Η Τουρκία φαίνεται να είναι στο απόγειο της προσπάθειάς της να διεκδικήσει ένα ρόλο ισχυρής περιφερειακής δύναμης, σε μια περιοχή που δεν περιορίζεται στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αλλά επεκτείνεται συνολικά στη Μέση Ανατολή και φτάνει μέχρι και την Αφρική.

Από το πρωί της Παρασκευής, ανήμερα της θλιβερής επετείου των Ιμίων, είμαστε παρατηρητές ενός ακόμη προκλητικού σχεδίου της Τουρκίας να «πατήσει πόδι» στο Αιγαίο, και μάλιστα σε ελληνική ΑΟΖ. Και είναι μια ακόμη προσπάθεια να αναδειχθεί ο Ερντογάν σε ρυθμιστή των ενεργειακών και γεωπολιτικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή.

Στη Συρία παγίωσε την παρουσία της στη «ζώνη ασφαλείας» που διεκδίκησε και μάλιστα απέσπασε και από την Άνγκελα Μέρκελ την υπόσχεση εξέτασης του αιτήματος για ανθρωπιστική βοήθεια και για την μετεγκατάσταση προσφύγων στην βορειοανατολική Συρία που επιδιώκει η Άγκυρα για να τροποποιήσει τη πληθυσμιακή σύνθεση των περιοχών που ήταν υπό κουρδικό έλεγχο.

Στη Λιβύη με την επιμονή της να στηρίζει την κυβέρνηση Σάρατζ κατοχύρωσε ότι είναι μία από τις δυνάμεις που συμμετείχε στη Σύνοδο του Βερολίνου (λίγο μετά την τουρκορωσική προσπάθεια για κατάπαυση πυρός) και διεκδικεί να είναι μια δύναμη που έχει ρόλο στην περιοχή, την ώρα που υποστηρίζει ότι το μνημόνιο συνεργασίας με την κυβέρνηση Σάρατζ δικαιώνει τη δική της άποψη για τη χάραξη ΑΟΖ στην περιοχή και όχι τις πάγιες ελληνικές θέσεις.

Στη Μέση Ανατολή, αφού κατήγγειλε το σχέδιο ειρήνης που πρότεινε ο Ντόναλντ Τραμπ, διεκδικεί επιθετικά να είναι μία δύναμη που βγαίνει μπροστά για να προασπίσει τα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού.

Στο Κέρας της Αφρικής έχει αναβαθμίσει τη στρατηγική προσέγγιση με την Σομαλία, έχοντας μάλιστα και βάση στο Μογκαντίσου, ενώ έχει αυξήσει τις εμπορικές συναλλαγές με αρκετές χώρες της Αφρικανικής ηπείρου, συμπεριλαμβανομένων και χωρών με τις οποίες βρίσκεται σε αντιπαράθεση γεωπολιτική, όπως την Αίγυπτο.

Όμως, την ίδια στιγμή η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις των ίδιων των γεωπολιτικών ανοιγμάτων.

 

Οι νέες δυσκολίες στις ρωσοτουρκικές σχέσεις

Η τρέχουσα συνεργασία ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία, που έχει και μια «επίσημη» μορφή εφόσον και οι δύο χώρες συμμετέχουν μαζί με το Ιράν στη «διαδικασία της Αστάνα», δεν προέκυψε από κάποια εξαρχής σύγκλιση.

Για την ακρίβεια, οι δύο χώρες είχαν εξαρχής ανταγωνιστικές στοχοθεσίες σε σχέση με τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία. Η Ρωσία επεδίωκε να στηρίξει την κυβέρνηση Άσαντ έτσι ώστε να μην καταρρεύσει και να μην χαθεί και  κατοχυρωμένη σοβιετική αρχικά, ρωσική αργότερα παρουσία, την ώρα που η Τουρκία είδε στην εξέγερση κατά της κυβέρνησης της Δαμασκού την ευκαιρία για μια «αλλαγή καθεστώτος» που θα διεύρυνε τη δική της επιρροή στη Συρία.

