οι περιορισμένες εγκαταστάσεις υγιεινής, ιατρικής φροντίδας και η ελλιπής εκπαίδευση για τους κινδύνους του κοροναϊού αποτελούν επικίνδυνο κοκτέιλ καθώς ο χειμώνας βρίσκεται προ των πυλών.

Πανδημία φτώχειας

Οι άμεσες επιπτώσεις του κοροναϊού προβληματίζουν την υπηρεσία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες (UNHCR). «Αυτό προκαλεί και μια πανδημία φτώχειας, που θα καταλήξει σε σοβαρούς κινδύνους προστασίας», εξηγεί η Ρούλα Αμίν, τοπική εκπρόσωπος τύπου του οργανισμού. «Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ταΐσουν τα παιδιά τους ή να τα στείλουν στο σχολείο. Υπάρχουν προβλήματα με πρόωρους γάμους, παιδική εργασία. Υπάρχει και μια οικονομική κρίση, που βαθαίνει όλο και περισσότερο και που θα έχει σοβαρές μακροχρόνιες επιπτώσεις».

«Και φυσικά, πολλοί πρόσφυγες έχουν προβλήματα υγείας, ενώ οι δυνατότητες για παροχή περίθαλψης στις κοινότητες υποδοχής ήδη είναι περιορισμένες. Αυτές οι δυνατότητες θα δεχτούν αφόρητες πιέσεις αν η έξαρση ενταθεί ακόμη περισσότερο. Πώς θα καταφέρουν να τους θεραπεύσουν και να εξυπηρετήσουν τόσο μεγάλους αριθμούς κρουσμάτων;»

Η Αμίν επισημαίνει ότι ο αριθμός των τοπικών λοιμώξεων κοροναϊού μεταξύ των προσφύγων που παρακολουθεί ο οργανισμός, προσεγγίζει τις 1.000. Φόβος τους είναι ότι η περιορισμένη δυνατότητα καταγραφής συνεπάγεται ότι τα πραγματικά νούμερα είναι πολύ μεγαλύτερα.

Αγωνιούν οι ανθρωπιστικές οργανώσεις

Ο συνδυασμός παραγόντων έχει προβληματίσει βαθιά τους επικεφαλής των ανθρωπιστικών οργανισμών. Η βορειοδυτική Συρία, όπου έως και 4 εκατ. άνθρωποι, πολλοί εκ των οποίων εσωτερικά εκτοπισμένοι, στοιβάζονται σε μια γωνιά της χώρας τους που έχει ισοπεδωθεί από τον πολυετή πόλεμο, αντιμετωπίζεται ως ένα από τα σημεία του πλανήτη που κινδυνεύουν περισσότερο.

«Σχεδόν 10 χρόνια συγκρούσεων έχουν καταστρέψει το σύστημα υγείας, καθιστώντας ακόμη και τη βασική περίθαλψη απροσπέλαστη για πολλούς – πόσο μάλλον την περίθαλψη για κοροναϊό», τονίζει η Μίστι Μπάσγουελ, διευθύντρια υπεράσπισης και πολιτικής της Διεθνούς Επιτροπής Διάσωσης για τη Μέση Ανατολή, μιλώντας στον Guardian. «Περισσότερο από το 65% του πληθυσμού έχει εγκαταλείψει το σπίτι του εξαιτίας των συγκρούσεων, και ζει σε συνωστισμένα camps και εγκαταστάσεις, εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης, όπου η τήρηση αποστάσεων είναι αδύνατη».

«Με τον χειμώνα να έρχεται τους επόμενους μήνες, είναι επείγον να περιορίσουμε το τρέχον ξέσπασμα της νόσου και να θέσουμε την κατάσταση υπό έλεγχο, πριν φτάσει σε καταστροφικά επίπεδα».

«Στη βορειοδυτική Συρία, τα κρούσματα αυξάνονται δραματικά. Φοβόμαστε ότι είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου σε σχέση με το πραγματικό εύρος του προβλήματος. Η διαθεσιμότητα των τεστ είναι ανεπαρκής, και μέχρι στιγμής έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά λιγότερα από 9.000. Όμως η απουσία τεστ είναι μόνο μία από τις πολλές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η βορειοδυτική Συρία».

