Την ώρα που η κυβέρνηση προσπαθεί να σταθμίσει τα δεδομένα και να εκτιμήσει εάν όντως υπάρχει περιθώριο για μια διαδικασία διαλόγου με την Τουρκία που δεν θα οδηγήσει σε νέα αδιέξοδο, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε την ιδιότυπη αμηχανία που αποτυπώνουν αρκετές τοποθετήσεις από τα αριστερά, αμηχανία που αποτυπώνει συχνά και τα όρια σχημάτων διαμορφώθηκαν στο παρελθόν και δεν αναλογούν πάντα στη νέα συγκυρία που διαμορφώνεται.

Από τον Εμφύλιο στο Κυπριακό

Ας μην ξεχνάμε ότι η τοποθέτηση των περισσότερων σχηματισμών της Αριστεράς διαμορφώθηκε στις αφετηρίες μετά τον Εμφύλιο και μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Η μετεμφυλιακή διάσταση έχει μεγάλη σημασία. Οι ηττημένοι του Εμφυλίου κατηγορήθηκαν από τους νικητές ως αντεθνικά στοιχεία ή «μιάσματα». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί που διέγραφαν πλήρως την πρωτοπόρα δράση της Αριστεράς στην Εθνική Αντίσταση, διαμόρφωσαν ένα ορισμένο αντανακλαστικό, σύμφωνα με το οποίο η Αριστερά έπρεπε να αποδείξει ότι ήταν πολύ πιο πατριωτική δύναμη από την «εθνική παράταξη».

Επιπλέον, ο τρόπος που αναδείχτηκε αρχικά το Κυπριακό, ως ένα αίτημα αντιαποικιακό και ως εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, επίσης τροφοδότησε μια τέτοια αντίληψη και κατεύθυνση (παραβλέποντας μάλιστα τον αντικομμουνισμό της ΕΟΚΑ). Κομβικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι είμαστε στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου και η Αριστερά πρωτίστως κατήγγειλε  το ρόλο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Αυτό σταδιακά διαμόρφωσε μια πάγια τοποθέτηση για το πώς το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ αποτελούν απειλή για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Η τοποθέτηση αυτή μπορεί να εντόπιζε πηγές της πραγματικότητα, όμως την ίδια στιγμή οδηγούσε και στην υποτίμηση άλλων παραμέτρων όπως για παράδειγμα τη σημασία των αντιθέσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες στην Κύπρο, ή το ρόλο που έπαιξαν και ελληνοκυπριακές πρωτοβουλίες στην κλιμάκωση της έντασης στη δεκαετίας του 1960.

Κυρίως, όμως, η κήρυξη της δικτατορίας το 1967, σε συνδυασμό με την σχέση των πραξικοπηματιών με κύκλους των αμερικανικών υπηρεσιών,την ανοχή των ΗΠΑ στο πραξικόπημα και βεβαίως το ρόλο της Χούντας των Αθηνών στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου που έδωσε το πρόσχημα για την εισβολή, διαμόρφωσαν ένα σχήμα που συνδύαζε τον προδοτικό ρόλο της Χούντας με την ευθύνη των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για την Εισβολή. Το σχήμα αυτό επέτρεπε η οργή για την Κυπριακή τραγωδία να αποκτά χαρακτηριστικά τοποθέτησης κατά του αμερικάνικού ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ.

Κομβική θα είναι εδώ και η σημασία της ρητορικής του ΠΑΣΟΚ. Το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου, που στη μεταπολίτευση καταγραφόταν ως αριστερή δύναμη και δη με στοιχεία ριζοσπαστισμού, ούτως ή άλλως είχε πάρει την επιλογή να θεωρήσει όχι μόνο το Κυπριακό αλλά και την αντιπαράθεση την Τουρκία ως τμήμα ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, κατά τρόπο ανάλογο των απελευθερωτικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο.

Με αυτό τον τρόπο το ΠΑΣΟΚ μπορούσε στη ρητορική του να συνταιριάζει παραδοσιακές «εθνικές» τοποθετήσεις, με τον αντι-ιμπεριαλισμό της Αριστεράς προσδίδοντας σε έναν ορισμένο «αντιτουρκισμό» στοιχεία ενός πολιτικού ριζοσπαστισμού. Μάλιστα, ήταν αυτό το στοιχείο που ήταν διακριτό σε σχέση και με το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ., που πάντα υπογράμμιζαν την ανάγκη σχέσεων φιλίας με τον τουρκικό λαό και προέκριναν στο Κυπριακό της λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Πιθανώς σε αυτό να συντελούσε και η αίσθηση ότι μια μείζονα εθνική κρίση θα μπορούσε να οδηγούσε αυταρχικότερες λύσεις.