Ήταν η εξέλιξη του εμφυλίου πολέμου, το γεγονός ότι οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης που στήριξε η Τουρκία υποσκελίστηκαν από άλλες ένοπλες ισλαμιστικές οργανώσεις και κυρίως ο τρόπος που οι Κούρδοι διεκδίκησαν να σχηματίσουν οιονεί κρατική οντότητα δίπλα στα σύνορα με την Τουρκία, που έκαναν την Τουρκία να προσφύγει σε κάποιου τύπου συνεννόηση με τη Ρωσία.

Ωστόσο, η συνεργασία αυτή δεν σήμαινε πάντα και συμπόρευση. Μπορεί για παράδειγμα η Ρωσία, όπως και οι ΗΠΑ, να έδωσε συναίνεση στην τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία, αν και περιορίζοντας το βάθος της εισβολής, όμως την ίδια στιγμή διαρκώς πιέζει για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην Ιντλίμπ.

 

Διαβάστε επίσης: Κάλπικο ευρωπαϊκό χαρτί παίζει η Τουρκία – Στο στόχαστρο Ελλάδα, Κύπρος

 

Η περιοχή αυτή αποτελεί τον τελευταίο θύλακα των ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένης της Αλ Νούσρα, που αποτελεί μετεξέλιξη της Αλ Κάιντα στη Συρία. Όμως, στην ίδια περιοχή βρίσκονται και οι ένοπλες ισλαμιστικές οργανώσεις που στηρίζει η Τουρκία, μέρος των οποίων προωθήθηκε στην βορειοανατολική Συρία μαζί με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, ενώ από αυτή την περιοχή προέρχονται και οι ένοπλοι ισλαμιστές τη μετακίνηση των οποίων προς τη Λιβύη ως μισθοφόρων η Τουρκία κατηγορείται ότι οργάνωσε.

Το τελευταίο διάστημα οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις, με ρωσική συνεργασία, έχουν κλιμακώσει τις επιθέσει με σκοπό να προετοιμάσουν την κατάληψη της περιοχής. Κομβική εξέλιξη η κατάληψη από τον συριακό στρατό της πόλης Μαάρατ-αλ-Νουμάν, όπως και ο έλεγχος κρίσιμων αυτοκινητοδρόμων, με αποτέλεσμα και την περικύκλωση δύο από εκ των δώδεκα τουρκικών σταθμών ελέγχου στην περιοχή. Το αποτέλεσμα ήταν μια έκρηξη του Ερντογάν που κατήγγειλε ότι η Ρωσία δεν σέβεται τις συμφωνίες που έχει υπογράψει και ότι η «διαδικασία της Αστάνα είναι ημιθανής».

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι η Ρωσία μπορεί να έχει ανεχθεί αρκετές τουρκικές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένων των μετακινήσεων μισθοφόρων προς τη Λιβύη, αλλά επιθυμεί η κατάσταση στη Συρία να περάσει από τη φάση της σταθεροποίησης στη φάση της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.

 

Η Τουρκία στη δίνη της λιβυκής κρίσης

Την ίδια στιγμή η Τουρκία βρίσκεται στο στόχαστρο αρκετών δυνάμεων σε σχέση με τους χειρισμούς της στη λιβυκή κρίση. Μπορεί να κατοχύρωσε μια θέση ανάμεσα στις δυνάμει εγγυήτριες δυνάμεις, ωστόσο ο τρόπος που επιμένει να στηρίζει κυρίως την κυβέρνηση της Τρίπολης, αντί να συνεισφέρει στην ειρήνευση, οι μαζικές αποστολές μισθοφόρων από τη Συρία και η εκ των πραγμάτων παραβίαση του εμπάργκο στη  στρατιωτική ενίσχυση των αντιμαχόμενων πλευρών προκαλούν ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων. Τελευταίο παράδειγμα ο τρόπος που ο γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν κατηγόρησε ευθέως την Τουρκία ότι παραβιάζει τη συμφωνία για τη Λιβύη αποστέλλοντας πολεμικά σκάφη και μισθοφόρους.

