Με τον, πριν λίγες μέρες αναχωρητή για τη χώρα του Αχώρητου, Περικλή Κοροβέση είχα μιαν ιδιότυπη, θα έλεγα, πρωτότυπη σχέση. Υπήρξαμε συμμαθητές και, ταυτόχρονα, δάσκαλος και μαθητής.

Το 1959 φοιτούσα στο τρίτο και τελευταίο έτος της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους δυο μεγάλους του ελληνικού θεάτρου: τον σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη και τον ιστορικό του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη. Ταυτόχρονα, φοιτούσα και στο τέταρτο έτος της Φιλοσοφικής Αθηνών. Τα δύο προηγούμενα χρόνια της φοίτησής μου στη Σχολή είχα αριστεύσει και ο αείμνηστος Ροντήρης, που κι ο ίδιος είχε παράλληλα με τη φοίτησή του στη Σχολή του Ράινχαρτ στη Βιέννη σπουδάσει και Φιλολογία στο Βερολίνο, είχε πάθος με τα γράμματα και, βεβαίως, με τα αρχαία ελληνικά, κυρίως δραματικά κείμενα.

Στο πρώτο έτος εκείνης της χρονιάς (1959) είχαν εισαχθεί στη Δραματική Σχολή οι πρωτοετείς φοιτητές κατόπιν εξετάσεων. Ανάμεσά τους, ο Κώστας Τσιάνος και ο Περικλής Κοροβέσης.

Ο Ροντήρης δίδασκε υποκριτική και στα τρία έτη ταυτόχρονα, το ίδιο σύνηθες τετράωρο. Ηταν δική του διδακτική μέθοδος οι νεότεροι σπουδαστές να ξεκινάνε τη μύηση με τα απλά και ο δάσκαλος, χρόνο με τον χρόνο, να εμβαθύνει και να προσθέτει τεχνικά εφόδια και συναισθηματική ένταση. Ετσι, ένας σπουδαστής, νέος, βλέποντας να δουλεύει ένας πρωτοετής, γνώριζε πού έπρεπε να φτάσει, όταν, μάλιστα, πρωτοετής, δευτεροετής και τριτοετής μελετούσαν τον ίδιο μονόλογο ή την ίδια σκηνή. Ο Ροντήρης είχε πάθος με τη γλώσσα από το τυπικό της, το δομικό της και το ετυμολογικό της περιουσιολόγιο.

Διδάσκοντας αρχαία τραγωδία, ξεκινούσε, πολύ συχνά, από το πρωτότυπο και ως εκ τούτου βοηθούσε τους σπουδαστές να αντιλαμβάνονται από το περιεχόμενο και την ικανότητα του μεταφραστή, συγκρίνοντάς το με το αυθεντικό κείμενο.

Τελείωσα με άριστα τη Σχολή, όπου συνυπήρχα με τον Περικλή, ο θίασος του «Πειραϊκού Θεάτρου» ταξιδέψαμε (εγώ στον Χορό) με τους «Πέρσες» του Αισχύλου στο Βελιγράδι και στο Βισμπάντεν. Οταν γυρίσαμε, και πριν στρατευθώ, έχοντας αναστολή λόγω σπουδών στη Φιλοσοφική, ο Ροντήρης με προσέλαβε ως βοηθό του στη Σχολή να επιμελούμαι τις δοκιμές των σπουδαστών τις μέρες που εκείνος απουσίαζε.

Δεν δίδασκα, βέβαια, ακόμη και ο Χορν που τον αναπλήρωνε δήλωνε πως δεν τολμά να διδάξει κείμενα που είχε διδάξει ο Δάσκαλος.

Ο Ροντήρης μού ζήτησε κάποιες πρόσθετες ώρες να διδάσκω στους πρώην συσπουδαστές μου Αρχαία Ελληνικά.

Ηρθε στην αίθουσα πίνακας και κιμωλίες και, γνωρίζοντας την αναπηρία των ελλήνων μαθητών από την ελλιπή γνώση της αρχαίας γλώσσας, ξεκίνησα από το Αλφα. Απλά ρητορικά κείμενα, λ.χ., Λυσίας, Ισοκράτης, Δημοσθένης και Πλάτων, Αριστοτέλης («Ποιητική») και προχώρησα προς το τέλος της χρονιάς (1960 – 61 που στρατεύθηκα) σε μονολόγους και αγγελικές ρήσεις, πρώτα του «εύκολου» Ευριπίδη.

Ο Περικλής ήταν σπουδαστής με έντονη προσωπικότητα. Είχε απορίες, είχε αντιρρήσεις, είχε απόψεις και, συχνά, αιρετικά ερωτήματα. Ο,τι χαίρεται ένας καλός δάσκαλος.