Η πιο σκληρή γραμμή

Στη δεκαετία του 1980 οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ θα δοκιμάσουν αρχικά μια πιο σκληρή γραμμή στα ελληνοτουρκικά, με αποκορύφωμα την κρίση του 1987, όμως αργότερα θα μετατοπιστούν σε μια κατεύθυνση επίσης διαλόγου και μάλιστα τόσο ο Κ. Σημίτης όσο και ο Γ. Παπανδρέου θα είναι υπέρμαχοι του διαλόγου.

Αντίστοιχα, ο χώρος της αριστεράς θα μετατοπιστεί σε δύο κατευθύνσεις. Η μία θα είναι ενός εντονότερου ευρωπαϊσμού, που θα αποτυπωθεί κυρίως στη γραμμή του Συνασπισμού και που ως προς τα εθνικά θέματα θα επιμένει στο διάλογο. Η άλλη θα είναι αυτή που θα προκρίνει την αντι-ιμπεριαλιστική ρήξη, τόσο με την ΕΕ όσο και με το ΝΑΤΟ, την οποία θα προκρίνει το ΚΚΕ αλλά και σχηματισμοί της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Παράλληλα, από τη δεκαετία του 1990 κυρίως σε χώρους της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αλλά με απήχηση και στην ανανεωτική θα υπάρξει και ένα άλλο νήμα σκέψης που θα προσπαθεί να δει την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση και ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εθνικισμούς, επιστρέφοντας σε αυτή τη βάση σε μια πιο κλασική διεθνιστική τοποθέτηση.

Η τρέχουσα αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ

Η τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ πάνω στα εθνικά θέματα πάντα είχε όλη την αντιφατικότητα ενός σχηματισμού που συνδύαζε πολιτικές παραδόσεις και υιοθετούσε ρητορικές με κριτήρια απήχησης.

Με όρους ιστορικών ρευμάτων ο ΣΥΡΙΖΑ κατεξοχήν είναι κόμμα με έμφαση σε μια προσέγγιση διαλόγου, ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και άρνησης του εθνικισμού, μια που σε αυτά τα σημεία συγκλίνουν τόσο η παράδοση της ανανεωτικής αριστεράς με την παράδοση των εξωκοινοβουλευτικών ρευμάτων.

Όμως, στην περίοδο των μνημονίων και την πορεία προς την εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ θα υιοθετήσει και μια περισσότερο «πατριωτική ρητορική» που θύμιζε σε πλευρές της το παλιό ΠΑΣΟΚ, αν και κυρίως σε σχέση με τη μνημόνια και λιγότερο σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά. Επιπλέον, στην περίοδο της διακυβέρνησής του ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να συνεχίσει στο δρόμο της αναβάθμισης της συνεργασίας με το Ισραήλ και στο ενεργειακό και στο αμυντικό επίπεδο, επίσης σε ρήξη με τις παραδόσεις της αριστεράς που προέκρινε την αλληλεγγύη προς τους παλαιστινίους.

Ωστόσο, η πιο σημαντική πρωτοβουλία του ως προς τα εθνικά θα είναι η Συμφωνία των Πρεσπών, που σαφώς δεν παρέπεμπε σε «σκληρή» γραμμή για τα εθνικά, εξ ου και η ρήξη με τους Ανεξάρτητους Έλληνες με αφορμή αυτό ακριβώς το θέμα.

Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην αντιπολίτευση παρατηρεί κανείς μια ορισμένη αμηχανία. Από τη μια, θα περίμενε κανείς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τις παραδόσεις που εκπροσωπεί κατεξοχήν να υπεραμύνεται πρωτοβουλιών διαλόγου και «κατευνασμού». Από την άλλη, σε αρκετές περιπτώσεις τις τελευταίες μέρες επέλεξε να κάνει κριτική στην κυβέρνηση από «πατριωτική σκοπιά» κατηγορώντας ουσιαστικά ότι δεν ήταν αρκούντως αποφασισμένη και αποτρεπτική έναντι της Τουρκίας. Όμως, με αυτό τον τρόπο αδυνατεί να πείσει ότι έχει μια διακριτή συνεκτική πολιτική και άρα δεν μπορεί και να πιέσει την κυβέρνηση προς τη μία ή την άλλη κυβέρνηση. Κυρίως, δεν κατορθώνει να δείξει ποια θα μπορούσε να είναι μια εναλλακτική πολιτική, που να μπορεί να δρομολογήσει αξιόπιστες διαδικασίες διαπραγμάτευσης με δεδομένη την αρκετά αχαρτογράφητη τακτική της τουρκικής κυβέρνησης στην τρέχουσα φάση της με την αξίωση να αναδειχτεί σε περιφερειακή δύναμη.

