Είναι πολλές φορές δύσκολο να αποτυπώσει ένας δημοσιογράφος τις στιγμές μιας εθνικής τραγωδίας. Τον πόνο για τον… πόνο του άλλου, τον φόβο μήπως ξανασυμβεί ένα τέτοιο γεγονός, την οργή για τους ανευθυνο-υπεύθυνους, ακόμη και την ενοχή που αισθάνεται γιατί ίσως να μπορούσε να αλλάξει κάτι.

Η περίπτωση της τραγωδίας στο Μάτι είναι από αυτές που προσωπικά νόμιζα ότι θα ταράξουν συθέμελα την ελληνική κοινωνία και κυρίως θα οδηγούσε σε κατακλυσμιαίες αλλαγές στο ελληνικό κράτος.

Από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν στο Μάτι και κατέγραψα τα όσα συγκλονιστικά είχαν γίνει, μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι εκείνη η στιγμή ήταν μια ρωγμή του χρόνου.

Ότι στις 23 Ιουλίου 2018 θα είχαμε την πραγματική ανατροπή, τη νέα… Μεταπολίτευση.

Ότι οι 102 νεκροί, οι εκατοντάδες τραυματίες και τα χιλιάδες ψυχολογικά ράκη, θα ήταν ο ασκός του Αιόλου που θα άνοιγε και θα συμπαρέσυρε τα πάντα.

Πίστευα ότι η φωτιά που έκαψε το Μάτι, τους ανθρώπους της, τις ψυχές μας, θα ήταν η απαρχή ραγδαίων αλλαγών.

Όχι μόνο για να μην ξανασυμβεί μια τέτοια τραγωδία.

Όχι μόνο για να φτάνει πραγματικά το μαχαίρι στο κόκαλο και να μην είναι απλά μια φράση που τη λέμε απλά για να την πούμε.

Αλλά και γιατί το βάρος της απώλειας δεν μπορεί να το αντέξει μια χώρα όπως η Ελλάδα.

Μια χώρα με φιλότιμους ανθρώπους, αλλά και με πολίτες που εύκολα ξεχνούν, εύκολα προσπερνούν τα ουσιώδη και ασχολούνται με τα περιττά.

Μια χώρα που κάποτε πρέπει να μπει σε μια τάξη ώστε να ζήσουν καλύτερα οι επόμενες γενιές.

Φευ. Πλήρης διάψευση. Το «πύρινο τσουνάμι» που θα παρέσυρε τα πάντα στο διάβα της, δεν υπήρξε ποτέ.

Η λαίλαπα της φωτιάς έκαψε το Μάτι και τους ανθρώπους της, όμως, δεν ζέστανε τις ψυχές των ανθρώπων όσο έπρεπε.

Οργή, θυμός, παράπονο

Πριν από ένα χρόνο πήγα στο Μάτι, μίλησα με τους ανθρώπους, έκλαψα μαζί τους, ξαναθυμήθηκα όλα εκείνα που με στοιχειώνουν κάποια βράδια.

Πριν από ένα χρόνο οι κάτοικοι μας μιλούσαν για την οργή, τον θυμό, το παράπονο και τις ενοχές που αισθάνονταν. Ενοχές που τους δημιούργησε ένα σύστημα που έπρεπε να βρει «θύματα» για να μην αλλάξει.

Αλλά κι ενοχές από αξιοπρεπείς πολίτες που ακόμη και σήμερα δεν κοιμούνται τα βράδια διότι πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να σώσουν τους 102 αδικοχαμένους.

Ενοχές που δεν αισθάνεται το ελληνικό κράτος, που δεν αισθάνονται οι τότε οι υπεύθυνοι για την τραγωδία, αλλά που τη νιώθουν οι κάτοικοι.

Ένα χρόνο μετά, στη δεύτερη επέτειο από την τραγωδία στο Μάτι πήγα ξανά εκεί που είχα βρεθεί λίγες ώρες μετά την καταστροφή.

Μιλώντας με τους ανθρώπους και τραβώντας φωτογραφίες αυτό που διαπίστωσα ήταν ότι το μόνο που έχει αλλάξει είναι το τοπίο. Η φύση ξέρει καλά να κρύβει την ασχήμια.

Λίγο πράσινο, λίγα λουλούδια και κάπως φτιασιδώνεται η εικόνα. Όμως, οι καρδιές των κατοίκων του Ματιού δεν μπορούν να φτιαχτούν έτσι εύκολα.

