Στις 30 Απριλίου 2019, σε άρθρο μου που είχε δημοσιευτεί στη στήλη των Απόψεων με τίτλο «Όσο…», αναφέρονταν μεταξύ άλλων τα εξής:

Όσο η ελληνική κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη σε παρωχημένα ιδεολογήματα, πεπαλαιωμένα στερεότυπα και πολιτικοκοινωνικές αντιλήψεις του μακρινού παρελθόντος…

Όσο ανέχεται την αμάθεια και την ημιμάθεια, υποτιμώντας ή και επιτιμώντας ακόμη την αριστεία…

Όσο συγχέει τους όποιους τίτλους σπουδών με την πραγματική μόρφωση, την ουσιαστική καλλιέργεια και την κοινωνική αγωγή…

…ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο δεν υπάρχει. Μην έχετε αυταπάτες!

Εξάλλου, στις 29 Μαΐου, λίγες μόλις ημέρες μετά τις εκλογές της 26ης Μαΐου και τη σαφέστατη επικράτηση της ΝΔ, σε άρθρο μου που έφερε τον τίτλο «Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία», έγραφα τα εξής:

Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, όπως ψήφισαν δις (μάλλον τρις) το 2015 τον Αλέξη Τσίπρα και όχι τον ΣΥΡΙΖΑ, ψήφισαν τώρα τον Κυριάκο Μητσοτάκη και όχι τη Νέα Δημοκρατία, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα γερασμένο, ήκιστα θελκτικό κόμμα. Το μεταρρυθμιστικό πνεύμα και οι φιλελεύθερες οικονομικές αντιλήψεις του Μητσοτάκη είναι εκείνες που έπεισαν τους ψηφοφόρους την περασμένη Κυριακή, όχι το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της ηλικιωμένης πλέον Νέας Δημοκρατίας.

Δυστυχώς, η τρέχουσα πραγματικότητα επιβεβαιώνει τους φόβους μου. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα χρειαστεί πολύς χρόνος και ακόμη περισσότερος κόπος από πλευράς των νυν κυβερνώντων, προεξάρχοντος ασφαλώς του πρωθυπουργού, για να εμπεδωθεί μια νέα αντίληψη για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μας, για να αρχίσουμε να ακολουθούμε, ως κοινωνία, μια διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που μας οδήγησε στην οικονομική και ηθική χρεοκοπία.

Και τούτο, διότι, παρά τις καλές προθέσεις και το μεταρρυθμιστικό πνεύμα του ιδίου του Μητσοτάκη, υπάρχουν και στους κόλπους της ΝΔ, στις τάξεις των συνεργατών του, δυνάμεις βαθύτατα συντηρητικές, που τεκμηριώνουν την κατατεθείσα άποψή μου περί ενός γερασμένου κόμματος με ρυτίδες και αγκυλώσεις.

Θέλετε μια απτή απόδειξη γι’ αυτό; Με αφορμή το αποκαλούμενο «μίνι» νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση για τα εκπαιδευτικά ζητήματα, ο Θεόδωρος Τσούχλος, πρόεδρος του ΔΣ της ΟΛΜΕ (Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης), επί σειράν ετών στέλεχος της ΔΑΚΕ και της ΝΔ, δήλωσε προσφάτως στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής τα εξής:

«Η ΟΛΜΕ θεωρεί ως απαράδεκτο τον θεσμό των Προτύπων Σχολείων και από σειρά ετών έχει απαιτήσει την οριστική κατάργησή τους. Όσον αφορά τα Πειραματικά, έχουμε την άποψη ότι οι μαθήτριες και μαθητές πρέπει να επιλέγονται μετά από κλήρωση, έτσι ώστε να επιτελείται ο παιδαγωγικός στόχος αυτών των σχολείων.

Με την καθιέρωση εισαγωγικών εξετάσεων βρισκόμαστε ενώπιον μιας διαστρεβλωμένης και αντιπαιδαγωγικής αντίληψης της αριστείας. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί μια πρωτοφανής έξαρση της προσφυγής των μαθητών στην παραπαιδεία και τα ιδιωτικά φροντιστήρια.

Η κοινωνία μας δεν χρειάζεται ελιτίστικα σχολεία, αλλά την ποιοτική αναβάθμιση του δημόσιου σχολείου. Η κρατική μέριμνα οφείλει να θέσει ως προτεραιότητα τις σχολικές μονάδες των δυσπρόσιτων περιοχών και όχι φυσικά τα πρότυπα».

Τον Θεόδωρο Τσούχλο τον είχα γνωρίσει προσωπικώς τη δεκαετία του ’80, καθώς αμφότεροι φοιτούσαμε τότε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ. Από τότε δεν έτυχε να τον ξανασυναντήσω, αλλά τον έχω πάντα στο μυαλό μου ως καλό επιστήμονα και ακέραιο χαρακτήρα.

Τούτου δοθέντος, και με το θάρρος της γνωριμίας μας, θα ήθελα να του απευθύνω τα εξής ερωτήματα:

Πιστεύεις, αγαπητέ μου Θεόδωρε, ότι, υιοθετώντας στην πράξη τις αναχρονιστικές αντιλήψεις και τον στερεότυπο τρόπο σκέψης όσων βρίσκονται στον ιδεολογικό αντίποδα των νυν κυβερνώντων, προσφέρεις πραγματικά καλές υπηρεσίες στον τόπο και στα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας μας;

Γιατί τάσσεσαι υπέρ της κατάργησης των Προτύπων και των «ελιτίστικων σχολείων» και όχι υπέρ της σταδιακής —βάσει συγκεκριμένου σχεδιασμού και χρονοδιαγράμματος— αναβάθμισης όλων των σχολικών μονάδων της χώρας μας σε πρότυπα και πειραματικά εκπαιδευτικά κέντρα, σε υποδειγματικές εστίες αγωγής και παιδείας;

Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο νοσηρός εξισωτισμός, η λογική της ήσσονος προσπαθείας και η παντοειδής υπονόμευση της έννοιας της αριστείας συνιστούν οπισθέλκουσες, ιδεολογικά βαρίδια, από τα οποία πρέπει επιτέλους να απαλλαγούμε ως άτομα και ως κοινωνία, εάν επιθυμούμε όντως να αλλάξουμε, να προοδεύσουμε;

Και ένα τελευταίο ερώτημα, αγαπητέ μου Θεόδωρε:

Δεν αξίζουμε επιτέλους ένα σχολείο σύγχρονο και φωτεινό, καλύτερο από το μίζερο «σχολειό» που παράγει —εδώ και δεκαετίες— ημιεγγράμματους και λειτουργικά αναλφάβητους, εξασφαλίζοντας παράλληλα την άνθηση της «παραπαιδείας»;

Γράψτε το σχόλιό σας