Ο Οσκαρ Ουάιλντ έγραφε πως, αν από τις χίλιες ιδέες, σκέψεις, εικόνες, κρίσεις που εξέφραζε στα έργα του, το ένα ήταν πραγματικά πρωτότυπο δικό του, θα ήταν μια μεγαλοφυΐα!

Ο αείμνηστος φίλος λόγιος Τάσος Λιγνάδης, στη μελέτη του για το «Αξιον Εστί» του Ελύτη, δημιούργησε τον όρο «κρυφομνησία», εννοώντας πως, πολύ συχνά, άρα και ο Ελύτης, γράφει στο ποίημά του εικόνες, σχέσεις, παρομοιώσεις κ.λπ. που ο επίμονος ερευνητής ανιχνεύει στα διαβάσματά του, λ.χ. στον «Ερωτόκριτο», στο δημοτικό τραγούδι, κι εγώ στο μελέτημά μου για τον Ελύτη (που ο ίδιος ο ποιητής είχε εκτιμήσει θετικά) είχα ανιχνεύσει προσωκρατικές, ποιητικές καταθέσεις.

Εάν αληθεύει η εξαίσια σκέψη του Χάιντεγκερ πως «σπίτι του ανθρώπου είναι η γλώσσα του», τότε τα υλικά αυτής της οικοδομής είναι «μπάζα» και υλικά από τα λατομεία της γλωσσικής παράδοσης.

Η γλώσσα από την κούνια μας είναι ό,τι κουβαλάει η γλωσσική περιουσία της μάνας μας, της οικογένειας, της γειτονιάς: παραδόσεις, στερεότυπα, διαβάσματα. Μια παλιότερη γλωσσολογική μελέτη είχε συγκεντρώσει από κείμενα και προφορικές παραδόσεις του ελληνικού λαού εκατοντάδες λέξεις, φράσεις, εικόνες της Αγίας Γραφής που, από γενιά σε γενιά, μεταφέρονταν, χωρίς οι χρήστες να συνειδητοποιούν την πηγή των λεγομένων τους.

Είμαστε, άρα, ένα πολλαπλό παλίμψηστο από ακούσματα και αναγνώσεις. Από την εποχή, όμως, που έχουμε οργανωμένη εκπαιδευτική διαδικασία η ανάγνωση και η γραφή μαζί είναι τα κύρια θεμέλια της παιδείας μας.

Και είναι πλέον σίγουρο και επιστημονικά πως η γραφή μας, τα γραπτά μας, οι επιστολές μας, οι συζητήσεις μας, ακόμη και τα όνειρά μας είναι φορτισμένα μια με βαριά, αναγνωστική ύλη.

Λίγο ή πολύ, από το δημοτικό, και αργότερα με τη Μέση Εκπαίδευση, ερχόμαστε σε επικοινωνία με λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και με πληθώρα επιστημονικών (Γεωγραφία, Θεολογία, Φυσική, Χημεία, Ιστορία, Μαθηματικά κ.ά.). Ετσι σωρεύονται μέσα μας, εκτός από γνώσεις, όροι, μέθοδοι, επιχειρήματα, αντιρρήσεις, δόγματα, δυσπρόσιτα στην εμπειρία φυσικά φαινόμενα, γνώση της δομής της ύλης και του σύμπαντος και, βέβαια, όταν διεισδύσουμε και μεθύσουμε με τη γοητεία της λογοτεχνίας, της φαντασίας και της ποικιλίας των ανθρώπινων χαρακτήρων, των πράξεων και των ηθικών και εγκληματικών ενεργειών, πλουτίζουμε και, σχεδόν αδιόρατα και ασυνείδητα, διαμορφώνουμε το οικοδόμημα της προσωπικής ιδεολογίας και την ποιότητα του χαρακτήρα μας.

Τολμώ να πω πως, αυτό που είμαστε, αυτό που κάνουμε, ο τρόπος που αντιδρούμε και ο τρόπος που επαναστατούμε ή υποκύπτουμε, είναι προσωπικός τρόπος που αφομοιώσαμε, αντιληφθήκαμε και διαμορφωθήκαμε από τα λίγα ή πολλά διαβάσματά μας ή τις ακροάσεις λογοτεχνικών ή παραδοσιακών αφηγήσεων.

Αν, λοιπόν, αποκρυπτογραφήσουμε τον κώδικα της κρυφομνησίας μας, ή των άλλων, θα φτάσουμε ως τις ρίζες της αφομοιωτικής μας περιουσίας. Αυτό εφάρμοσε πονηρά ο Φρόιντ στο περίφημο ντιβάνι του!

Είναι, βέβαια, αυτονόητο πως, όσες περισσότερες εμπειρίες συλλέξω από μια πληθώρα και ποικιλία κειμένων και αφηγήσεων (μήπως τώρα πια θα έπρεπε να υπολογίσω και σινεμά, τηλεόραση, Ιντερνετ;), τόσο γονιμότερο γίνεται το χωράφι μου και τόσο εκλεκτότερη σε ποιότητα η σοδειά μου.

Λάθος του Πλάτωνα που καταδίκαζε την εφεύρεση της γραφής, διότι σκοτώνει τη μνήμη. Τώρα η παγκόσμια μνήμη αποθησαυρίζεται στα βιβλία.

Διαβάζω, άρα υπάρχω.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο