Σε παλαιότερο άρθρο μου είχα επισημάνει ένα ιδιαίτερα συχνό φαινόμενο στο γραπτό αλλά και τον προφορικό λόγο των τελευταίων δεκαετιών: την άστοχη και συνάμα άμετρη χρήση του πληθυντικού αριθμού διαφόρων αφηρημένων ουσιαστικών, θηλυκών ως επί το πλείστον.

Οι πρακτικές, οι συμπεριφορές, οι λογικές, οι νοοτροπίες, οι πολιτικές, οι στρατηγικές, οι τακτικές, οι εντάσεις και οι ρυθμοί, μεταξύ άλλων, εισήλθαν ορμητικά στο λεξιλόγιό μας τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, θέτοντας τις βάσεις μιας ξύλινης γλώσσας, που μαϊμουδίζουν έκτοτε ασυλλόγιστα πολιτικοί και δημοσιογράφοι όλων των ηλικιών και όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων.

Στις ίδιο πνεύμα με τους τόσο κακόηχους και δύσπεπτους αυτούς τύπους, στις μέρες μας κυριαρχούν οι δομές, οι ροές και οι συλλογικότητες.

Οι δύο πρώτοι τύποι απαντούν κατά κόρον σε περιπτώσεις όπου γίνεται λόγος για πρόσφυγες και μετανάστες, ενώ ο τρίτος χρησιμοποιείται για να περιγραφούν ομάδες ανθρώπων που αναπτύσσουν δράση από κοινού, σε διάφορα πεδία και με διάφορους τρόπους.

Οι τρεις αυτές λέξεις του συρμού —οι δομές, οι ροές και οι συλλογικότητες— με ενοχλούν για δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος είναι ζήτημα μορφής, καθώς πίσω από τις πομπώδεις λέξεις και τον εξεζητημένο πληθυντικό επιχειρείται η συντήρηση αυτής της στερεότυπης και ξερής γλώσσας στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω. Δεν είναι μάλλον τυχαίο το γεγονός ότι οι δομές είχαν κάνει θραύση και στη δεκαετία του 80, στο πλαίσιο του «πασοκικού εκσυγχρονισμού» της γλώσσας μας.

Ο δεύτερος λόγος, ο σαφώς σημαντικότερος, είναι ζήτημα ουσίας, καθώς οι εν λόγω τύποι χρησιμοποιούνται ως προκάλυμμα για νοσηρά φαινόμενα και παράνομες δραστηριότητες, καθώς και για την εν γένει αβελτηρία που επιδεικνύουμε ως κοινωνία τα τελευταία χρόνια.

Ειδικότερα, δομές (φιλοξενίας ή διαχείρισης) ονομάζονται κατ’ ευφημισμόν οι ανεπαρκέστατες και αφιλόξενες στην πραγματικότητα εγκαταστάσεις υποδοχής των προσφύγων και των μεταναστών που καταφθάνουν αδιάκοπα στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, σπρωγμένοι από το φόβο, την ανέχεια, την παντελή απουσία ελπίδας για μια καλύτερη, αξιοπρεπέστερη ζωή.

Ροές ονομάζονται κατ’ ευφημισμόν τα ανθρώπινα κύματα που φθάνουν το ένα μετά το άλλο στις ακτές των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, οι ταλαιπωρημένοι ή και εξαθλιωμένοι συνάνθρωποί μας που εισέρχονται παράτυπα στη χώρα μας εξ ανατολών, οι άνδρες και τα γυναικόπαιδα που απλώς αναζητούν και αποζητούν όρους ανθρώπινης διαβίωσης.

Τέλος, συλλογικότητες —τι νεολογισμός κι αυτός!— ονομάζονται κατ’ ευφημισμόν οι ομάδες που σε πολλές περιπτώσεις προβαίνουν σε καταφανώς παράνομες ενέργειες, συγκροτούμενες από πολίτες που θεωρούν τον εαυτό τους «Ρομπέν των πόλεων», κήνσορα της δημόσιας ζωής, αυτόκλητο τιμωρό των ισχυρών και προστάτη των αδυνάτων κ.τ.ό.

Ελλάδα 2019: ο ευφημισμός και η πραγματικότητα…

Γράψτε το σχόλιό σας