Τέλειωσε τη Σχολή το 1962, όταν εγώ, σε δύσκολους καιρούς πολιτικά, ήμουν στρατιώτης. Τον ξανασυναντούσα συχνά στις πολιτικές κινητοποιήσεις του 1965 της Αποστασίας. Δίδασκα σε ένα φροντιστήριο πίσω από τη Ζωοδόχο Πηγή της Ακαδημίας, στο κέντρο των πορειών και των ταραχών. Τον είδα και την ημέρα που δολοφονήθηκε ο Πέτρουλας.

Ως τον θάνατό του με προσφωνούσε «Δάσκαλο» και τον ευγνωμονώ.

Ανάμεσα 1965 και 1967 ήταν μόνιμος της παρέας στο πατάρι του Φίλιππου Βλάχου, ηθοποιού και εκδότη των πρωτοποριακών «Κειμένων». Στα λιτά τσιμπούσια με κεφαλονίτικο τυρί (Βλάχος και Κοροβέσης ήταν Κεφαλονίτες) και τσικουδιά η παρέα ήταν αξέχαστη (Κακναβάτος, Δάλλας, Καρβέλης, Κατσαρός, Μάνος Ελευθερίου, Μάρκαρης).

Ο Περικλής ήταν ένα ανοιχτό μυαλό έτοιμο να δεχθεί και να επεξεργαστεί ακόμη και εξωφρενικές απόψεις.

Την ίδια εποχή είχαν τα θεατρικά πράγματα τα νέα παιδιά – ηθοποιοί του «Εθνικού Θεάτρου» που δημιούργησαν το «Ελεύθερο Θέατρο».

Με πνευματικό ταγό τότε τον Μάρκαρη μετείχαν στην πνευματική «ουζοποσία».

Ηρθε η Δικτατορία. Τον Σεπτέμβριο του 1967 βρέθηκα στην Ασφάλεια και συνυπήρχα σε κελί με τον Καθηγητή Βασίλη Φίλια. Οι ανακριτές μου (Μάλλιος, Μπάμπαλης και, κυρίως, επί των… επιστημόνων Καλύβας) με ειδοποίησαν πως οι φωνές που άκουγα από την ταράτσα ήταν του συμφοιτητή μου Ανδρέα Λεντάκη και, κυρίως, του μαθητή μου Περικλή Κοροβέση. Και γελούσε σαρδόνια.

Μετά τη Μεταπολίτευση βρισκόμασταν συχνά με τον Περικλή που η αναπηρία του από τα βασανιστήρια ήταν 70%, όταν μου έστελνε τα βιβλία του και ιδιαίτερα τους «Ανθρωποφύλακες» που έκαναν διεθνή πορεία και αποτέλεσαν καταλυτικό κατηγορώ για τη Χούντα στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Οταν, μετά τα βασανιστήρια, ο Κοροβέσης βρέθηκε στο Παρίσι, μαθήτευσε στον Ρολάν Μπαρτ, στον Καστοριάδη και στον Βιντάλ – Νακέ. Δημοσίευσε έξι – επτά μελέτες, πάντα πάνω σε καυτά προβλήματα.

Αλλά στην αρμοδιότητά μου ήταν η θεατρική του παραγωγή. Ο Αντώνης Αντωνίου στη «Θεατρική Σκηνή», συνοδοιπόρος του πολιτικά σε έναν αναρχούμενο αριστερό χώρο, του ανέβασε τα έργα «Tango Bar» και «Επιχείρηση Ιουδήθ», πολιτικά έργα, αλλά και με έντονο ερωτισμό.

Τελευταία φορά που συναντηθήκαμε και για ώρες συζητούσαμε ήταν μετά από μια διάλεξή μου στο Θέατρο «Εκστάν» της Παπαχριστοφίλου και του Γιάννη Σταματίου που υπήρξε μέλος του θιάσου της «Μαχαμπχαράτα» του Πίτερ Μπρουκ. Ο Περικλής τον γνώριζε από την παρισινή του πορεία.

Ο Κοροβέσης υπήρξε και μέγας χιουμορίστας, όταν το χιούμορ, όπως πράγματι συμβαίνει, είναι η άλλη εκδοχή της απελπισίας.

Τα βάσανα τα φοβερά μιας ζωής είχαν γίνει στην ψυχή και στον νου του Περικλή μια βαθιά, ειρωνική συγκατάβαση για τα ανθρώπινα.

Ενας προμηθεϊκός δεσμώτης και πυρφόρος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr