Η έκθεση του ΟΟΣΑ για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που ήδη αποτυπώνεται στους εθνικούς λογαριασμούς και στις εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών. Η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε μια τροχιά βαθιάς ύφεσης, ύστερα από την επιβολή των έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση του νέου κοροναϊού. Μάλιστα, αυτή η ύφεση μπορεί να γίνει μεγαλύτερη εάν υπάρξει ένα νέο δεύτερο κύμα της πανδημίας το φθινόπωρο και τον χειμώνα που έρχονται και η έξοδος από την ύφεση δεν θα έχει τη μορφή μιας αυτόματης επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση. Αντίθετα, οι πληγές που ήδη αφήνει η σημερινή συνθήκη στις αναπτυγμένες οικονομίες και κοινωνίες είναι ιδιαίτερα βαθιές.

 

Η βαριά σκιά της ύφεσης

Ειδικότερα, ο ΟΟΣΑ προβλέπει παγκόσμια ύφεση -6% στην περίπτωση που δεν υπάρξει δεύτερο κύμα και -7,6% στην περίπτωση που υπάρξει. Οι αντίστοιχες προβλέψεις είναι -7,5% και -9,3% για τις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ, -5,7% και -7,3% για τις χώρες του G20, -9,1% και -11,5% για τις χώρες της ευρωζώνης, -7,3% και -8.5% για τις ΗΠΑ, -2,6% και -3.7% για την Κίνα.

Όμως, αυτό που υπογραμμίζει η έκθεση είναι ακριβώς ότι η κρίση θα ρίξει μια βαριά σκιά πάνω από την παγκόσμια οικονομία. Μέχρι το 2021 θα έχει φέρει το κατά κεφαλή ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ στα επίπεδα του 2013 στο χειρότερο σενάριο. Αρκετές από τις εταιρείες που θα κλείσουν δεν θα ανοίξουν ξανά, μειώνοντας το συνολικό παραγωγικό δυναμικό και οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας.

 

Οι κίνδυνοι της παγκοσμιοποίησης

Επιπλέον, η πανδημία αποκάλυψε πόσο αλληλοσυνδεδεμένες είναι οι οικονομίες σήμερα. Η μεγάλη βαρύτητα των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας και των εφοδιαστικών αλυσίδων, η σημασία τουρισμού και των μεταφορών, σημαίνουν ότι οι κραδασμοί μεταφέρονται ταχύτατα από τη μία χώρα στην άλλη, ενώ την ίδια ώρα είναι πολύ δύσκολο για μια εθνική οικονομία να ανακάμψει εάν δεν ανακάμψει και σημαντικό μέρος της παγκόσμιας οικονομίας. Η παγκοσμιοποίηση από ώθηση στην ανάπτυξη γίνεται, έστω και προσωρινά, τροχοπέδη.

 

Ο φόβος για έναν φαύλο κύκλο

Η μετακίνηση σημαντικού μέρους της απασχόλησης προς τις υπηρεσίες καθιστά ακόμη πιο επισφαλή την εκ νέου ανάκαμψή της. Και αυτό γιατί ο χώρος των υπηρεσιών, που είναι κυρίως έντασης εργασίας, πλήττεται πολύ περισσότερο από τις επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων και είναι πιο πιθανό επιχειρήσεις να μην μπορέσουν να αντέξουν, συμβάλλοντας έτσι στην αύξηση της ανεργίας. Ούτως ή άλλως αυτός είναι και ο μεγάλος φόβος: οι επιπτώσεις να περάσουν το κρίσιμο όριο απωλειών που μπορούν να αντέξουν οι επιχειρήσεις, οπότε ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος  επιχειρήσεων που κλείνουν, ανεργίας που αυξάνει, υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας.

