Οι συσπάσεις αποτελούν μερικές φορές προάγγελο των ανοιχτών κρίσεων, έγραφε τις προάλλες ο Πιοτρ Σμολάρ στη Monde. Και θύμιζε τι συνέβη την άνοιξη του 2018, όταν χρειάστηκε οι σύζυγοι τριών τούρκων διπλωματών με βάση το Στρασβούργο να συμπληρώσουν αιτήσεις για άδεια παραμονής. Οι γυναίκες αρνήθηκαν να φωτογραφιστούν χωρίς μαντήλα, κάτι που η γαλλική νομοθεσία απαγορεύει. Ακολούθησε πολιτικοδιπλωματικό χάος, με απειλές, μέτρα και αντίποινα, που κράτησε 14 μήνες.

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι βέβαια ένα θέμα απείρως σοβαρότερο από το πώς θα φωτογραφιστούν τρεις Τουρκάλες. Εντάσσεται όμως στην ίδια ταυτοτική εκστρατεία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Στην ίδια προσπάθειά του να ενισχύσει τον ισλαμικό χαρακτήρα της Τουρκίας, να απομακρυνθεί από την κληρονομιά του Κεμάλ Ατατούρκ (εκκοσμίκευση/ εκσυγχρονισμός) και να εμφανιστεί στους ψηφοφόρους ως ο προστάτης σουλτάνος τους.

Γιατί; Επειδή τους αγαπάει; Οχι. Επειδή φοβάται ότι λόγω της οικονομικής κρίσης θα τους χάσει. Ειδικά στην Κωνσταντινούπολη, ο Ερντογάν χάνει συνεχώς έδαφος έναντι του Ιμάμογλου. Και τώρα τον παγιδεύει.

Η κίνηση αυτή του τούρκου προέδρου μπορεί να αναλυθεί και στο φως των κινήσεων που έκαναν το τελευταίο διάστημα οι άλλοι δύο αυταρχικοί ηγέτες της εποχής μας: ο Σι Τζινπίνγκ, με τον νέο νόμο ασφαλείας που καθυποτάσσει το Χονγκ Κονγκ, και ο Βλαντίμιρ Πούτιν, με το δημοψήφισμα για την παράταση της εξουσίας του μέχρι το 2036. Και οι τρεις αυτοί ηγέτες, γράφει ο διευθυντής της Repubblica Μαουρίτσιο Μολινάρι, φοβούνται την κοινή τους γνώμη. Θεωρούν ότι η Δύση αποδυναμώνεται διαρκώς: απόδειξη, η αποκαθήλωση των αγαλμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι διαιρέσεις στους κόλπους της ΕΕ για τη διαχείριση του ταμείου ανάκαμψης. Αποφασίζουν λοιπόν να εκμεταλλευθούν αυτό το «κενό» για να ενισχύσουν την εξουσία τους.

Αν οι αναλύσεις αυτές είναι σωστές, μπορεί να βγάλει κανείς δύο συμπεράσματα. Το ένα είναι ότι οι σύγχρονοι «δημοκράτορες» είναι λιγότερο ισχυροί απ’ όσο φαίνονται. Και η αχίλλειος πτέρνα τους είναι οι ίδιες τους οι κοινωνίες: οι μορφωμένοι στην περίπτωση της Κίνας, οι νέοι στην περίπτωση της Ρωσίας, οι κοσμικοί στην περίπτωση της Τουρκίας. Τη δημοκρατία φοβούνται, από τη δημοκρατία αργά ή γρήγορα θα ηττηθούν.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η τελευταία πρόκληση του Ερντογάν έχει μικρότερη σχέση με την Ελλάδα απ’ ό,τι νομίζουμε. Ακόμη περισσότερο κι από την υφαλοκρηπίδα ή το Μεταναστευτικό, ο χαρακτήρας της Αγίας Σοφίας δεν αποτελεί ελληνοτουρκική διαφορά, ούτε καν ευρωτουρκική διαφορά, αλλά διαφορά του Ερντογάν με τη Δύση.

Οι κραυγές λοιπόν για ελληνικά αντίποινα μόνο αποπροσανατολιστικά λειτουργούν. Οι ισχυρισμοί ότι για ακόμη μια φορά η Ευρώπη μάς αφήνει μόνους απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα είναι υποβολιμαίοι. Η απάντηση μόνο συντονισμένη μπορεί να είναι. Και πρέπει να απομονώνει τον τουρκικό εθνικισμό, όχι τους τούρκους πολίτες.

Γράψτε το σχόλιό σας