Tα πολιτικοοικονομικά σκάνδαλα δεν έλειψαν ποτέ στην Ευρώπη. Στην Ισπανία, ο Μαριάνο Ραχόι ανατράπηκε το 2018 από την πρωθυπουργία όταν το κόμμα του καταδικάστηκε για διαφθορά. Στην Ιταλία, ο πολλάκις διατελέσας πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι μπαινόβγαινε για χρόνια στα δικαστήρια. Στη Γαλλία, ο πρώην πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί θα δικαστεί το φθινόπωρο για αθέμιτη άσκηση επιρροής και μπορεί να μπει φυλακή. Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ πλήρωσε βαρύ πρόστιμο το 1999 για την υπόθεση των «μαύρων ταμείων» και ο πρόεδρος Βουλφ παραιτήθηκε δεκατρία χρόνια αργότερα εξαιτίας ενός δώρου 700 ευρώ που δέχθηκε από έναν παραγωγό. Στη Βρετανία, οι μισοί βουλευτές κατηγορήθηκαν το 2010 για παράνομο πλουτισμό.

Πουθενά όμως δεν κυκλοφόρησαν διάλογοι σαν κι αυτούς που είδαμε αυτή την εβδομάδα στην Ελλάδα. Πουθενά ένας εξέχων υπουργός δεν ζητούσε από τον συνομιλητή του να «δώσει» τη σύζυγο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δεν μιλούσε με αγοραίο ύφος για «πολλά λεφτά», «μαγαζιά», «ατζέντες» και «τύπισσες». Πουθενά ένας στενός συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού δεν κατήγγειλλε «κατασκευασμένες συνομιλίες», για να αναγνωρίσει μόλις λίγα 24ωρα αργότερα ότι έκανε «λάθη ύφους και ουσίας». Και πουθενά η κατηγορία εναντίον ενός κόμματος για ύπαρξη παρακράτους δεν αποκρουόταν με τη φράση «το δικό σας παρακράτος ήταν χειρότερο».

Πού οφείλεται αυτός ο ελληνικός αριστερός εξαιρετισμός; Πώς εξηγείται αυτή η απόλυτη περιφρόνηση για πρόσωπα, θεσμούς και καταστάσεις; Πού στηρίζεται αυτό το απύθμενο θράσος;

Μια απάντηση έχει να κάνει με την άγνοια. Δεν ήξεραν οι άνθρωποι τι σήμαινε διακυβέρνηση μιας χώρας, τι σήμαινε διάκριση των εξουσιών, τι σήμαινε σεβασμός της ανεξαρτησίας του Τύπου. Ενα κόμμα του 4% ήταν, που βρέθηκε στην εξουσία από μια σειρά συγκυριών. Οπως έλεγε κι ένας παλιός συνάδελφος, οι τρόφιμοι βρέθηκαν ξαφνικά να διοικούν το τρελοκομείο.

Μια άλλη απάντηση παραπέμπει στην ανοησία. Πίστευαν πραγματικά πως θα βάραγαν το νταούλι και θα χόρευαν οι αγορές. Θεωρούσαν ότι θα υπέτασσαν με ευκολία τις ανεξάρτητες αρχές, το δικαστικό σύστημα, τα μίντια – τους «κρίσιμους αρμούς της εξουσίας». Νόμιζαν πως θα παρέμεναν στην εξουσία καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Και θα κυβερνούσαν την Ελλάδα όπως ο Τσάβες κυβερνούσε τη Βενεζουέλα.

Η πιθανότερη απάντηση όμως πρέπει να αναζητηθεί στον κυνισμό και την αλαζονεία τους. Δεν ήταν ιδεολογικό το θέμα. Δεν τους ενδιέφερε να αλλάξουν τη χώρα, αλλά να αντικαταστήσουν το παλιό κομματικό κράτος με ένα καινούργιο που να υπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα. Υποτίμησαν τους αντιπάλους τους: ο «Κούλης» δεν θα γινόταν ποτέ πρωθυπουργός. Υποτίμησαν τους πολίτες: ήταν τόσο απαυδισμένοι με το παλιό σύστημα, ώστε θα τους έδιναν λευκή επιταγή. Υποτίμησαν, εν τέλει, τη δημοκρατία.

Και το χειρότερο: παραμένουν αμετανόητοι. Ελπίζοντας στη δύναμη της λήθης, ώστε να επαναλάβουν τα ίδια.

Γράψτε το σχόλιο σας