Ομόνοια plus ή Ομόνοια place; Στην προκειμένη περίπτωση και τα δύο. Plus διότι επιτέλους, με πρωτοβουλία του Δήμου της Αθήνας, η πλατεία της Ομόνοιας αναμορφώνεται. Τα ημιτελή, εδώ και 17 χρόνια, μπλοκ από τσιμέντο αντικαθίστανται από ένα πιο «φιλικό» στο μάτι σχέδιο. Κάτι που να θυμίζει περισσότερο πλατεία και συγκεκριμένα τα χαρακτηριστικά σιντριβάνια που εγκαινίασαν τη δεκαετία του 1960. Που νοσταλγούμε μεν στις παλιές φωτογραφίες και στα πλάνα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, αλλά πάλι γκρίνιαξαν κάποιοι όταν άκουσαν γι’ αυτό το νέο σχέδιο αναμόρφωσης.

Το place αναφέρεται σε περασμένες «χρυσές» εποχές. Τότε που η Ομόνοια ήταν μια κοσμοπολίτικη – τουλάχιστον ως προς τους ευσεβείς πόθους των Αθηναίων – πλατεία. Οπως την τραγουδούσε το 1954 η Ρένα Βλαχοπούλου (και η Σοφία Βέμπο και αργότερα η Μαρινέλλα). «Πλατεία κοκέτα, φαγιά σε πακέτα / τσατσάρες, στιλό και λαχεία / και χαζοί από την επαρχία / δυο μέτρα πιο κάτω, πολύ ορεξάτο / παρφέμ ένα γύρω σκορπίζει / το ντονέρ το κεμπάμπ που γυρίζει […] κάποιου εκεί κουλουρτζή ο νταβάς / να η Ομόνοια place».

Η ιστορία της Πλατείας Ομονοίας είναι συνυφασμένη με την ιστορία της Αθήνας ως πρωτεύουσας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Περιλαμβάνεται στο πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης που έγινε από τους αρχιτέκτονες Κλεάνθη και Σάουμπερτ και αρχικά ονομαζόταν Πλατεία Ανακτόρων αφού εκεί επρόκειτο να αναγερθούν τα ανάκτορα. Τα οποία έγιναν, τελικά, στο Σύνταγμα και έτσι μετονομάστηκε σε Πλατεία Οθωνος. Εκείνη την εποχή αποτελούσε, κατά κάποιον τρόπο, το σύνορο του κέντρου της Αθήνας αφού μετά άρχιζαν οι… εξοχές της Πατησίων.

Τον Οκτώβριο του 1862 οι Αθηναίοι πανηγύρισαν εκεί την έξωση του βασιλιά και επειδή είχε προηγηθεί μια περίοδος διχασμού ο πρωθυπουργός Δημήτριος Βούλγαρης της έδωσε συμβολικά το «ωραίον της Ομονοίας όνομα». Οσο ο 19ος αιώνας προχωρούσε προς το τέλος του και ο Τσίλλερ έχτιζε πέριξ της Ομόνοιας τα μεγαλοπρεπή ξενοδοχεία που σώζονται μέχρι σήμερα, η πλατεία δεντροφυτεύτηκε, στο κέντρο της στήθηκε μαρμάρινη εξέδρα όπου κάθε Κυριακή παιάνιζε η μπάντα του δήμου και τα τριγύρω καφενεία έγιναν τα στέκια της κοσμικής Αθήνας. Το Σύνταγμα όμως ήταν που κέρδισε τελικά τις εντυπώσεις αφού μέχρι την Ομόνοια έφτανε ο αντίλαλος από τα λαϊκά μαγαζιά του Ψυρή.

Εγινε ωστόσο η «ψυχή» της Αθήνας, ο παλμογράφος των μεγάλων αλλαγών της. Της Ελλάδας ολόκληρης θα έλεγα αφού μέχρι και τη δεκαετία του 1980 ήταν το άτυπο meeting point των κυμάτων της εσωτερικής μετανάστευσης. Οπως, σε άλλο τραγούδι, το λέει ο Σαββόπουλος: «Τόσος κόσμος πλάι του πέρασε και τον προσπέρασε / τι να ζητάει / επαρχιώτης στην Ομόνοια / μες στο ψιλόβροχο αρχές του Μάη».

