Ενα υπερπολυτελές αυτοκίνητο με τέρμα τα γκάζια στην παραλιακή. Ανασφάλιστο όπως αποδεικνύεται. Παρασύρει έναν νεαρό μοτοσυκλετιστή που κυκλοφορεί καθ’ όλα νόμιμος και εντός των ορίων ταχύτητας. Ο οδηγός του αυτοκινήτου, μετά το δυστύχημα, εγκαταλείπει το θύμα του, που ξεψυχά στην άσφαλτο, και εξαφανίζεται. Παρουσιάζεται μετά την παρέλευση του αυτόφωρου και αφού πρώτα έχει ανοίξει, νομικά, τον δρόμο η δικηγόρος του. Εν τω μεταξύ όμως στη συνείδηση του κοινού το συμβάν έχει καταγραφεί ως «το θανατηφόρο τροχαίο με την Κορβέτ». Με έμφαση στο «Κορβέτ», όχι στο θανατηφόρο.

Ασυνείδητοι οδηγοί που εγκαταλείπουν τα θύματά τους κυκλοφορούν και με αυτοκίνητα χαμηλού κυβισμού και με φορτηγά και με μηχανές. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια και για τις γνωστές αιτίες, στη δημόσια συζήτηση γίνεται και πάλι λόγος για «ταξικά τροχαία». Το στερεότυπο του κοινωνικού αυτοματισμού θέλει το κακομαθημένο πλουσιόπαιδο να σανιδώνει το γκάζι, να κυκλοφορεί με αυτοκίνητα «σκοτώστρες», να μην υπακούει σε κανόνες διότι έχει μάθει να γίνεται το δικό του, να «σκοτώνει γιατί πληρώνει». Αυτό μας υπαγορεύει το συλλογικό μας ασυνείδητο. Είναι που δεν έχουμε προτεσταντική παράδοση ώστε να αποδαιμονοποιούμε τον πλούτο εφόσον βέβαια αυτός είναι ανταποδοτικός. Για την Ορθοδοξία είναι πιο εύκολο να περάσει το καραβόσχοινο από το μάτι της βελόνας παρά ο πλούσιος από την πύλη του Παραδείσου. Και αυτό υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού ακόμη και όσων δηλώνουν άθεοι.

Λίγες μέρες αργότερα, ένα φονικό στη Θεσσαλονίκη. Τέσσερα αδέλφια εναντίον ενός ιδιοκτήτη ψητοπωλείου. Δεκατρείς μαχαιριές διότι απέλυσε ένα από τα αυτά. Η κοινή γνώμη, ακροβατώντας στο τεντωμένο σχοινί του λαϊκισμού, αναζητά ελαφρυντικά για τον υπάλληλο που, με ένα μαχαίρι, επέβαλε τον «νόμο του εργάτη». Εγώ πάλι σκέφτομαι την ασφυξία μίας κοινωνίας που τα μέλη της σκοτώνουν και είναι έτοιμοι να σκοτωθούν για μία θέση ντελιβερά.

Από τα στερεότυπα στην πραγματικότητα

Ας τελειώνουμε όμως κάποτε με τις ιδεοληψίες διότι εκεί που σταματάνε τα στερεότυπα, αρχίζει η πραγματικότητα. Κωλόπαιδα, εν δυνάμει ή τυχαίοι εγκληματίες μεγαλώνουν και σε πλούσιες και σε φτωχές και σε μεγαλοαστικές και σε προλεταριακές οικογένειες και από καλούς και από κακούς γονείς. Διαφορετικά οι κοινωνίες θα ήταν σαν συσκευασίες τσίχλας. Από εδώ με άρωμα δυόσμου, από εκεί με άρωμα μέντας. Πολύ απλό για να είναι πραγματικό.

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «10», ο Μ. Καραγάτσης γράφει ότι δεν μπορεί ακόμη να καταλήξει αν ο πλούτος ή η φτώχεια είναι η συνηθέστερη πηγή αμαρτίας και παραβατικότητας. Μια σχετική απάντηση ωστόσο είχε δώσει η Κοκό Σανέλ στην από τον Πολ Μοράν βιογραφία της. «Ο μεγάλος πλούτος και η μεγάλη φτώχεια μπορεί να αποτυπώνουν ακριβώς την ίδια εξαθλίωση».

Γράψτε το σχόλιο σας