Το μαύρο στις ψυχές τους θα είναι εκεί για πάντα και θα γίνεται ακόμη πιο μαύρο βλέποντας ότι οι νεκροί τους παραμένουν αδικαίωτοι.

Ότι το κράτος δεν άλλαξε κι ότι είναι πολύ πιθανό να ξαναζήσουμε μια τέτοια τραγωδία κάπου αλλού.

Ότι οι υπεύθυνοι όχι μόνο δεν πλήρωσαν για τα εγκλήματά τους, αλλά έχουν το θράσος να μιλούν αντί να σκύψουν το κεφάλι.

Ότι το Μάτι ακόμη δεν έχει αναγεννηθεί από τις στάχτες του γιατί η γραφειοκρατία δεν «κολλάει» ούτε μπροστά στους 102 νεκρούς.

Ότι δεν έχει ζητηθεί ούτε μια «καθαρή» συγγνώμη από όλους όσοι συνέβαλαν στο να συμβεί αυτό το τραγικό γεγονός.

Ότι κάποιοι ακόμη και σήμερα κουνάνε το δάκτυλο χωρίς αιδώ.

Ετρεμε…

Δύο χρόνια μετά, στο στούντιο του Mega βρέθηκα με έναν κάτοικο του Ματιού που εκείνη την αποφράδα ημέρα σώθηκε αυτός και η οικογένειά του την τελευταία στιγμή. Και που έσωσε κι άλλους πολίτες. Εναν ήρωα της διπλανής πόρτας.

Αυτό που παρατηρούσα ακούγοντάς τον ήταν ότι σε όλη τη συζήτηση έτρεμε. Αισθανόμουν έναν άνθρωπο που οι εφιάλτες δεν τον αφήνουν να κοιμηθεί.

Που οι ενοχές γιατί δεν έσωσε περισσότερους συμπολίτες του θα τον αφήνουν άγρυπνο πολλές νύχτες.

Και που η οργή για το έγκλημα της συγκάλυψης δεν του επιτρέπει να πάει να ξαναφτιάξει τη ζωή του στο Μάτι.

«Καλώ όλους του Ματιώτες να μη φοβηθούν, να πάνε να καταθέσουν και να πουν ότι μας σκότωσαν. Ότι στο Μάτι έχει το μεγαλύτερο έγκλημα της ιστορίας».

Αυτό είπε ο καλός αυτός άνθρωπος και το χέρι του έτρεμε…

Και το δικό μου…

Δύο χρόνια μετά δεν πρέπει να ξεχάσουμε το παρελθόν μας, γιατί αν το κάνουμε αυτό θα γυρίσει σαν νέος εφιάλτης.

23 Ιουλίου 2020 και το Μάτι δακρύζει ακόμη. Αυτή τη φορά δακρύζει όχι από τους καπνούς, αλλά για τους αδικαίωτους νεκρούς.

Δακρύζει γιατί χάθηκε μια τεράστια ευκαιρία για να συμβούν οι κοσμοϊστορικές αλλαγές που χρειάζεται η Ελλάδα ώστε να πάει μπροστά.

Την αγαπάμε όλοι τη χώρα μας, αλλά δεν μπορούμε να την βλέπουμε να καίγεται στο Μάτι ή να πνίγεται στη Μάντρα.

Ας μην αφήσουμε τη λήθη να καλύψει τις ασχήμιες της. Είναι η ώρα να αλλάξουμε όλοι μας. Από τον τελευταίο πολίτη μέχρι τους πολιτικούς ταγούς.

Υ.Γ.: Είναι 6 το πρωί της 23ης Ιουλίου 2018. Η φωτιά καίει ακόμη σπίτια στο Μάτι. Ο θάνατος έχει απλωθεί παντού.

Βρίσκομαι στο οικόπεδο του θανάτου, εκεί που χάθηκαν 26 ψυχές. Ενας ψηλός γεροδεμένος άνδρας με πλησιάζει κρατώντας ένα κάδρο με τη φωτογραφία μιας γυναίκας και ρωτά: «Μήπως την έχετε δει;»

Ελπίζω, όποιος κι αν είσαι, να βρήκες τη γυναίκα της φωτογραφίας. Και να ξαναβρήκες τη ζωή σου. Με όποιο τίμημα.

Και να τη χορεύεις τη ζωή, γιατί δύσκολα περπατιέται.

Γράψτε το σχόλιό σας