Στις 20 Ιουλίου του 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δυνάμεως και με πρόσχημα το πραξικόπημα ελληνικών μονάδων εναντίον του νόμιμου προέδρου της Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η απόβαση (επιχείρηση «Αττίλας Ι») έγινε εύκολα και χωρίς σοβαρή αντίσταση, αφού οι ακτογραμμές της Κερύνειας και της Καρπασίας ήταν αφύλακτες. Τα ελληνικά στρατεύματα στην Κύπρο ελέγχονταν από τη στρατιωτική χούντα που κυβερνούσε την Ελλάδα, και αυτή είχε αποσύρει τις ελληνικές μονάδες από την ακτή και τις είχε μετακινήσει στη Λευκωσία. Στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε μία γενική επιστράτευση – φιάσκο, ενώ η χούντα αδρανοποίησε και μάλιστα παρεμπόδισε την παρέμβαση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στην Κύπρο.

Στις 23 Ιουλίου η χούντα κατέρρευσε και εκλήθη από το Παρίσι ο πρώην πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ταυτόχρονα οι ΗΠΑ επέβαλαν εκεχειρία και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των Τούρκων προσωρινώς σταμάτησαν. Στη Γενεύη αποστέλλεται ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μαύρος και ξεκινούν διαπραγματεύσεις με την τουρκική αντιπροσωπεία. Αλλά μεσούσης της διαπραγμάτευσης και εντελώς αιφνιδιαστικά η Τουρκία στις 14 Αυγούστου εξαπολύει νέα επίθεση (επιχείρηση «Αττίλας ΙΙ»). Οι διαπραγματεύσεις καταρρέουν και ο Καραμανλής το ίδιο βράδυ εξαγγέλλει την αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Κρίνοντας εκ των υστέρων η απόφαση ήταν ασφαλώς λάθος, διότι στερούσε την Ελλάδα από την τεχνική δυνατότητα να αξιοποιήσει τη θέση της στο ΝΑΤΟ ώστε να μεταφέρει την κυπριακή τραγωδία στο κέντρο της Συμμαχίας και να επιδιώξει την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων μπλοκάροντας π.χ. κάθε απόφαση της Συμμαχίας μέχρι να λυθεί το πρόβλημα. Επίσης η ελληνική πλευρά περιήλθε σε θέση αιτούντος όταν ήδη από το 1975 έθεσε η ίδια θέμα επιστροφής της στη Συμμαχία, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να θέσουν βέτο σε μία τέτοια προοπτική. Οταν τελικώς η Ελλάδα επέστρεψε στο ΝΑΤΟ το 1980, παρέμειναν εκκρεμή τα όρια του επιχειρησιακού ελέγχου του στρατηγείου της Λάρισας και του αεροπορικού και ναυτικού ελέγχου της νοτιοανατολικής πτέρυγας.

Αλλά όποιος έχει ζήσει το κλίμα των ημερών, γνωρίζει ότι η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ αποφασίστηκε γιατί η ολόκληρη η ελληνική κοινωνία είχε διαποτιστεί από μένος εναντίον του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ που δεν απέτρεψαν την τουρκική εισβολή και δεν παρενέβησαν έστω και εκ των υστέρων για να την αναιρέσουν. Και αυτό το κλίμα μπορούσε τότε, πάρα πολύ εύκολα, να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση και ανατροπή της συνολικής γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδος, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πολυετής δυσλειτουργία της Συμμαχίας μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου ήταν εξαιρετικά προβληματική. Αλλά ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας της συμμαχικής ηγεσίας να επιλύσει μία σοβαρή διαφορά μεταξύ δύο μελών της. Ασφαλώς το αδιάλλακτο μέρος ήταν η Τουρκία, η οποία είχε πραγματοποιήσει μία εισβολή μεσαιωνικού τύπου, με μαζικές δολοφονίες, βιασμούς, απαγωγές, καταστροφές και τελικά κατάληψη εδάφους τρίτου ανεξάρτητου κράτους, ουσιαστικά χωρίς καμία αντίδραση και καμία συνέπεια από πλευράς ΝΑΤΟ. Η βαθύτερη αιτία της μη αντίδρασης ήταν ότι η Τουρκία κατείχε σημαντική γεωστρατηγική θέση στη διάταξη των νατοϊκών δυνάμεων έναντι της Ρωσίας, την οποία δεν παρείχε ως δεδομένη στη Δύση.

Αν τότε υπήρξαν σοβαρά προβλήματα στη Συμμαχία, αντιλαμβάνεται κανείς ότι σήμερα μία άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση μεταξύ δύο μελών της μπορεί εύκολα να την οδηγήσει στην αποδόμησή της, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει πλέον το ανασχετικό ψυχροπολεμικό πλαίσιο. Ισως λοιπόν μία παρέμβαση του ΓΓ του ΝΑΤΟ στην πλευρά που επιδιώκει να αναιρέσει τις συνθήκες και το διεθνές δίκαιο να ήταν σωστική, όχι μόνον για την ειρήνη αλλά και για την ίδια τη Συμμαχία.

* Ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης. Από τις εκδόσεις Καπόν κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο Αρχοντας με τα πολλά πρόσωπα»

Γράψτε το σχόλιό σας