Αυτοσχέδιες μάσκες και απολυμάνσεις των σκηνών

Με τα χρήματα της ανθρωπιστικής βοήθειας να εξαντλούνται, οι κοινότητες αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα στρεφόμενες στο εσωτερικό τους. «Φτιάχνουμε μάσκες με ραπτομηχανές και αποστειρώνουμε τις σκηνές όσο πιο συχνά μπορούμε», δήλωσε στον Guardian ο Ιμπραήμ Ντάργουιτς, ένας ηλικιωμένος στην ανεπίσημη κοινότητα της επαρχίας Ιντλίμπ, στα νότια των συνόρων με την Τουρκία. «Μας λένε ότι η λύση είναι το σαπούνι, αλλά μην ξεχνάτε ότι πολλοί άνθρωποι δεν έχουν αρκετά χρήματα ούτε για αυτό, και σίγουρα δεν υπάρχει τρόπος να απομονωθούμε αν αρρωστήσουμε. Πολιτισμικά, ούτως ή άλλως υπάρχει πρόβλημα με αυτό».

Τα camps στην Ιντλίμπ για τους εσωτερικά εκτοπισμένους κατοικείται περίπου από το 20% εκείνων που έχουν ταξιδέψει από οποιοδήποτε μέρος της χώρας προς το τελευταίο οχυρό των αντιφρονούντων προς την κυβέρνηση. Τα νοσοκομεία της περιοχής έχουν καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία πέντε χρόνια, από συριακά και ρωσικά αεροσκάφη. Οι υπόλοιπες εκτοπισμένες κοινότητες της χώρας ζουν σε ανεπίσημους οικισμούς, όπου η κατάσταση της κοινοτικής υγείας και ευημερίας είναι ακόμη πιο δύσκολο να διαπιστωθεί.

Αυτού του είδους ο έλεγχος παραμένει δύσκολος και για άλλα τμήματα της περιοχής: Στα βορειοανατολικά της Συρίας, όπου μεγάλες ομάδες Κούρδων ξέφυγαν από την τουρκική εισβολή πέρσι τον Οκτώβριο, και αμέσως μετά τα σύνορα με το Ιράκ, όπου οι Γιεζίντι εξακολουθούν να ζουν σε αντίσκηνα στον κουρδικό βορρά, περισσότερα από έξι χρόνια μετά την απόπειρα γενοκτονίας από τον ISIS. Ακόμη πιο νότια, περίπου 300.000 κάτοικοι της Μοσούλης παραμένουν σε προσωρινές εγκαταστάσεις, αφού δεν μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Στα παλαιστινιακά εδάφη, μια κατάσταση που κάποτε θεωρούνταν διαχειρίσιμη, τρέπεται σε όλο και μεγαλύτερη πηγή αγωνίας.

«Μέχρι τον Ιούλιο, είχαμε λιγότερα από 200 επιβεβαιωμένα κρούσματα κοροναϊού μεταξύ των Παλαιστινίων στην περιοχή: Δυτική Όχθη, Γάζα, Συρία, Λίβανο και Ιορδανία», αναφέρει στον Guardian ο γενικός επίτροπος του UNRWA, Φιλίπ Λαζαρίνι. «Σήμερα έχουμε περισσότερα από 7.800 κρούσματα μεταξύ Παλαιστινίων προσφύγων και σχεδόν 800 θανάτους. Αυτές οι κοινότητες είναι οικονομικά ευάλωτες και πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένες. Αρκετοί ζουν καλύπτοντας μετά βίας τις βασικές τους ανάγκες, και είναι εργάτες του μεροκάματου. Πλέον ακούμε συχνά από Παλαιστίνιους πρόσφυγες ότι προτιμούν να κολλήσουν κοροναϊό παρά να πεθάνουν από την πείνα. Η ευαλωτότητά τους είναι οξεία».

Το UNHCR αναφέρει ότι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας θα είναι εξίσου οξείες. Σύμφωνα με την Αμίν: «Το 50% των κοριτσιών-προσφύγων κινδυνεύουν να μην επιστρέψουν στο σχολείο».

Επιπλέον, όπως εξηγεί στον Guardian: «Υπάρχουν υψηλά επίπεδα εγρήγορσης μεταξύ των προσφύγων, που κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να μην κολλήσουν τον ιό. Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ποιο είναι το διακύβευμα, όμως υπάρχουν πραγματικές προκλήσεις στις συνωστισμένες εγκαταστάσεις. Υπάρχουν προβλήματα με τη διαθεσιμότητα των τεστ, με τον προστατευτικό εξοπλισμό, με τη χωρητικότητα των νοσοκομείων, με τη σωστή διατροφή».

Η Σούχα Ναιτζάρ, εκτοπισμένη Ιρακινή στα βόρεια της Μοσούλης, λέει στον Guardian ότι ο άνδρας της μολύνθηκε τον Ιούλιο και διακομίστηκε σε κοντινό νοσοκομείο. «Αν είχε μείνει, θα είχα κολλήσει κι εγώ – και θα το έκανα πρόθυμα», λέει. «Είναι χειρότερο να χωρίζονται οι οικογένειες, παρά να πεθαίνουν μαζί».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο