Η προχθεσινή δήλωση της Κριστίν Λαγκάρντ ότι επιμένει να θεωρεί ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα ήταν υπερβολικά, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ισοδυναμεί με το ότι τα… δύο τρίτα της πάλαι ποτέ Τρόικας διαφωνούν με τα πλεονάσματα, εφόσον η κ. Λαγκάρντ εκπροσωπεί αυτή τη στιγμή ακόμη το ΔΝΤ, ενώ έχει ήδη επιλεγεί να είναι η διάδοχος του Μάριο Ντράγκι στην ΕΚΤ.

Ούτε είναι τυχαίο ότι οι αγορές εισέπραξαν τη δήλωση αυτή ως ένα θετικό μήνυμα, κάτι που φάνηκε από τη νέα υποχώρηση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου. Μπορεί αυτή να οφείλεται εν μέρει και στη γενικότερη τάση στην παγκόσμια οικονομία οι επενδυτές να στρέφονται προς μακροπρόθεσμους τίτλους, όμως αυτή η υποχώρηση, που έρχεται μάλιστα πριν οι οίκοι αξιολόγησης τροποποιήσουν την εκτίμησή τους για το ελληνικό χρέος (επισήμως οι αξιολογήσεις που ακόμη δίνουν το κατατάσσουν σε επίπεδο χαμηλότερο του investment grade), έρχεται να δώσει και επιπλέον αισιοδοξία για δυνατότητα της Ελλάδας να δανείζεται από τις διεθνείς χρηματαγορές χωρίς υπέρμετρο κόστος.

Ωστόσο, ο δρόμος για να υπάρξει η μείωση της απαίτησης για τα ελληνικά πλεονάσματα δεν θα είναι σύντομος και δεν θα είναι εύκολος.

Ο πυρήνας του προβλήματος με τα πρωτογενή πλεονάσματα

Ως γνωστόν, εξαρχής, από την εποχή της Συμφωνίας του Μάαστριχτ, θεωρήθηκε ότι βασικός πυρήνας σταθερότητας του ενιαίου νομίσματος, που ακόμη τότε ήταν ένα σχέδιο, ήταν η ύπαρξη αυστηρών κανόνων για τον πληθωρισμό, τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος.

Δόθηκε, δηλαδή, έμφαση στην «ονομαστική» σύγκλιση και όχι στην πραγματική (που θα αφορούσε την παραγωγικότητα, αλλά και παραμέτρους όπως το βιοτικό επίπεδο και οι μισθοί).

Η άποψη αυτή αντανακλούσε σε μεγάλο βαθμό και τη γερμανική αντίληψη για τη δημοσιονομική πειθαρχία που σε μεγάλο βαθμό απηχούσε και έναν κληρονομημένο φόβο για τον υπερπληθωρισμό από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Αυτό μεταφραζόταν επίσης και σε μια ιδιότυπη εμμονή υπέρ της με κάθε κόστος τήρησης των συμφωνημένων κανόνων, ακόμη και σε ιδιαίτερα έκτακτες καταστάσεις.

Αυτό ακριβώς άλλωστε ήταν από μία άποψη και το πρόβλημα με τα ελληνικά μνημόνια. Ενώ η συνταγή του ΔΝΤ ήταν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα «διαρθρωτικών αλλαγών» σε συνδυασμό με διαγραφή μέρους του χρέους, η «συνδυαστική» λύση των μνημονίων συνδύαζε τη «θεραπεία σοκ» του ΔΝΤ με την επιμονή στη λιτότητα και την πλήρη αποπληρωμή του χρέους της ΕΕ.

Αυτό επίσης μπορεί να εξηγήσει και γιατί μπήκαν τα πρωτογενή πλεονάσματα ως όρος του τρίτου μνημονίου αλλά και της περιόδου μετά από αυτό. Από τη μια υπήρχε η απαίτηση να υπάρξουν εξασφαλίσεις ότι θα αποπληρωθούν τα δάνεια σε βάθος χρόνου, έστω και εάν υπήρχε η άρρητη παραδοχή ότι στο μέλλον θα χρειαζόταν κάποιου τύπου αναδιάρθρωσή του. Αντί αυτές να αφορούν κυρίως την αναπτυξιακή δυναμική και την μεγέθυνση του ΑΕΠ, προκρίθηκε ως συνισταμένη ανάμεσα στη ΕΕ και το ΔΝΤ η απαίτηση για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (που «υπόσχονται τη διαρκή ύπαρξη ενός επιπλέον δημοσιονομικού χώρου και για την αποπληρωμή του χρέους).

Ωστόσο, όλοι πια ομολογούν ότι τα υπέρμετρα πρωτογενή πλεονάσματα απλώς αφαιρούν πόρους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην πραγματική οικονομία. Αυτό είναι η παραδοχή όλο και περισσότερων στην Ευρώπη, αυτό είναι και το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης.

Η διχογνωμία στην ΕΕ για τη χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας

Το βασικό πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει η ελληνική κυβέρνηση στο αίτημά της για μείωση της απαίτησης για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα το 2021 και το 2022 (καθώς ρητά πια έχουν εγκαταλειφθεί όλες οι σκέψεις για αίτημα μείωσης από την επόμενη χρονιά, ανεξαρτήτως προεκλογικών δηλώσεων), αφορά την εσωτερική διχογνωμία στην ΕΕ ως προς το εάν χρειάζεται χαλάρωση των ιδιαίτερα αυστηρών δημοσιονομικών κριτηρίων.