 

Τέλος εποχής

«Κάθε μέρα περνούσα από μπροστά, κάθε μέρα το έβλεπα. Σπανιότατα καθόμουν ή έμπαινα να πάρω κάτι, αλλά το ότι υπήρχε εκεί μου έδινε ένα είδος σιγουριάς. Ηταν τοπίο της καθημερινότητάς μου»… Ηταν πρωί, δεν είχα ακόμη καλοξυπνήσει, δεν πολυκαταλάβαινα τι μου έλεγε ο φίλος στο τηλέφωνο. Μου πήρε ένα – δύο λεπτά για να συνειδητοποιήσω ότι μιλούσε για το ζαχαροπλαστείο «Κοραής» στην οδό Σόλωνος. Και αναφερόταν στο οριστικό κλείσιμό του σαν να ήταν παλιός συμμαθητής μας που τον πήρε κακιά αρρώστια.

Μόνο που εγώ έμπαινα ακόμη στον «Κοραή». Οχι συχνά, αλλά έμπαινα. Επαιρνα στο χέρι την περίφημη τυρόπιτά του με τη βουτυράτη σφολιάτα – διατροφικό αμάρτημα για την εποχή μας, ίσως γι’ αυτό την καταβρόχθιζα σχεδόν στα μουλωχτά μέχρι να φτάσω στην επόμενη γωνία. Καμιά φορά έπαιρνα και μια – δυο πάστες για το σπίτι. Εκείνες τις παλαιικές ολοστρόγγυλες πάστες τρούφα με τη σαντιγί και το κερασάκι στην κορυφή. Δεν μου πολυάρεσαν, δυο – τρεις κουταλιές και μετά τις ξεχνούσα. Ηταν όμως σαν αντίδωρο από τα χρόνια της πρώτης νιότης μου.

 

 

Μαθήτρια της Πρώτης Γυμνασίου ήμουν όταν πρωτοπήγα στον «Κοραή». Δεν είχε πολύ καιρό που είχε ανοίξει. Με είχε πάρει μαζί της η φοιτήτρια αδελφή μου και όταν κάθισα στο τραπεζάκι και ήπια τις πρώτες γουλιές από την πορτοκαλάδα με ανθρακικό ένιωσα ότι είχα μπει κι εγώ στο Πανεπιστήμιο. Στέκι φοιτητικό, πολύ μοντέρνο για την εποχή του, έμεινε ίδιο και απαράλλαχτο για πενήντα παρά ένα χρόνια. Την επόμενη φορά που θα περάσω από εκείνο το σημείο της Σόλωνος θα κοιτάξω αλλού. Οχι για να μη δω την ξηλωμένη ταμπέλα, αλλά εμένα έφηβη.

 

Προς φωτογράφιση

Το βλέπω όλο και πιο συχνά, όλο και πιο απροκάλυπτα σε διαφημίσεις και αναφορές για εστιατόρια. Για παράδειγμα, «μεσογειακή κουζίνα με εντυπωσιακά, φωτογραφίσιμα πιάτα».

Η πιο ανούσια μανία των τελευταίων χρόνων αρχίζει και ενσωματώνεται στα κριτήρια ποιότητας ενός εστιατορίου. Αν λοιπόν υποψιαστώ ότι σε κάποιο μαγαζί ετοιμάζουν και σερβίρουν τα πιάτα προσέχοντας όχι την εμφάνιση αλλά το κατά πόσο είναι «φωτογραφίσιμα» (υπάρχει τεράστια διαφορά), απλώς δεν θα ξαναπάω.

 

Τι μου αρέσει στην Αθήνα

Ο αττικός ουρανός και οι απίστευτες αποχρώσεις του. Από το γαλάζιο του ως το ροδακινί του, πάντα με σταθερό φόντο  Παρθενώνα – Λυκαβηττό – Πειραιά και Υμηττό. Αυτός ο ζωγραφικός πίνακας που διαρκώς αλλάζει και με αφήνει άναυδο ώρες ώρες είναι ό,τι μου αρέσει περισσότερο στην Αθήνα και με κάνει να νιώθω πότε λες και είμαι σε ταινία της Disney και πότε σε ποίημα του Περικλή Γιαννόπουλου.

Ασφαλώς είναι και οι γειτονιές της, τα Αναφιώτικα, το Θησείο, ο Κολωνός, το Μεταξουργείο, τα νεοκλασικά της (διατηρητέα και μη). Οι τόσοι ετερόκλητοι άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από αυτόν τον αστικό θόλο, τα τόσα βλέμματα που ζητούν συνάντηση, οι προοπτικές, οι ευκαιρίες, η νυχτερινή ζωή, ο παλμός, κι αν μη τι άλλο η τέχνη που είναι διάσπαρτη παντού, από τα street art ως τα μουσεία και τα δεκάδες θέατρα. Ολα αυτά στην Αθήνα.

Γράψτε το σχόλιο σας