Η Ελλάδα δανείζεται φθηνότερα από τις ΗΠΑ και οι οίκοι αξιολόγησης αναμένεται να αυξήσουν το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας. Πριν από εννέα περίπου χρόνια βιώναμε το ακριβώς αντίθετο: ανελέητο γύρο επενδυτικών υποβαθμίσεων και ρεκόρ αυξήσεων στα επιτόκια δανεισμού. Ακολούθησε μία μεγάλη περιπέτεια για την Ελλάδα, μέλος της Ευρωζώνης, αποκλεισμένη πλήρως από τις αγορές χρήματος και εγκλωβισμένη σε οικονομικό πρόγραμμα στα πρότυπα του ΔΝΤ.

Μόλις πριν μερικά 24ωρα, με έκπληξη ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος δήλωσε εντυπωσιασμένος από την ελληνική αγορά ομολόγων,  σε ομιλία του στο πλαίσιο του συνεδρίου της Capital Link στη Νέα Υόρκη.

Χαρακτήρισε εκπληκτικό ότι η Ελλάδα δανείζεται τώρα με φθηνότερο επιτόκιο από ότι οι ΗΠΑ, ενώ προέβλεψε ότι το πιστοληπτικό προφίλ της Ελλάδας ενδέχεται να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο μέσα στα επόμενα δύο χρόνια εάν η κυβέρνηση συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική της προσπάθεια.

Τι έγινε και μετά από τρία Μνημόνια, η Ελλάδα, ξαφνικά, γίνεται πιο ασφαλής επενδυτικός προορισμός ακόμα και από τις ΗΠΑ; Εδω έρχεται ο μαγικός κόσμος της “προσδοκίας”. Οι θετικές προοπτικές για μία οικονομία δημιουργούν τέτοια ψυχολογία που μπορεί οι δείκτες της πραγματικής οικονομίας να μην έχουν αναλογικά βελτιωθεί, ωστόσο  διαμορφώνονται οι συνθήκες για αυτό, και εκεί χρειάζεται προσοχή, διότι εύκολα μπορεί να αναστραφεί το κλίμα.

Εν ολίγοις, η Ελλάδα μπορεί πλέον να δανειστεί φθηνά, αλλά δεν το χρειάζεται. Είναι μία εξέλιξη άκρως θετική, που δημιουργεί προϋποθέσεις για επενδυτικές εισροές και τη διαμόρφωση μίας καλής ψυχολογίας για βελτίωση των πραγματικών βασικών δεικτών.  Τα χαμηλά επιτόκια, από μόνα τους, δεν επηρεάζουν πολύ την υπόλοιπη οικονομία, καθώς οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να χρεώνουν υψηλά επιτόκια λόγω των δικών τους προβλημάτων.

Υψηλές προσδοκίες

Ομολογουμενως οι  προσδοκίες για την ελληνική οικονομία βρίσκονται σε αρκετά υψηλά επίπεδα, γεγονός που αποτυπώνεται στα ιστορικά χαμηλά επιτόκια δανεισμού. Το μεγάλο στοίχημα μετά από την πολυετή κρίση είναι η εκμετάλλευση της θετικής ψυχολογίας που έχει καλλιεργηθεί για την πορεία της ελληνικής οικονομίας προκειμένου να φανεί στη τσέπη. Μεταφράζεται σε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, μισθών, ευφορίας για το μέλλον, αύξηση επενδύσεων και φυσικά σε μείωση των φορολογικών βαρών.

Οι προοπτικές, λοιπόν, φαίνονται ευοίωνες, αλλά τι πραγματικά συμβαίνει με τα χαμηλά επιτόκια και πως βοηθά την ελληνική οικονομία;  Τα δεδομένα είναι πως οι επενδυτές δίνουν θεωρητικά ψήφο εμπιστοσύνης και πρακτικά οι οίκοι αναμένεται να προχωρήσουν σε αναβαθμίσεις της Ελλάδας το επόμενο έτος, λόγω των αναμενόμενων ισχυρών θεμελιωδών μεγεθών.

Με την αναβάθμιση η  Ελλάδα καταρχάς μπορεί να επωφεληθεί σε ρευστότητα από την ένταξη των ομολόγων στους δείκτες επενδυτικής βαθμίδας καθώς και στο QΕ ( στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας). Αυτό, μπορεί να φέρει μελλοντικά  σημαντική συρρίκνωση των ελληνικών spreads.

