Η δημοσκόπηση της MRB, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, δείχνει ότι η Ελλάδα, ψυχολογικά πρωτίστως και δευτερευόντως με απτές αποδείξεις, έχει ξεφύγει από την κουλτούρα του αντισυστημισμού, που αναπτύχθηκε μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, εξερράγη τον Δεκέμβριο του 2008 μετά τον φόνο του Γρηγορόπουλου και αποθεώθηκε τα χρόνια του μνημονίου και της ανόδου των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ (αλλά και της Χρυσής Αυγής).

Η εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή, δεν ήρθε απλώς λόγω μιας συγκυριακής υποχώρησης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά, κυρίως, επειδή συνετρίβη κατά κράτος η στρατηγική του: ο αντισυστημικός ακτιβισμός, ο διχασμός, η βία και το κλείσιμο του ματιού στην ανομία λειτούργησαν αποσταθεροποιητικά για τη χώρα και υπονόμευσαν την κοινωνική συνοχή.

Αποτυχημένες ήταν και οι επιλογές του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως η φορολογική επιδρομή κατά των παραγωγικών τάξεων και η εγκατάλειψη στην τύχη τους των τεκμηρίων του πολιτισμού της καθημερινότητας (πόλεις, δημόσιες υποδομές, συγκοινωνίες κ.λπ.). Η συνταγή που ο ΣΥΡΙΖΑ, την εποχή της χρεοκοπίας, εμφάνιζε ως ελκυστική απέτυχε παταγωδώς. Γι’ αυτό και η ήττα του είναι στρατηγική.

Καλό νέο είναι και ο τρόπος με τον οποίο οι Ελληνες αντιλαμβάνονται τη νέα καμπή της ελληνοτουρκικής κρίσης. Ο φόβος τους, πιθανόν υπερβολικός, είναι εύλογος. Αλλά η αντίδρασή τους δεν είναι υπερπατριωτική. Από τις απαντήσεις τους μοιάζουν να γνωρίζουν, χονδρικά έστω, τις παραμέτρους του προβλήματος.

Μοιάζουν επίσης να έχουν πληροφορηθεί για το πρόβλημα περισσότερο από τα «παραδοσιακά» ΜΜΕ, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση και ιστοσελίδες, όπου ο λόγος δίνεται σε κατεξοχήν ειδικούς, παρά από τα social media – και είναι εντυπωσιακά αισιόδοξο ότι, αυτή τη φορά, και τα ΜΜΕ ούτε φωνάζουν ούτε τρομοκρατούν, μόνο ψύχραιμα πληροφορούν και αναλύουν.

Το κλίμα έχει αλλάξει και στην οικονομία. Οπου, παρά τη γενική απαισιόδοξη εντύπωση, υπάρχει σαφής τάση αντιστροφής της άρνησης, ποιοτικής βελτίωσης όχι τόσο της ζωής των Ελλήνων όσο των προσδοκιών τους. Είναι προσδοκίες που ο Δημήτρης Μαύρος, διευθύνων σύμβουλος της MRB, τις αποκαλεί συστημικές και θεωρεί ότι εισάγουν σε μια νέα κανονικότητα – και επί της ουσίας ένα νέο δικομματικό δίπολο, με τη ΝΔ σήμερα στον ρόλο του ισχυρού πόλου και τον ΣΥΡΙΖΑ στον ρόλο της θεσμικής αντιπολίτευσης.

Προκύπτουν, προφανώς, δύο ερωτήματα. Θα μπορέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υλοποιώντας ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και απορροφώντας τους κραδασμούς από τις όποιες παρεκτροπές, να κεφαλαιοποιήσει τις προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί; Και δεύτερον, θα μπορέσει ο Τσίπρας να εμπνεύσει μια άλλη αντιπολίτευση από αυτή που ξέρει καλά και, κυρίως, θα μπορέσει να τιθασεύσει τον ρητορικό εξτρεμισμό του παραδοσιακού ΣΥΡΙΖΑ και να ενσωματώσει τους πασοκογενείς νεοεισελθόντες σε μια πολιτική περισσότερο εμπνευστική απ’ όσο εμπνέει η σημερινή «Κόρμπιν α λα ελληνικά» πολιτική του ταυτότητα;

Η ουσία είναι μία: η Ελλάδα έχει μπει σε μια νέα εποχή. Αλλά για να μείνει πίσω οριστικά η αβεβαιότητα, χρειάζεται οι συμβολισμοί της σταθερότητας και της ανάκαμψης να αντικατασταθούν από πράξεις. Θα αρχίσουμε να βλέπουμε επενδύσεις; Θα αλλάξει το Δημόσιο; Η φορολογική πολιτική Κατρούγκαλου θα σαρωθεί χάριν ενός δικαιότερου συστήματος που θα επιτρέψει στα νοικοκυριά να ανασάνουν; Το μέλλον θα κριθεί από τις απαντήσεις που θα δοθούν σε τέτοιου τύπου ερωτήσεις.

Γράψτε το σχόλιο σας