Αντίθετα ίσως απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς, το πρόβλημα της σπατάλης των τροφίμων δεν έγινε λιγότερο έντονο κατά τη διάρκεια της καραντίνας, σε μια περίοδο κατά την οποία, θεωρητικώς τουλάχιστον, υπήρχε η δυνατότητα καλύτερης οργάνωσης των προμηθειών και καλύτερου ελέγχου των ποσοτήτων τροφίμων που αγοράζονται.

Αυτό φανερώνουν τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποίησε το Εργαστήριο Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Αγροτικού Χώρου του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων Αγροτικών Προϊόντων και Τροφίμων του Πανεπιστημίου Πατρών, με τους Προκόπιο Θεοδωρίδη, αναπληρωτή καθηγητή Μάρκετινγκ, και Θεοφάνη Β. Ζαχαράτο, υποψήφιο διδάκτορα.

Σύμφωνα με την ανωτέρω έρευνα, το 72,6% του δείγματος δήλωσε ότι η σπατάλη των τροφίμων δε μειώθηκε κατά τη διάρκεια της καραντίνας, ενώ μόλις το 36% του δείγματος δήλωσε πως δεν πετάει τρόφιμα.

Και τούτο, παρά το γεγονός ότι ποσοστό 52,3% των καταναλωτών ψωνίζει πάντα με λίστα αγορών, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό 29,1% ψωνίζει συχνά με λίστα αγορών.

Επίσης, ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό ανέφερε ότι σχεδίαζε τα γεύματα της επόμενης εβδομάδας (συχνά το 33,9% και πάντα το 16,8%).

Εξάλλου, το 43,8% του δείγματος, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, δεν κατάφερε να μειώσει τις ποσότητες τροφίμων που αναγκάζεται να πετάει.

Όσον αφορά τα προϊόντα που καταλήγουν πιο συχνά στα σκουπίδια, από τις απαντήσεις που δόθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας προκύπτει πως τα γαλακτοκομικά σε ποσοστό 38,7%, τα φρούτα – λαχανικά σε ποσοστό 28%, τα αλλαντικά σε ποσοστό 26%, το ψωμί – είδη φούρνου (15,1%) και το κρέας /ψάρι (6,9%) οδηγούνται πιο συχνά στον κάλαθο των αχρήστων ως ευπαθή  προϊόντα.

Την ίδια κατάληξη, όμως, είχαν και προϊόντα με μακρά διάρκεια ζωής, όπως αναψυκτικά (6,1%), όσπρια (4,7%), ζυμαρικά και ρύζι (3,8%).

Τέλος, πάνω από 1 στους 2 καταναλωτές πέταξε τα ληγμένα τρόφιμα στα σκουπίδια, στην ανακύκλωση οδηγήθηκε ένα ποσοστό 24,8%, ενώ ένα πολύ μικρότερο ποσοστό, της τάξης του 16,9%, τα κατανάλωσε.

 

Γράψτε το σχόλιο σας