Το έχει πει ο Μ. Καραγάτσης σε ραδιοφωνική εκπομπή, εκεί προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 – το μοναδικό, μάλλον, ηχητικό ντοκουμέντο που διασώζει τη φωνή του με τον ελαφρύ θεσσαλικό τόνο. «Ο καλός λογοτέχνης μάς παρουσιάζει όπως θέλουμε να είμαστε. Εκείνος που τολμά να μας παρουσιάζει όμως είμαστε είναι κακός λογοτέχνης. Ιδού λοιπόν, αγαπητοί μου, γιατί είμαι ένας κακός λογοτέχνης». Πρόκειται βεβαίως για ένα ειρωνικό σχόλιο του σπουδαίου συγγραφέα μας που, έστω και με σκωπτικό τρόπο, τοποθετεί έναν ακρογωνιαίο λίθο της ουσίας της λογοτεχνίας, της δραματουργίας, της τέχνης γενικότερα.

«Δεν είναι αληθινό» θυμάμαι να μου λέει κάποτε ένας ποιητής μας προσπαθώντας να μου εξηγήσει γιατί δεν του άρεσε ένα μυθιστόρημα. Ημουν πολύ νέα τότε και ενθουσιαζόμουν ακόμη με τις «απόλυτες αλήθειες».

Εκείνες τις «περιοχές» της σκέψης και της δημιουργίας όπου υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο, όπου οι καλοί είναι μόνο καλοί χωρίς την παραμικρή ρωγμή κακίας και οι κακοί μόνο κακοί χωρίς θραύσματα ευαισθησίας. Μου πήρε κάποιον χρόνο – και αρκετή μελέτη – για να αποκρυπτογραφήσω τις σκιές, εκεί δηλαδή όπου εδράζεται η αλήθεια. Να συνειδητοποιήσω ότι στη ζωή δεν υπάρχει το απόλυτο. Και η τέχνη (για να γυρίσω στον Καραγάτση) είναι αυτή που αναπαριστά τη ζωή πιο βαθιά, όχι πιο ωραία, δηλαδή ψεύτικα. Ούτε, βεβαίως, πιο ηθικά. Ο ρόλος της δεν είναι να διδάσκει, είναι να συγκινεί. Εκεί ακριβώς έγκειται και η αναγκαιότητά της.

Η κουλτούρα της ακύρωσης ή «η λογοκρισία αλλιώς»

Αυτές τις απολυτότητες και τις ηθικές βεβαιότητες, που σήμερα απειλούν σοβαρά την ελευθερία της έκφρασης στο όνομα της διαστρεβλωμένης πολιτικής ορθότητας, θίγουν στην ανοιχτή επιστολή τους (αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στα «ΝΕΑ» της περασμένης Πέμπτης) 153 προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων, ανάμεσά τους η Μάργκαρετ Ατγουντ, η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ, ο Σαλμάν Ρούσντι, ο Φράνσις Φουκουγιάμα, ο Νόαμ Τσόμσκι. Στο ίδιο μήκος κύματος και το άρθρο του βραβευμένου με Πούλιτζερ Μπρετ Στίβενς, στο οποίο κάνει λόγο για την κουλτούρα της ακύρωσης που αναδείχθηκε – μέσα από τον κουρνιαχτό των αντιδράσεων για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ – ως επιχείρηση ηθικού εξαγνισμού.

Το άγαλμα του Κολόμβου που πέταξαν οι διαδηλωτές στη θάλασσα συμπαρασύρει στον βυθό την ιστορία της σκέψης και της δημιουργίας. Σίγουρα θα έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν, αλλά στα δικά μου χρόνια δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε ένα απολύτως δίκαιο αίτημα περί «ελεύθερης ανάσας» όλων να προβάλλεται με τόσο ανελεύθερο τρόπο. Στις φασίζουσες εκτροπές του Τραμπ αντιπαραβάλλεται η επίσης φασίζουσα αντίληψη μιας υποτιθέμενης ελίτ που επιλέγει να χαϊδέψει τα αφτιά του όχλου. Και καταλήγει να είναι χειρότερη από τον όχλο.

Βεβαίως, τον δρόμο είχαν ανοίξει ήδη οι παράφωνες κορόνες του MeToo. Η συγκέντρωση διαμαρτυρίας των υπαλλήλων του εκδοτικού οίκου ώστε να μην τυπωθεί η βιογραφία του «σάτυρου» Γούντι Αλεν θυμίζει τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στην προβολή του «Τελευταίου πειρασμού». Σκοτάδι.

Η επιδημία του λαϊκισμού

Μια από τις ερμηνείες του λαϊκισμού είναι ότι προτείνει απλές λύσεις για ιδιαιτέρως πολύπλοκα προβλήματα. Θεωρώ λοιπόν ότι ζούμε μια πανδημία ακραίου πνευματικού λαϊκισμού. Που επιβάλλει – πρόσφατο παράδειγμα – την εξάλειψη της λέξης master από τον όρο «master bedroom» που σημαίνει κυρίως υπνοδωμάτιο, διότι, λέει, παραπέμπει στη δουλεία. Μιλάμε για γελοιότητα.

Γράψτε το σχόλιό σας