Ο τρόπος που ο Ερντογάν επιλέγει να αντιδράσει στις πιέσεις και τις επικρίσεις αυτές μέσα από φραστικές επιθέσεις στη Γαλλία, μάλλον δεν διευκολύνει τα πράγματα, την ώρα που είναι σαφές ότι διάφορες χώρες θεωρούν ότι η Τουρκία διεκδικεί περισσότερο χώρο από όσο της αναλογεί.

Ας μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία δεν είναι και στις καλύτερες σχέσεις και με άλλες σημαντικές χώρες της περιοχής. Για παράδειγμα η Αίγυπτος, που στηρίζει την πλευρά Χαφτάρ δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι την τουρκική ανάμειξη και καθόλου τυχαία υπάρχουν σαφή σημάδια εντάσεων στις τουρκοαιγυπτιακές σχέσεις.

 

Οι δυσκολίες στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις

Ο Ερντογάν έχει επενδύσει ιδιαίτερα στη δυνατότητα να έχει μια απευθείας επικοινωνία με τον Τραμπ και αυτό έχει οδηγήσει και σε αρκετές δημόσιες παρεμβάσεις για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και σε γραμμή «ίσων αποστάσεων», αν και ο προσεκτικός αναγνώστης τέτοιων ανακοινώσεων θα διαπιστώσει ότι αποτελούν πολύ περισσότερο την αναπαραγωγή μιας πάγιας ρητορικής επί της συγκεκριμένης αντιπαράθεσης.

Είναι γεγονός ότι η Τουρκία κατάφερε να αποσπάσει τη βασική παραχώρηση εκ μέρους των ΗΠΑ που επεδίωξε, δηλαδή την ανοχή στην εισβολή στη Βορειοανατολική Συρία και την απόσυρση της υποστήριξης προς τις κουρδικές δυνάμεις. Όμως, αυτό δεν αναιρεί τη συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ για την τουρκική επιμονή στην προμήθεια ρωσικών βαλλιστικών συστοιχιών S-400.

Την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι μερίδες του αμερικανικού πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου έχουν πιο επιθετική στάση απέναντι στην προσέγγιση Τραμπ και Ερντογάν. Ενδεικτική και η συντήρηση του θορύβου για τις αποκαλύψεις του τέως Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Τζων Μπόλτον ότι πλευρά της συνεννόησης Τραμπ και Ερντογάν ήταν η ανακοπή της έρευνας σε βάρος της τουρκικής (και κρατικής ιδιοκτησίας) τράπεζας Halkbank για παραβίαση του εμπάργκο σε βάρος του Ιράν, συνεννόηση που δεν είναι άσχετη και με παλαιότερες επενδύσεις του ίδιου του Τραμπ στην Κωνσταντινούπολη (την κατασκευή των Trump Towers Istanbul).

 

Οι παγίδες της υπερέκθεσης

Το προηγούμενο διάστημα η Τουρκία φάνηκε να εκμεταλλεύεται σχετικά αποτελεσματικά τη μερική μετάβαση σε έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο. Αυτό της επέτρεψε πιο ευέλικτες αλλά και πιο αντιφατικές συμμαχίες και συνεργασίες, τις οποίες και εκμεταλλεύτηκε.

Όμως, ταυτόχρονα καταγράφηκε και μια ορισμένη αλαζονική σχεδόν υπερέκθεση σε πλήθος μετώπων, στο πλαίσιο της προσπάθειας να κατοχυρώσει ότι είναι ισχυρή περιφερειακή δύναμη.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τώρα η Τουρκία αρχίζει και αισθάνεται το κόστος και τους κινδύνους αυτής της υπερέκθεσης.

 

Γράψτε το σχόλιο σας