Η νέα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αικατερίνη Σακελλαροπούλου εκλέγεται την προσεχή Τετάρτη με 266 ψήφους, και μια ολόκληρη ιστορική περίοδος, αυτή της δεκαετούς κρίσης που βύθισε τη χώρα στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξαχρείωση, περιέρχεται πλέον στην αρμοδιότητα του ιστορικού του μέλλοντος ο οποίος και θα αποδώσει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι».

Το σκεφτόμουν το βράδυ της Τετάρτης στο Σαρόγλειο Μέγαρο, που στεγάζει τη Λέσχη των Αξιωματικών, όπου το Ιδρυμα Μπότση απένειμε τα ετήσια δημοσιογραφικά  του βραβεία, βλέποντας να κάθονται σε απόσταση λίγων μόλις μέτρων μερικοί πρωταγωνιστές αυτής της φοβερής κρίσης – ο απερχόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελος Βενιζέλος, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας.

Ανθρωποι που χειρίστηκαν  μέρος ή και το όλον της κρίσης, και κατάφεραν κατά το τμήμα που τους αντιστοιχούσε να διασώσουν τη χώρα από την καταστροφή και τον πιθανό εμφύλιο.

Ο απών από την εκδήλωση Πρωθυπουργός, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, στο Μέγαρο Μαξίμου είχε ήδη εκφωνήσει το όνομα της Αικατερίνης Σακελλαροπούλου ως την προτίμησή του για το ύπατο αξίωμα της πολιτείας, και η αναγγελία είχε ακυρώσει πια οτιδήποτε θα μπορούσε να προσδώσει ενδιαφέρον στην εκδήλωση – όλοι είχαν στρέψει την προσοχή τους στην επιλογή Μητσοτάκη…

 

Απογοήτευση

Μπόρεσα να διαγνώσω την απογοήτευση του συνήθως χαμογελαστού και μονίμως μοιράζοντος καλά λόγια Προκόπη Παυλόπουλου, πριν εγκαταλείψει την αίθουσα  για το τελευταίο του ως Προέδρου της Δημοκρατίας επίσημο ταξίδι στην Ιρλανδία. Ολα πάνω του, παρότι γνώριζε, και το γνώριζε από καιρό, ότι δεν θα τον επιλέξει ο Μητσοτάκης για δεύτερη θητεία, έδειχναν μια παραίτηση.

Και μπόρεσα να καταλάβω την απογοήτευση του καθήμενου λίγο πιο μπροστά από μένα Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος παρότι ήταν η πιο σπουδαία ανοιχτή πρόταση για να υιοθετήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εκείνος έκανε μια επιλογή η οποία φυσικά θα κριθεί εκ του αποτελέσματος – όπως και κάθε άλλη φυσικά που θα έκανε.

Και έπειτα θυμήθηκα. Οτι αυτός ο άνθρωπος, ο Βενιζέλος, που δεν είναι φυσικά καθόλου τυχαία προσωπικότητα, είναι αυτός που κατά βάση στήριξε επιστημονικά μια πολιτική επιλογή που οριστικοποίησε τη σημερινή μορφή του πολιτεύματος σε κοινοβουλευτική προεδρευομένη δημοκρατία.

Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η ιστορία, και μέρες που είναι, μέρες και νύχτες «γκαστρωμένες» που λέγαμε παλιά, αποφάσισα να την κάνω τη βαθιά βουτιά στο παρελθόν, επειδή πάντα είμαι της άποψης ότι πρέπει «να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι».

 

Η κίνηση – ματ

1985, Μάρτιος, είναι που ο Ανδρέας αποφασίζει, τελευταία στιγμή, να επιλέξει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον έντιμο δικαστή της υπόθεσης Λαμπράκη, Χρήστο Σαρτζετάκη, αντί του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του πρεσβύτερου, ο οποίος ήταν το λογικό φαβορί, έπειτα από μια ομαλή τετραετία συγκατοίκησης με τον Ανδρέα και το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, και εκείνον στο Προεδρικό Μέγαρο. Πράξη, ακατανόητη για τους πολλούς.

Ολα γύρω μυρίζουν ένταση, διχασμό και οξύτητα. Η ηττημένη Δεξιά έχει αποκτήσει καινούργιο πολιτικό αρχηγό, τον προαιώνιο εχθρό του Ανδρέα, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, εκείνος πιστεύει ότι ήρθε, επιτέλους, η ώρα να λύσει οριστικά τους ανοιχτούς λογαριασμούς  που έχει μαζί του, η Ελλάδα έχει χωριστεί σε πράσινα και μπλε καφενεία, και όλα δείχνουν ότι θα πάμε σε εκλογές μέσα σε πολεμικό κλίμα.  Οι μετρήσεις της εποχής δείχνουν ότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ πορεύονται χέρι χέρι προς τις εκλογές – τέτοιος ήταν ο διχασμός. Και ο Ανδρέας αποφασίζει να κάνει μια κίνηση που θα αλλάξει άρδην το πολιτικό κλίμα και θα του δώσει την ευκαιρία να ξεφύγει οριστικά του αντιπάλου του (όπως και έγινε άλλωστε: στις εκλογές της 2 Ιουνίου το ΠΑΣΟΚ έλαβε 45,82% και η ΝΔ 40,86%).

Την ευκαιρία που αναζητεί, τη βρίσκει στην προεδρική εκλογή. Η απόφαση για Σαρτζετάκη αντί Καραμανλή δημιουργεί πάταγο, προκαλεί τσουνάμι πολιτικών αντιδράσεων, και την πλήρη ρήξη με τη Δεξιά αλλά και το οικονομικό-μιντιακό κατεστημένο της χώρας.