Η επιμονή του ΚΚΕ

Από τη μεριά του το ΚΚΕ δείχνει και σε αυτό το ζήτημα να υιοθετεί ένα είδος τοποθέτησης που έχουμε δει όλα τα τελευταία χρόνια. Από τη μια υιοθετεί την αντίληψη ότι ζούμε σε μια περίοδο που εμπεριέχει πραγματικούς κινδύνους πολεμικών εμπλοκών και ευρύτερων ανακατατάξεων. Υπό το πρίσμα αυτό υιοθετεί μια κατεξοχήν στάση καχυποψίας και απόρριψης και απέναντι σε προτάσεις διευθέτησης και απέναντι συμφωνίες όπως π.χ. αυτή για το Μακεδονικό.

Κυρίως, όμως, το ΚΚΕ θέλει να επιμείνει στη γραμμή ότι απαιτούνται συνολικότερες ανατροπές, τόσο ως προς τη ρήξη με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ όσο και ως προς μια διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης, έστω και εάν αναγνωρίζει ότι οι όροι δεν υπάρχουν ακόμη. Ειδικά για τα ελληνοτουρκικά διατηρεί επίσης και την πάγια θέση της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, θέση που αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη κοινή ανακοίνωση με το ΚΚ Τουρκίας.

Ακριβώς επειδή επιλέγει το δρόμο μιας συνολικής τοποθέτησης το ΚΚΕ δίνει και μικρότερη έμφαση στην διατύπωση άμεσων προτάσεων ως προς τους διπλωματικούς χειρισμούς ή τυχόν διαδικασίες διαλόγου. Όμως, αυτό σημαίνει ότι η τοποθέτηση του ΚΚΕ είναι περισσότερο μια τοποθέτηση γενικών αρχών και κριτικής στους κυβερνητικούς χειρισμούς, παρά μια συστηματική διατύπωση μιας εναλλακτικής διαχείρισης της εξωτερικής πολιτικής.

Το ΜΕΡΑ25 και η άρνηση των εξορύξεων

Από τη μεριά του το ΜΕΡΑ25 έχει επιλέξει ως προς το συγκεκριμένο θέμα να το δει κυρίως ως ζήτημα ανταγωνισμού για τα πετρέλαια και τις εξορύξεις. Στο βαθμό που έχει ξεκάθαρη τοποθέτηση κατά των εξορύξεων, το ΜΕΡΑ25 αποδίδει την ευθύνη για την ελληνοτουρκική ένταση στους «συνήθεις κερδοσκόπους των πετρελαϊκών πολυεθνικών, τους εμπόρους οπλικών συστημάτων, τους πολεμοκάπηλους και, βέβαια, τους πολιτικούς που είναι ταγμένοι στην υπέρ πάντων συντήρηση ενός μη βιώσιμου οικονομικού συστήματος.»

Από την άλλη και εδώ έχουμε την έμφαση σε έναν σχεδόν φαντασιακό ευρωπαϊσμό, με την ελπίδα ότι η υπάρχουσα ΕΕ θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε μια διεθνιστική και δημοκρατική Ευρώπη.

Η συζήτηση που δεν γίνεται

Η εναλλαγή ανάμεσα σε τοποθετήσεις αρχών και παρεμβάσεις που διατυπώνονται με κριτήριο το συγκυριακό πολιτικό κλίμα προφανώς και δεν είναι προνόμιο της Αριστεράς σε σχέση με τα εθνικά θέματα. Με έναν τρόπο διαπερνά όλο το πολιτικό σύστημα. Και συχνά αυτό που μένει είναι η ρητορική παρά η ουσία. Όμως, αυτό σημαίνει ότι ουσιαστική συζήτηση για την κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις δυναμικές τους, τον διεθνή περίγυρο και την επίδρασή του δεν γίνεται, τα μέσα και τις επιλογές που έχει η Ελλάδα. Και αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι προβληματικό.

Γράψτε το σχόλιό σας