Όταν οι αξιωματούχοι στο Σιάτλ ανακοίνωσαν καθολική καραντίνα στην πόλη, η 15χρονη τότε Βάιολετ Χάρις ήταν τρισευτυχισμένη που δεν θα έπρεπε πλέον να πάει σχολείο.

«Καλή ιδέα; Θα πω ότι είναι!» έγραψε στο ημερολόγιό της που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες. «Η μόνη έγνοια μου είναι ότι το σχολικό συμβούλιο θα προσθέσει τις χαμένες ημέρες στο τέλος της χρονιάς».

Ωστόσο, καθώς αρχίζει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τι σημαίνει η καραντίνα, αρχίζει να βαριέται. Δεν μπόρεσε να βγει από το σπίτι, περνούσε τις ώρες της ράβοντας ένα φόρεμα για να φορέσει στο σχολείο όταν θα άνοιγε ξανά, ενώ πειραματιζόταν κάνοντας με νέες συνταγές από την τοπική εφημερίδα. Δυστυχώς κατάλαβε την πραγματική έκταση των γεγονότων όταν έμαθε ότι η καλύτερή της φίλη, η Ρένα, είχε αρρωστήσει από την ισπανική γρίπη. Μια εβδομάδα μετά, όταν η Ρένα ήταν καλύτερα, οι δύο φίλες μιλούσαν στο τηλέφωνο. «Ρώτησα [την Ρένα] πώς αισθανόταν όταν έχει τη γρίπη και απάντησε: «Μην το πάθεις».

Όπως γράφει η ιστοσελίδα Atlantic, αν η ιστορία επαναλαμβάνεται, είναι γιατί η ανθρώπινη φύση παραμένει σταθερή. Και σε αυτό το σημείο επισημαίνει τις ομοιότητες της ισπανικής γρίπης με την πανδημία που ζούμε τώρα όλοι μας.

Διαβάζοντας άρθρα εφημερίδων και ημερολόγια που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας γρίπης του 1918, αισθάνεσαι μια απίστευτη ομοιότητα. Το μπλακ χιούμορ, τα κουτσομπολιά και οι εικασίες γι’ αυτό που γινόταν στον κόσμο, θυμίζει πολύ η αρχική σελίδα του Twitter τις τελευταίες εβδομάδες, βλέποντας πως ο καθένας προσπαθεί να ανταπεξέλθει με την καραντίνα.

Όμως, παρά τις πολλές ομοιότητες, η καραντίνα του 1918 είχε μια μεγάλη διαφορά με το τώρα: οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας που μας δίνουν τη δυναότητα να παραμείνουμε σε επαφή με τους φίλους και τους συγγενείς μας. Εκτός από την γρίπη, οι άνθρωποι που έζησαν την περίοδο της Γρίπης του 1918, πάλευαν εκτός από τη ζωή τους και με την ξαφνική απώλεια ισχυρών κοινοτικών δεσμών. Μια εμπειρία που, για πολλούς, ήταν πιο επίπονη από τον φόβο μιας θανάσιμης και μεταδοτικής ασθένειας.

Καθώς, το 1918, τα νοσοκομεία γέμιζαν και οι αμερικανικές πόλεις η μια μετά την άλλη έθεταν αυστηρές απαγορεύσεις, ο κόσμος είχε εναλλαγές στη διάθεση, από τον φόβο στο χιούμορ. Η Βάιολετ έδειχνε να διασκεδάζει την οδηγία των αρχών προς τους κατοίκους του Σιάτλ να φορούν μάσκες όταν έβγαιναν έξω. «Θα φαίνονται αστείοι -σαν φαντάσματα», έγραφε. Ζωγράφισε ανθρώπων σε μάσκες προσώπου στο ημερολόγιό της και είχε κολλήσει ένα άρθρο σχετικά με την τελευταία λέξη της μόδας στις μάσκες.

Από την πλευρά της, η Βάιολετ έδειχνε να διασκεδάζει την οδηγία των αρχών προς τους κατοίκους του Σιάτλ να φορούν μάσκες όταν έβγαιναν έξω. «Θα φαίνονται αστείοι -σαν φαντάσματα» έγραφε χαρακτηριστικά, ζωγραφίζοντας ανθρώπους σε μάσκες προσώπου.

Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων

Πολλοί άνθρωποι σύντομα εξαγριώθηκαν με την απομόνωση. «Ήμασταν σε καραντίνα και όλοι έχουν τρελαθεί» γράφει σε γράμμα ένας στρατιώτης στη Νότια Καρολίνα. Ένας άλλος στρατιώτης ήταν εκνευρισμένος που η καραντίνα δεν του επέτρεπε να στείλει στην οικογένειά του δώρο Χριστουγέννων. Στο Σέιντ Λούις, ο αρμόδιος για την υγεία επίτροπος έπαιρνε την «αμφιλεγόμενη» τότε απόφαση να διατάξει το κλείσιμο των σχολείων, των κινηματογράφων, των μπαρ και των δημόσιων αθλητικών γεγονότων.

Όπως αναφέρει το Atlantic, οι εφημερίδες βγήκαν με τους εξής τίτλους: «Η γρίπη απειλεί το ποδόσφαιρο εδώ», «Μέτρα του οργανισμού υγείας που προκαλούν ανησυχία στις ομάδες». Σε άρθρο του St Louis Post-Dispatch ανέφερε ότι «η καραντίνα μπορεί να διαρκέσει τέσσερις εβδομάδες: μένει πίσω το ποδόσφαιρο».

Η δύσκολη απομόνωση

Κατά την πρώτη περίοδο της κρίσης, ο κόσμος ανησυχούσε ότι τα μέτρα για τη δημόσια υγεία τους χαλούσαν τις καθημερινές τους συνήθειες και απρόθυμοι να κατανοήσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης, καθώς και τις συνέπειές της. Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως, όσο ο αριθμός των νεκρών άρχισε να αυξάνεται, δημιουργήθηκε μια αίσθηση απελπισίας που είχε ως αποτέλεσμα μεγάλες συνέπειες στις ανθρώπινες σχέσεις.

Λόγω της απομόνωσης, ο καθένας περνούσε την πανδημία σε μεγάλο βαθμό μόνος του. Δεν μπόρεσαν να στραφούν σε φίλους και γείτονες για στήριξη, ο κόσμος βίωνε την κρίση μέσα στα σπίτια του με κλειστά παραθυρόφυλλα.

«Έμεινα όλη μέρα μέσα και δεν πήγαινα ούτε καν στην Ρένα» γράφει η Βάιολετ στο ημερολόγιό της. «Η μαμά δεν θέλει να κυκλοφορούμε περισσότερο από ό, τι χρειάζεται».

Ο Τζον Μ. Μάρι, συγγραφέας του βιβλίου «Η Μεγάλη Γρίπη», περιγράφει πως η μοναξιά κατά τη διάρκεια της πανδημίας επιδεινώθηκε από τον φόβο και τη δυσπιστία, κυρίως σε χώρους όπου οι αρχές προσπάθησαν να κρύψουν την αλήθεια από το ευρύ κοινό. Στο βιβλίο του, αναφέρει λεπτομερώς για τις οικογένειες που πέθαιναν από την πείνα γιατί όλοι φοβόντουσαν τόσο πολύ που δεν τους πήγαιναν καν φαγητό. Αυτό δεν συνέβη μόνο στις πόλεις, αλλά και στις αγροτικές περιοχές, που θα φανταζόταν κανείς ότι το αίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινότητας θα ήταν πιο ισχυρό.

Πώς άλλαξε η καθημερινότητα

Τον Δεκέμβριο του 1918, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων μειώνεται και η αμερικανική κοινωνία άρχισε να επιστρέφει σταδιακά σε φυσιολογικά επίπεδα. Όμως, η πανδημία άφησε πίσω το σημάδι της. Η προσοχή του κοινού μετατοπίστηκε γρήγορα στο τέλος του Α ’Παγκοσμίου Πολέμου, υπονομεύοντας τις καθαρτικές τελετουργίες που χρειάζονται οι κοινωνίες για να ξεπεράσουν τα συλλογικά τραύματα. Για δεκαετίες μετά, η γρίπη παρέμενε στο πίσω μέρος του μυαλού των ανθρώπων, αλλά δεν συζητιόνταν συχνά.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, σε πολλές περιοχές, η μοναξιά και η καχυποψία που προκάλεσε  συνέχισαν να διεισδύουν στην αμερικανική κοινωνία με διάφορους τρόπους. Για ορισμένους, φαινόταν ότι κάτι είχε χαθεί οριστικά. «Ο κόσμος δεν ήταν τόσο φιλικός όσο πριν» δήλωνε το 1997 ο ​Τζόν ​Ντελάνο, κάτοικος του Κονέκτικατ.

«Δεν έκαναν επισκέψεις ο ένας στον άλλον, δεν έφερναν φαγητό, δεν είχαν πάρτι όλη την ώρα. Η γειτονιά άλλαξε. Οι άνθρωποι άλλαξαν. Όλα άλλαξαν» σημειώνει.

Γράψτε το σχόλιο σας