Σε όλα αυτά προστίθενται και ζητήματα που αφορούν τη συνολική ζήτηση. Η συγκυρία της πανδημίας, με τα περιοριστικά μέτρα και το κλίμα ανασφάλειας για το μέλλον, σημαίνει μικρότερη κατανάλωση, ενώ την ίδια ώρα όσα νοικοκυριά μπορούν κυρίως προσπαθούν να αποταμιεύουν για να αντέξουν μελλοντικές αντιξοότητες.

Όμως, σημαντική θα είναι και η μείωση στην επένδυση, με την πρόβλεψη για τις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ να είναι για μείωση τουλάχιστον 10,5%. Μάλιστα, η μείωση θα είναι ακόμη πιο μεγάλη σε χώρες όπως η Βραζιλία, η Ινδία, το Μεξικό, η Τουρκία και η Νότια Αφρική.

Η μείωση της επένδυσης έρχεται τη στιγμή που ούτως ή άλλως τα προηγούμενα χρόνια είχαμε μειωμένες συγκριτικά επενδύσεις: η καθαρή παραγωγική επένδυση (ιδιωτική και δημόσια) ήταν στην πενταετία 2015-2019 κατά μέσο όρο 4,5% του ΑΕΠ, περίπου 2,25% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της δεκαετίας πριν την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση.

Την ίδια στιγμή το πρόβλημα με τις ανατροπές στο παγκόσμιο εμπόριο και την αυξημένη εξάρτηση επιχειρήσεων από τις παγκόσμια αλυσίδες αξίες, σημαίνει ότι η ανάκαμψη δεν θα είναι τόσο εύκολη, εάν συνεχίζονται περιορισμοί σε άλλες χώρες.

Όλα αυτά θα οδηγήσουν σε αυξημένους κινδύνους για μαζικές χρεοκοπίες επιχειρήσεων και σε επιδείνωση της χρηματοοικονομικής θέσης τους, ιδίως από τη στιγμή που δεν είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορέσουν να αντέξουν μεγάλο επιπλέον δανεισμό. Αυξημένες κρίσεις ρευστότητας και χρεοκοπίες με τη σειρά τους θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις συνολικά για τον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Πλάι στις επιχειρήσεις, πρόβλημα αναμένεται να αντιμετωπίσουν και αρκετές υπερχρεωμένες χώρες, ιδίως αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες οικονομίες. Αυτό θα τις καταστήσει ακόμη πιο ευάλωτες στις επιπτώσεις της παγκόσμιας ύφεσης, παρά τα βήματα που έγιναν και σε επίπεδο G20 και σε επίπεδο ΔΝΤ για να ελαφρυνθεί κάπως το βάρος του χρέους.

Η στρατηγική αμηχανία

Όλα αυτά βάζουν μια σειρά από απαιτήσεις για το σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Όμως,η αμηχανία είναι παραπάνω από προφανής. Η έκθεση στηρίζει το ευρύ φάσμα μέτρων που έχουν λάβει κυβερνήσεις όλο αυτό το διάστημα όπως και συνολικά τη λογική των εκτεταμένων κρατικών παρεμβάσεων, την παροχή ρευστότητας στον επιχειρηματικό τομέα και την ανάγκη μεγάλων δημόσιων επενδύσεων. Ταυτόχρονα, δεν προτείνει μια ριζική αλλαγή οικονομικής φιλοσοφίας σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Αυτό φαίνεται στο πώς επιμείνει στην ανάγκη να διασωθεί η παγκοσμιοποίηση και το παραγωγικό μοντέλο που στηρίζεται στη διεθνοποίηση και τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας.

Μόνο που όλα αυτά περισσότερο παραπέμπουν στην ταλάντευση ανάμεσα στην επιμονή ουσιαστικά στα οικονομικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν το προηγούμενο διάστημα και την κατανόηση ότι στο νέο τοπίο αυτά απλώς δεν επαρκούν, την ώρα που ακριβώς η κυριαρχία του τρόπου σκέψης πίσω από αυτά εργαλεία δεν επιτρέπει εύκολα το στοχασμό περισσότερο ιστορικά πρωτότυπων εναλλακτικών.

 

Γράψτε το σχόλιο σας