Η αλήθεια είναι πως η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων της σε συνδυασμό με το παρατεταμένο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης έχει διάφορες και συχνά αντικρουόμενες επιδράσεις στην ελληνική οικονομία.

Από την μία πλευρά, επιτρέπει στο κράτος να δανειστεί με χαμηλό κόστος ή ακόμη και με αρνητικά επιτόκια. Μολονότι το ελληνικό κράτος δεν έχει άμεση ανάγκη χρηματοδότησης από τις αγορές, εντούτοις τα χαμηλά επιτόκια διευκολύνουν αφενός την επιστροφή του σε αυτές, αφετέρου – σε ένα επόμενο στάδιο – την αντικατάσταση ακριβού με φθηνό χρέος, δηλαδή την αντικατάσταση χρέους που έχει συναφθεί με υψηλά επιτόκια από χρέος που συνάπτεται σε χαμηλά επιτόκια.

Επιπρόσθετα η πτώση των επιτοκίων, μέσα από την αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, διευκολύνει την ανάληψη επενδυτικών δράσεων.

Τι θα κάνουν οι τράπεζες

Μιλώντας στο In.gr, ο Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Οικονομίδης, συμπληρώνοντας στα παραπάνω,  αναφέρει πως “από από την άλλη πλευρά, η τόσο μεγάλη μείωση των επιτοκίων συμπιέζει σημαντικά την κερδοφορία των τραπεζών η οποία εξαρτάται τόσο από το spread μεταξύ επιτοκίων δανεισμού και επιτοκίων κατάθεσης όσο και από το επιτόκιο που λαμβάνουν οι τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα για τις καταθέσεις αποθεματικών διαθεσίμων που διατηρούν σε αυτήν.

Ήδη η καταθετική διευκόλυνση στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κινείται σε αρνητικό επίπεδο (-0.50%)”. Υπογραμμίζει ο κ. Οικονομίδης πως η σημαντική πτώση των επιτοκίων δανεισμού καθώς και των επιτοκίων αποθεματικών διαθεσίμων με την Κεντρική Τράπεζα φέρνει όλο και πιο κοντά το σενάριο των αρνητικών επιτοκίων κατάθεσης γεγονός που θα πλήξει σημαντικά τις αποδόσεις των καταθετών.

“Σε πιο μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, ενθαρρύνεται η λογική της μόχλευσης έναντι της λογικής της αποταμίευσης στην ευρύτερη οικονομία. Αυτό ενδεχομένως δημιουργεί προϋποθέσεις για μία εκ νέου φούσκα στις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων, και κατ’ επέκταση στρεβλωμένη τιμολόγηση του χρηματοοικονομικού κινδύνου, καθώς επίσης και για ακούσια αναδιανομή πλούτου.

Το τελευταίο θα συνέτεινε σε περαιτέρω διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων με έντονες κοινωνικές επιπτώσεις”, εξηγεί στο In.gr ο     Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Φθηνός δανεισμός

Με τη ματιά των αγορών, ο επικεφαλής ανάλυσης τη Bank of America Αθανάσιος Βαμβακίδης, τονίζει στο In.gr, πως “για την Ελλάδα, είναι θετική η μείωση των επιτοκίων,  καθώς της επιτρέπει να δανειστεί φθηνά. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η χώρα δεν χρειάζεται πραγματικά να δανειστεί, καθώς τα ταμειακά αποθέματα είναι ήδη υψηλά.

Επιπλέον, τονίζει ότι τα χαμηλά επιτόκια δεν επηρεάζουν πολύ την υπόλοιπη οικονομία, καθώς οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να χρεώνουν υψηλά επιτόκια λόγω των δικών τους προβλημάτων.

Αναφορικά, με  την Ευρωζώνη στο σύνολό της, ο κ. Βαμβακίδης, εκτιμά ότι τα αρνητικά ποσοστά είναι κακή ιδέα. Όταν η πίστωση είναι ασθενής λόγω της αδύναμης ζήτησης, τα αρνητικά επιτόκια κάνουν τα πράγματα χειρότερα.

Επίσης, οι αρνητικοί συντελεστές οδηγούν σε επενδύσεις με χαμηλές αποδόσεις, ή ακόμα και αρνητικές αποδόσεις, μειώνοντας τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. “Τα αρνητικά ποσοστά στρεβλώνουν επίσης τις τιμές ή το ρίσκο, γεγονός που με τη σειρά του αυξάνει τους κινδύνους για την οικονομία”, προσθέτει ο κ. Βαμβακίδης .

Γράψτε το σχόλιό σας