Για δεκαετίες η αγορά προβλήθηκε ως ο αποτελεσματικότερος μηχανισμός όχι απλώς οικονομικής διαχείρισης, αλλά και κοινωνικού εξορθολογισμού. Οι υποστηρικτές της επιμένουν ότι αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να κατανεμηθούν πόροι, ότι επιτρέπει τη βέλτιστη κατανομή των προϊόντων εφόσον επιφέρει την εξισορρόπηση ανάμεσα σε προσφορά και ζήτηση, καθώς και ότι ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της επιτρέπει τη συνεχή βελτίωση των παρεχομένων προϊόντων και υπηρεσιών, εφόσον υπάρχει το κίνητρο της διεκδίκησης μεγαλύτερου μεριδίου αγοράς (και κέρδους).

Η υποστήριξη της αγοράς δεν παίρνει μόνο τη μορφή της επίκλησης της αποτελεσματικότητας αλλά και νομιμοποιείται ως πιο ταιριαστή στην ανθρώπινη ψυχολογία. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα η ατομικότητα και η προσπάθεια μεγιστοποίησης του ατομικού οφέλους αποτελούν θεμελιώδεις παραμέτρους της ανθρώπινης φύσης και αυτό που ονομάζουμε κοινωνικότητα στηρίζεται πάνω σε έναν θεμελιώδη ατομικισμό που βλέπει τη συνεργασία μόνο με όρους αμοιβαίου οφέλους. Μάλιστα, υποτίθεται ότι η αγορά αποτελεί το κρίσιμο πεδίο που διαμεσολαβεί και συντονίζει τις ατομικές μετατρέποντάς τις τελικά σε συλλογικό καλό. «Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του Μάντεβιλ.

Βέβαια, το σχήμα αυτό έπρεπε να απαντά στις κριτικές που γεννούσαν όλες οι περιπτώσεις που η αγορά δεν συμπεριφέρθηκε ακριβώς ορθολογικά. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε περιόδους ταχείας ανοδικής τάσης, όταν όλοι σπεύδουν να αγοράσουν, ανεβάζοντας αντίστοιχα την αξία των υπό διαπραγμάτευση προϊόντων και τίτλων, και βίαιης «διόρθωσης» προς τα κάτω, όταν όλοι σπεύδουν να πουλήσουν, καταβαραθρώνοντας τις τιμές προϊόντων και των τίτλων, είναι ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί εδώ και αιώνες. Το ίδιο και οι τεχνητές ελλείψεις για να αυξηθεί η τιμή ενός αγαθού.

«ΠΟΥΛΑ!». Η παραδοσιακή απάντηση σε αυτά είναι ότι οφείλονται στην ατελή πληροφόρηση όσων συμμετέχουν που δεν τους επιτρέπει να κάνουν «ορθολογικές επιλογές». Καθώς η τέλεια πληροφόρηση δεν είναι ποτέ δυνατή, δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας προσπαθεί να «μοντελοποιήσει» τις συμπεριφορές στην αγορά δεδομένης αυτής της όχι και τόσο ορθολογικής συνθήκης. Ομως, τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα τα αναμενόμενα: παρά την τεράστια εξέλιξη μαθηματικών μοντέλων και την αύξηση της ισχύος των ηλεκτρονικών υπολογιστών οι πρόσφατες οικονομικές κρίσεις δεν απετράπησαν. Την κρίσιμη ώρα απλώς ακούστηκε μαζικά το «Πούλα!», που προηγείται της οικονομικής κατάρρευσης και των μαζικών απολύσεων.

Ομως, φαίνεται πως η αγορά έχει και ένα πιο βασικό όριο. Δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε καμιά συγκυρία κρίσης. Στην τρέχουσα κατάσταση με την πανδημία του Covid-19 φαίνεται πως είναι μάλλον αδύνατο να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με όρους απλής κινητοποίησης των δυνάμεων της αγοράς. Για την ακρίβεια φαίνεται ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν και χειρότερα. Η γρήγορη εμφάνιση ελλείψεων σε μέσα ατομικής προστασίας, όπως οι μάσκες και τα αντισηπτικά, σε συνδυασμό με την εκτίναξη των τιμών τους είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η συστηματική αποδυνάμωση των δημοσίων συστημάτων υγείας καθολικής πρόσβασης με το σκεπτικό της μείωσης των κρατικών δαπανών για υγεία ώστε να μη «στραγγαλίζεται η αγορά» ήταν ένα άλλο και ίσως πιο επικίνδυνο παράδειγμα.

Δεν είναι τυχαίο που σε όλο τον κόσμο οι προσπάθειες αντιμετώπισης της πανδημίας μόνο ως «απελευθέρωση των αγορών» δεν μπορούν να περιγραφούν. Η μία χώρα μετά την άλλη ανακοινώνουν μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις που θέτουν τον ιδιωτικό τομέα υγείας υπό έστω και προσωρινό δημόσιο έλεγχο, επιβάλλουν αυστηρούς περιορισμούς στη τιμή και τη διακίνηση συγκεκριμένων προϊόντων έκτακτης ανάγκης και βέβαια αναλαμβάνουν να καλύψουν με δημόσιες δαπάνες το κενό που αφήνει η υποχώρηση της ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας.

Ολοι ανακαλύπτουν τη σημασία της ύπαρξης ισχυρών και καλά στελεχωμένων δημόσιων υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, τις οποίες μέχρι πρότινος κατηγορούσαν ως περιττό δημοσιονομικό κόστος, την ανάγκη κρατικής παρέμβασης για την επιτάχυνση της παραγωγής αναγκαίων αντιδραστηρίων, σκευασμάτων και μέσων προστασίας, και βέβαια τη σημασία του κράτους για τη διάχυση της ενημέρωσης, την έγκυρη και έγκαιρη λήψη μέτρων, αλλά και την εξασφάλιση ότι τα έκτακτα μέτρα εφαρμόζονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Οι περίοδοι μεγάλων κρίσεων είναι και περίοδοι όπου δοκιμάζονται τα κοινωνικά και οικονομικά παραδείγματα. Ούτως ή άλλως, η προηγούμενη οικονομική κρίση είχε προσφέρει αρκετά παραδείγματα για το πόσο ανορθολογική μπορεί να γίνει η αγορά. Οι απαιτήσεις της μάχης της πανδημίας επαναφέρουν στο προσκήνιο την ανάγκη στοχασμού της οικονομικής και κοινωνικής ζωής με όρους σχεδιασμού για κάλυψη αναγκών και όχι διεκδίκησης μεριδίου αγοράς.

 

Αλληλεγγύη πέραν της αγοράς

Μάθημα των ημερών ότι η τήρηση των μέτρων προστασίας, η προσαρμογή της κοινωνικής συμπεριφοράς και η συμβολή στο να συνεχίζει να λειτουργεί το σύστημα υγείας και βασικές υποδομές δεν μπορούν να στηριχτούν στην «εγωιστική» επιδίωξη ατομικού οφέλους, ούτε στον εξατομικευμένο φόβο ή πανικό που μπορεί να οδηγήσει σε «άδεια ράφια» ή αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού. Πολύ περισσότερο απαιτεί ένα αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης και ευθύνης πολύ πέραν της «ψυχολογίας της αγοράς».

Γράψτε το σχόλιο σας