Η σχετική συζήτηση δεν έχει ξεκινήσει με αφορμή την Ελλάδα, αλλά με αφορμή το άγχος για την κατάσταση της ιταλικής οικονομίας (και την επιθυμία να αποφευχθεί αρχικά μια ρήξη που θα ενίσχυε τη λαϊκιστική ρητορική του Ματέο Σαλβίνι, που τότε ήταν ακόμη μέλος της κυβέρνησης) αλλά και το γενικότερο άγχος για την επιβράδυνση των οικονομιών της ευρωζώνης και το ενδεχόμενο η ευρωζώνη να ηγηθεί της εισόδου της παγκόσμιας οικονομίας σε μια νέα ύφεση.

Αυτή η συζήτηση εξειδικεύεται σε ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Από τη μια το εάν και κατά πόσο χρειάζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να συνεχίσει να μειώνει τα επιτόκια και να προχωρήσει σε ένα νέο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» ώστε να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού και με την παροχή ρευστότητας να τονωθεί η οικονομία. Από την άλλη το εάν πρέπει να υπάρξει μερική έστω αναθεώρηση του τρόπου εφαρμογής του Συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, δηλαδή των κανόνων που ορίζουν τη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρώπη.

Σε αυτό το ζητήματα, όμως, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν ακόμη ενιαία στάση. Για παράδειγμα στην ΕΚΤ ο Μάριο Ντράγκι έχει κάνει σαφές ότι απαιτείται νέο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης», δηλαδή αγοράς τίτλων από την ΕΚΤ και έχει προαναγγείλει ουσιαστικά την ανάγκη για παραπέρα μείωση των επιτοκίων, αρκετές χώρες αντιδρούν. Για παράδειγμα, οι κεντρικοί τραπεζίτες της Γερμανίας, της Ολλανδίας αλλά και της Εσθονίας έχουν διατυπώσει ισχυρές αντιδράσεις στην πολιτική του Ντράγκι και αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον η επόμενη συζήτηση της διοίκησης της ΕΚΤ στις 12 Σεπτεμβρίου.

Αντίστοιχα, σε σχέση με το Σύμφωνο Σταθερότητας παρότι ακόμη και η νέα επικεφαλής της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει τοποθετηθεί υπέρ της ευελιξίας ως προς την εφαρμογή των κανόνων, υπάρχει ένα μπλοκ κρατών, με επικεφαλής μάλιστα την Ολλανδία και τον πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε, γνωστό για τις παραδοσιακά σκληρές θέσεις του στα οικονομικά, που επιμένουν ότι δεν χρειάζεται να υπάρξει αλλαγή στους κανόνες.

Η τακτική της ελληνικής κυβέρνησης

Είναι προφανές ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει λάβει τα σχετικά μηνύματα από τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και αυτό μπορεί να εξηγήσει την επιλογή της όχι μόνο να μεταθέσει χρονικά το στόχο της μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων για το 2021 αλλά και την τακτική κίνηση στον πρώτο γύρο των συναντήσεων που είχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με ευρωπαίους ηγέτες να μη θέσει ζήτημα πρωτογενών πλεονασμάτων (και άρα να μην εισπράξει αρνητικές απαντήσεις), παρά τα πυρά της αντιπολίτευσης.

Ουσιαστικά, το οικονομικό επιτελείο δείχνει να εκτιμά ότι θα μπορέσει και το 2019 και το 2020 να πετύχει τους στόχους για τα πλεονάσματα 3,5% χωρίς μεγάλες εκπτώσεις ως προς τα μέτρα ελάφρυνσης των φόρων που σχεδιάζει, επενδύοντας στο καλό οικονομικό κλίμα και σε αναμενόμενα έσοδα από διαδικασίες αποκρατικοποιήσεων και επιτάχυνσης επενδύσεων. Από την άλλη, πιθανή επιτάχυνση των υφεσιακών τάσεων στην παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να κάνει πιο δύσκολη και την κατάσταση στην Ελλάδα στο 2020.

Από εκεί και πέρα, η ελληνική κυβέρνηση ελπίζει ότι προβάλλοντας τα επιτεύγματά της στο κομμάτι των μεταρρυθμίσεων, την προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων και τον όλο φιλοευρωπαϊκό τόνο της, θα μπορέσει μέσα στο 2020 να κάνει τη διαπραγμάτευση που θα οδηγούσε σε επίσημη τροποποίηση του ύψους των απαιτούμενων πλεονασμάτων ξεκινώντας από το 2021.

Ωστόσο, δεν είναι δεδομένο ότι θα είναι μια εύκολη διαπραγμάτευση, ιδίως εάν στην ΕΕ διαμορφώσουν ευνοϊκό υπέρ τους συσχετισμό οι φωνές που πιστεύουν ότι η Ευρώπη πρέπει να οχυρωθεί ξανά πίσω από τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη λογική ότι «οι κανόνες είναι για να τηρούνται» και να μη στείλει το μήνυμα ότι μπροστά στην ύφεση χρειάζεται χαλάρωση των κανόνων. Σε μια τέτοια περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση θα διαπιστώσει ότι ο όποιος οικονομικός ορθολογισμός των επιχειρημάτων της κατά των πλεονασμάτων θα προσκρούσει πάνω στους πολιτικούς υπολογισμούς (ενίοτε και εμμονές) που συχνά δίνουν τον τόνο στην Ευρώπη.

Γράψτε το σχόλιο σας