Έχει προσφέρει τις πρώτες βοήθειες σε εκατοντάδες ζώα και πτηνά που βρέθηκαν τραυματισμένα στις εθνικές οδούς ή δηλητηριασμένα από δολώματα, έχει περισυλλέξει νεκρά αρκουδάκια, λύκους και σπάνια πουλιά που δεν πρόλαβαν τις πρώτες βοήθειες, έχει ξενυχτίσει ουκ ολίγες φορές, όταν αρκούδες έφερναν βόλτες σε χωριά, ακόμη και σε παραλίμνιες περιοχές του αστικού ιστού της Καστοριάς. Πρόκειται για τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, ο οποίος είναι συνεργάτης του Αρκτούρου στην Καστοριά και μέλος της Εταιρίας Προστασίας Περιβάλλοντος του Δήμου Καστοριάς.

Πριν από μερικές ημέρες βρέθηκε αντιμέτωπος μ’ ένα από τα πιο δύσκολα περιστατικά, όταν διαπίστωσε ότι η μαμά- αρκούδα έθαψε -όπως δείχνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που έχουν συλλεχθεί- τα δυο μωρά της κοντά σε αγροτικό δρόμο, ύστερα από τροχαίο δυστύχημα. Δεν είναι η πρώτη φορά που στο πλαίσιο της εθελοντικής του προσφοράς έρχεται πολύ κοντά με τον άγνωστο για πολλούς κόσμο των ζώων. Με την εμπειρία και την επίμονη παρατήρησή του κατάφερε να αποκωδικοποιεί συμπεριφορές και λειτουργίες τους. «Το πιο δύσκολο πράγμα», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «είναι να πλησιάσεις και να αγγίξεις ένα πληγωμένο τραυματισμένο ζώο. Το ζώο, όντας χτυπημένο, αισθάνεται έντονα την απειλή και μπορεί να επιτεθεί». Εξηγεί, δε, ότι ο τρόπος που θα πλησιάσει κανείς το τραυματισμένο ζώο είναι καθοριστικός «ώστε να νιώσει ότι είσαι η τελευταία του ευκαιρία να επιστέψει στη φύση και τη ζωή».

Θυμάται δύο περιστατικά που έχουν καταγραφεί ξεχωριστά στη μνήμη του. «Όταν έφτασα στο ατύχημα, ένας μεγαλόσωμος αρκούδος 250 κιλών, χτυπημένος στα πίσω πόδια από αυτοκίνητο στην Εγνατία οδό, ήταν στην άκρη του δρόμου. Ήταν ζωντανός, πλησίασα προσεκτικά, με άφησε να τον αγγίξω, με κοιτούσε συνεχώς με το βλέμμα του ενώ κάποια στιγμή σήκωσε το μπροστινό του πόδι και το έβαλε πίσω από το κεφάλι του. Τότε πρόσεξα τα νύχια του. Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τόσο μεγάλο πέλμα και νύχια αρκούδας. Ένιωσα δέος και απέραντο σεβασμό, που ένα τέτοιο εμβληματικό ζώο, που υπάρχει χιλάδες χρόνια πριν από εμάς στη γη, μου επέτρεπε να το αγγίζω», εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Παναγιωτόπουλος.

Το δεύτερο περιστατικό ήταν ένα μικρο αρκουδάκι που χτυπήθηκε από αυτοκίνητο και με το τίναγμα μπλέχτηκε σε συρματοπλέγματα πάλι της Εγνατίας οδού. «Κι αυτό με άφησε να το αγγίξω, να ξεμπλέξω τα σύρματα που ήταν τυλιγμένα στο κορμί του και να το μεταφέρουμε στο σταθμό μας στην Καστοριά, αλλά δυστυχώς την επομένη ημέρα δεν τα κατάφερε», θυμάται. «Τα ζώα είναι ήσυχα στον θάνατό τους αλλά ανυπόμονα στη ζωή», αναφέρει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, εξηγώντας ότι αυτό το κατάλαβε στα 25 χρόνια της άμεσης επαφής μαζί τους.

