Στον Μισέλ Φουκό χρωστάμε την έννοια της βιοπολιτικής. Σύμφωνα με ένα σχήμα, που έχει γίνει πια κοινός τόπος στις κοινωνικές επιστήμες, το πλήρες πέρασμα στη νεωτερικότητα σηματοδοτεί μια αλλαγή στους όρους άσκησης της εξουσίας. Από την εξουσία ως δικαίωμα ακόμη και θανάτωσης, περάσαμε στην εξουσία ως προσπάθεια εξασφάλισης της υγείας (και της παραγωγικότητας) των πληθυσμών. Αυτό σήμαινε ταυτόχρονα και μια χωρίς προηγούμενο επέκταση των μορφών κρατικής παρέμβασης και εξαναγκασμού. Από τη γενίκευση των εμβολιασμών έως τα μέτρα και τις απαγορεύσεις για τον περιορισμό του καπνίσματος η έννοια έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές ως ερμηνευτικό κλειδί και μας έχει βοηθήσει να κατανοήσουμε την πολιτική και ιδεολογική διάσταση των πολιτικών υγείας.

Ταυτόχρονα, έχει επιτρέψει να δούμε με πιο εναργή τρόπο διάφορα ζητήματα, συχνά απωθημένα από τη δημόσια σφαίρα, από τον τρόπο που ο ρατσισμός διεκδίκησε μια «επιστημονικοφανή» διάσταση έως την ανάδειξη ιδιαίτερα επικίνδυνων κατευθύνσεων όπως η ευγονική. Στο έργο συγγραφέων όπως ο Τζόρζιο Αγκάμπεν έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει σύγχρονες βαναυσότητες και κυρίως τον τρόπο που διαμορφώνονται οι σύγχρονες «καταστάσεις εξαίρεσης», δηλαδή χώροι και τόποι άσκησης ενός απόλυτου εξαναγκασμού, με χαρακτηριστικότερη μορφή το στρατόπεδο συγκέντρωσης σε όλες τις παραλλαγές του.

Το τελευταίο διάστημα η έννοια επανήλθε στο προσκήνιο με αφορμή τα ερωτήματα για την αντιμετώπιση της νέας επιδημίας του Covid-19. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η εμπειρία της Κίνας και το γεγονός ότι φαίνεται να επιτυγχάνει κάποια πρώτα βήματα ανάσχεσης της επιδημίας πρέπει να αποδοθούν και στη δυνατότητα μιας ιδιαίτερα αυταρχικής εκδοχής βιοπολιτικής που πήρε τη μορφή μιας πολύ μεγάλης κλίμακας επιβολής πρακτικών καραντίνας και απαγόρευσης δραστηριοτήτων που υποβοηθήθηκε από το οπλοστάσιο μέτρων εξαναγκασμού αλλά και παρακολούθησης και καταγραφής ατομικών πρακτικών που διαθέτει το κινεζικό καθεστώς.

Μάλιστα, αρκετοί θα υποστηρίξουν ότι ακριβώς επειδή οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν διαθέτουν ανάλογες δυνατότητες εξαναγκασμού ή στηρίζονται πολύ περισσότερο στην ατομική αλλαγή συμπεριφοράς, δεν έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν τα ίδια μέτρα και αυτό πιθανώς να οδηγήσει και σε μεγαλύτερη δυσκολία ως προς την αντιμετώπιση της επιδημίας εάν κλιμακωθεί διεθνώς η έντασή της.

 

To ερώτημα

Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη το γεγονός ότι για τον Φουκό, στοχαστή που μάλλον δεν πίστευε στην ουτοπία μιας κοινωνίας χωρίς εξαναγκασμό αλλά στη δυνατότητα κοινωνιών με περισσότερες ελευθερίες, η έννοια της βιοπολιτικής δεν διατυπώνεται μόνο με όρους δυστοπίας, το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν μπορεί να υπάρξει μια δημοκρατική βιοπολιτική. Είναι δηλαδή το ερώτημα εάν μπορούμε να έχουμε συλλογικές πρακτικές που να προάγουν αυτό που θα λέγαμε υγεία μεγάλων πληθυσμών, χωρίς αυτό να είναι το αποτέλεσμα μιας παράλληλης επέκτασης των μορφών εξαναγκασμού και επιτήρησης.

Ο ίδιος ο Φουκό στο ύστερο έργο του δείχνει να προσφέρει έναν δρόμο γύρω από την έννοια της αλήθειας, της παρρησίας και της επιμέλειας εαυτού. Σε έναν ιδιότυπο διάλογο με την αρχαία φιλοσοφία παραπέμπει σε μια εναλλακτική πολιτική του βίου που συνδυάζει την ατομική και συλλογική μέριμνα με όρους που δεν παραπέμπουν στον εξαναγκασμό.

Αυτό θα σήμαινε ότι οι αποφάσεις για τον αυτοπεριορισμό της κίνησης στη διάρκεια μιας επιδημίας ή για την αποφυγή του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους ή για την επιλογή ατομικών και συλλογικών πρακτικών που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον, δεν λαμβάνονται υπό τον φόβο της τιμωρίας αλλά στο πλαίσιο μιας δημοκρατικά συζητημένης συλλογικής απόφασης. Σε μια τέτοια κατεύθυνση από τη συμμόρφωση περνάμε στην ευθύνη, πρώτα και κύρια έναντι των άλλων και στη συνέχεια ως προς εαυτόν και από τη λογική της αναστολής της κοινωνικότητας στη συνειδητή προσαρμογή της. Σε μια τέτοια συνθήκη, αντί για τον διαρκή εξατομικευμένο φόβο, που μπορεί να διαλύσει κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής, περνάμε στη συλλογική προσπάθεια, τον συντονισμό και την αλληλεγγύη εντός μιας μάχης που τη δίνουμε από κοινού, στοιχεία που μπορεί να αποδειχτούν και πιο κρίσιμα από την αμιγώς ιατρική παρέμβαση.

Σε αυτό το πλαίσιο, όντως μπορεί να υποθέσει κανείς τη δυνατότητα μιας δημοκρατικής βιοπολιτικής. Κομβική πλευρά – συχνά αγνοημένη στη δημόσια σφαίρα – η διάχυση της γνώσης. Ο ούτως ή άλλως εκδημοκρατισμός της γνώσης που επιφέρει η αυξανόμενη φοίτηση ανθρώπων σε ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, σε συνδυασμό με μια συνειδητή προσπάθεια εκλαΐκευσης, μπορεί να εξασφαλίσει ακριβώς ότι οι άνθρωποι θα μπορέσουν να αποφασίσουν συλλογικά στη βάση γνώσης που τους προσφέρεται και όχι μόνο στη βάση της αυθεντίας των όποιων «ειδικών».

 

Μια βιοπολιτική «από τα κάτω»

Η μάχη ενάντια στον HIV, η προσπάθεια καταπολέμησης του στίγματος, η εμπέδωση της αντίληψης ότι δεν πρόκειται για νόσο «ομάδων υψηλού κινδύνου», η γενίκευση των πρακτικών ασφαλούς σεξ, η εύκολη πρόσβαση σε διαγνωστικά τεστ, η διάθεση πόρων για την εξέλιξη και μαζική διάθεση θεραπευτικών σκευασμάτων και για προσφορά υπηρεσιών υγείας, δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς τη δράση κινημάτων όπως το ACT UP που συγκρούστηκαν με νεοσυντηρητικές αντιλήψεις.

 

Γράψτε το σχόλιο σας