Προσβολή, ασέβεια, εμπαιγμός, ύπουλη στάση, παγίδα, αθλιότητα είναι μερικές από τις λέξεις που κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα του μεγαλύτερου μέρους του Τύπου – ακόμη και ορισμένων θεωρουμένων ως «φιλοκυβερνητικών», προσκείμενων στο ΠΑΣΟΚ, εφημερίδων.

Είναι μόλις 11 χρόνια από την πτώση της χούντας και (όπως πάντα άλλωστε…) οι κασσάνδρες προβλέπουν σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς – εξαιτίας της αναγκαστικής αποστρατείας του «θεμελιωτή του δημοκρατικού πολιτεύματος» Κων. Καραμανλή…

 

Η μεγάλη αλλαγή

Ολοι; Οχι ακριβώς. Ο Ανδρέας έχει αποφασίσει μαζί με την αποστρατεία Καραμανλή να προχωρήσει σε δραστικές βελτιώσεις του πολιτεύματος της χώρας, που είναι μια ερμαφρόδιτη κοινοβουλευτική δημοκρατία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του Προέδρου της, Κων. Καραμανλή. Το επιτυγχάνει κατά την προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος, αφαιρώντας  σχεδόν το σύνολο από τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Εως τότε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε το δικαίωμα:

  •  να διαλύει τη Βουλή, «διαπιστώνοντας» (μόνος του!) δυσαρμονία μεταξύ του εκλογικού σώματος και της παρούσας Βουλής
  •  να προκηρύσσει εξ αυτού του λόγου πρόωρες εκλογές
  • σε περίπτωση μη υπάρξεως σαφούς πλειοψηφίας να χειρίζεται τις διερευνητικές  εντολές κατά το δοκούν και μέχρι να επιτευχθεί κάποιου είδους κοινοβουλευτική πλειοψηφία
  • να προκηρύσσει δημοψηφίσματα εφόσον εκείνος κρίνει ότι επί σπουδαίου θέματος πρέπει να αποφανθεί το εκλογικό σώμα
  • να συγκαλεί όποτε εκείνος το επιθυμεί το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών.

Η πρόθεση του Παπανδρέου να περικόψει τις υπεραρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και να καταστήσει το πολίτευμα μια κανονική κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου, όπου την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας την έχει ο πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «απλώς προεδρεύει»,  προκαλεί αληθινό πόλεμο…

 

Ο άνθρωπος – κλειδί

Τόσο με τη Νέα Δημοκρατία του Κων. Μητσοτάκη που ωρυόταν ότι «καταλύεται» το πολίτευμα και δεσμευόταν ότι όταν ανέβει στην εξουσία θα το αποκαταστήσει (το πολίτευμα) επαναφέροντας τις αφαιρεθείσες αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, και επανεκλέγοντας τον Κων. Καραμανλή στο αξίωμα του Προέδρου. Οσο και μεταξύ των συνταγματολόγων της χώρας. Που χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα (όπως πάντα). Με τους μεν να στοιχίζονται πίσω από την άποψη προσωπικοτήτων όπως ο Αρ. Μάνεσης υπέρ ενός ισχυρού, περιβεβλημένου με αρμοδιότητες Προέδρου της Δημοκρατίας (μεταξύ των υποστηρικτών αυτής της άποψης και ο νεαρός τότε Πρ. Παυλόπουλος, γραμματέας της Προεδρίας Καραμανλή) και τους δε να μάχονται υπέρ μιας «καθαρής» κοινοβουλευτικής προεδρευομένης δημοκρατίας. Ποιος ήταν εκείνος που έσυρε τον χορό σε αυτή την άποψη που τελικά επικράτησε; Νεαρός εκ Θεσσαλονίκης καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο, ονόματι Ευάγγελος Βενιζέλος!

(Ναι, πρόκειται για τον ίδιο αυτόν Βενιζέλο, του οποίου την υποψηφιότητα σαμποτάρισε μια ομάδα στελεχών περί τον πρόεδρο Κυριάκο, ότι λόγω χαρακτήρος  θα διεκδικούσε δήθεν ρόλο και αρμοδιότητες οι οποίες έχουν αφαιρεθεί από το… 1985, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας…)

 

Η υποχώρηση

Εχει τη σημασία του, νομίζω, να αναφέρω τι συνέβη εν συνεχεία – το 1990, όταν η ΝΔ του Κων. Μητσοτάκη κέρδισε τις εκλογές, και ο τότε πρωθυπουργός πρότεινε στον Κων. Καραμανλή μία δεύτερη θητεία στο προεδρικό αξίωμα. Ο πατριάρχης της Δεξιάς αποδέχθηκε ασμένως την πρόταση (χαζός ήταν; Ασε που χωρίς υπερβολή πρέπει να ήταν ο πολιτικός που έδωσε εν ζωή τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή στην υστεροφημία του), αλλά χωρίς καμία απαίτηση για την επαναφορά των προ των αλλαγών που επέφερε το ΠΑΣΟΚ αρμοδιοτήτων του.

Ούτε αυτός απαίτησε οτιδήποτε, ούτε ο Μητσοτάκης ανέλαβε πρωτοβουλία να του τις προσφέρει. Ποτέ κανείς δεν κατηγόρησε τον πατέρα Μητσοτάκη ότι στερούνταν πολιτικού αισθητηρίου – κορόιδο ήταν λοιπόν να ανοίξει μια τέτοια συζήτηση, η οποία μελλοντικά μπορεί και να του δημιουργούσε πρόβλημα στη διακυβέρνηση της χώρας, καθώς η Δεξιά ποτέ δεν τον είδε ως σάρκα εκ της σαρκός της;

Γράψτε το σχόλιο σας