Σε δύο περιπτώσεις, στη Χλόη Καστοριάς και σ’ ένα χωριό του Νεστορίου, έβγαλε κυριολεκτικά τις αρκούδες μέσα από την αυλή του σπιτιού και από το κοτέτσι οικογένειας στο Νεστόριο. Ερωτηθείς πού οφείλεται το γεγονός ότι έχουν πληθύνει τα περιστατικά συναντήσεων αρκούδας και ανθρώπων, απάντησε: «Μπήκαμε στα χωράφια των ζώων, βάλαμε πόδι στις περιοχές τους, ανοίξαμε δρόμους, αυξήθηκε η ανθρώπινη παρουσία, πχ κυνηγών που διαθέτουν και σκυλιά». Επισημαίνει, δε, και μια άλλη παράμετρο, για την οποία υπάρχει μεγάλη συζήτηση, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Τα τελευταία χρόνια, το πρόβλημα έχει μεγαλώσει με τα έργα εγκατάστασης ανεμογεννητριών σε όλα τα βουνά της περιοχής, όπου ανοίγονται τεράστιοι δρόμοι και υπάρχει σημαντική όχληση από την ανθρώπινη παρουσία».

Η Δυτική Μακεδονία, εξαιτίας των λιμναίων οικοσυστημάτων, είναι σημαντικός μεταναστευτικός σταθμός πτηνών που ταξιδεύουν προς βορρά η προς το νότο, ενώ άλλα επιλέγουν την περιοχή, λόγω άφθονης τροφής στα συγκεκριμένα οικοσυστήματα. Πριν από τρία χρόνια, χάρη στις προσπάθειες του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ένας «Ασπροπάρης», που ανήκει σε οικογένεια σπάνιου γύπα -ούτε τρία ζευγάρια δεν ζουν στην Ελλάδα- σώθηκε την τελευταία στιγμή από δηλητηριασμένο δόλωμα. «Μας ειδοποίησαν από την Πτολεμαΐδα και από τις περιγραφές, μόλις κατάλαβα γιατί πρόκειται, έγινα «σίφουνας» να φτάσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα». Η πιο όμορφη στιγμή ήρθε όταν αφέθηκε ελεύθερος στο φυσικό του περιβάλλον. «Με τη βοήθεια της Ορθολογικής Εταιρείας τοποθετήθηκε ειδικός πομπός, όπου παρακολουθούνταν τα ταξίδια του στην Ευρώπη».

Ορισμένα πουλιά είναι σπάνια γι αυτό και, όπως επισημαίνει ο κ. Παναγιωτόπουλος, πρέπει να κάνουμε κάτι «να μην επιβαρύνουμε άλλο τους πληθυσμούς τους». Θυμάται ότι ήταν χειμώνας με το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα. «Μας ειδοποίησαν -λέει- στις 10 το βράδυ για ένα μεγάλο αρπαχτικό που βρέθηκε στα Γρεβενά. Από τις περιγραφές κατάλαβα ότι ήταν Χρυσαετός. Έφυγα στις 11:30 το βράδυ από Καστοριά και παρ’ ότι είχα ειδικά λάστιχα, το χιόνι ήταν τόσο που χρειάστηκε στη διαδρομή να βάλω και αλυσίδες για καταφέρω να φτάσω στον προορισμό μου. Επέστρεψα στην Καστοριά τα ξημερώματα. Η πιο μεγάλη ικανοποίηση ήρθε όταν ανοίξαμε το κλουβί και τον είδα να ξαναπετά υγιής από ένα βράχο του Γράμμου».

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ήταν από τους πρώτους που διαμαρτυρήθηκε για την αδράνεια που, όπως υποστηρίζει, επέδειξε η πολιτεία και οι τοπικοί φορείς μετά το σαμποτάζ, όπως χαρακτηριστικά λέει, που έγινε σε μονάδες γουνοφόρων ζώων. Δέκα χρόνια μετά, κάποια από τα μινκ έχουν προσαρμοστεί στο περιβάλλον της λίμνης Καστοριάς και στις παρόχθιες περιοχές του Αλιάκμονα εξαφανίζοντας την πανίδα και τις φωλιές των πουλιών.

Συμμετέχει σε ομάδες που παρακολουθούν και καταμετρούν την πτητική πανίδα των λιμνών μας αλλά και σε εκπαιδευτικά προγράμματα των σχολείων της πόλης με θέμα τα πουλιά και το περιβάλλον της λίμνης.

Κλείνοντας τη συζήτηση, στέλνει το δικό του μήνυμα, αυτό που μεταφέρει και στους μαθητές των σχολείων όταν επισκέπτονται το περιβαλλοντικό κέντρο του δήμου: «Ό,τι δανειστήκαμε από το περιβάλλον είναι υποχρέωσή μας να το αποδώσουμε στα παιδιά μας».

Γράψτε το σχόλιό σας