Με την επίσκεψη του Πρωθυπουργού στο Βερολίνο και την επικείμενη στην Χάγη στις αρχές Σεπτεμβρίου, κλείνει άλλος ένας κύκλος της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης.

Οι διεθνείς επαφές του Κυριάκου Μητσοτάκη φάνηκε πως πέτυχαν εν πολλοίς τον στόχο τους. Εντυπώσεις διαμορφώθηκαν, ένα κλίμα διαφορετικό για την ελληνική κυβέρνηση έδειξε να δημιουργείται και έπειτα από δέκα χρόνια επαιτείας και αλλοφροσύνης, η Ελλάδα μοιάζει να αντιμετωπίζεται με λιγότερη επιφυλακτικότητα στις ξένες πρωτεύουσες.

Απομένουν τα δύσκολα.

Η κυβέρνηση της ΝΔ αφού αντιμετώπισε κάποιες πρώτες κρίσεις, επέλυσε με συνοπτικές διαδικασίες κάποιες εκκρεμότητες και άρχισε να ασχολείται με θέματα χαμηλής πολιτικής, τώρα έρχεται η στιγμή να κολυμπήσει στα βαθιά.

Μιλώντας συνεχώς για ανάπτυξη και επενδύσεις, ο Πρωθυπουργός δημιουργεί υψηλές προσδοκίες.

Οι πρωτοβουλίες του και οι επόμενες κινήσεις θα πρέπει να ξεδιπλωθούν πολύ σύντομα και με τρόπο που θα πείσει ότι ένας κύκλος εσωστρέφειας και μιζέριας έχει κλείσει για την χώρα.

Θα πρέπει τώρα – και μάλιστα άμεσα – η κυβέρνηση να δημιουργήσει όλες τις δυνατές προϋποθέσεις προκειμένου η οικονομία να αποκτήσει μία δυναμική και οι πολίτες να αντιληφθούν ότι η αβεβαιότητα είναι παρελθόν.

Λέγεται ότι η οικονομική ύφεση που διαφαίνεται στον ορίζοντα, θα μπορούσε να απειλήσει την εύθραυστη ελληνική οικονομία, να καταστρέψει το όποιο θετικό κλίμα και να ξαναρίξει την Ελλάδα στην κρίση.

Δεν είναι απίθανο.

Δεν είναι όμως και αναπόδραστη εξέλιξη.

Υπό τις παρούσες συνθήκες και υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, η Ελλάδα θα μπορούσε και να είναι μία νησίδα σταθερότητας στην Ευρώπη. Τουλάχιστον στο πολιτικό πεδίο, το τοπίο είναι ξεκάθαρο και εκτός δραματικού και συγκλονιστικού απροόπτου, θα παραμείνει για μια κάποια περίοδο.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι να ισχύσει κάτι αντίστοιχο και στην οικονομία. Σε περίπτωση που η ύφεση ή και ένας νέος κύκλος κρίσης ξεκινήσει στην Ευρώπη, δεν θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η χώρα θα βυθιστεί στο σκοτάδι.

Προκειμένου να μην συμβεί αυτό όμως, απαιτείται ταχύτητα στην λήψη αποφάσεων και ενέργειες για την δημιουργία ενός περιβάλλοντος που θα ευνοεί επενδύσεις και δραστηριότητα, έστω σε κάποια πεδία.

Το περιβάλλον αυτό, ειδικώς σε μία Ευρώπη όπου έχει να αντιμετωπίσει την κρίση του Brexit και πιθανώς μία άλλου τύπου αναστάτωση στην Ιταλία, θα μπορούσε για πρώτη φορά να είναι ευνοϊκό για την Ελλάδα.

Βασική προϋπόθεση ώστε να συμβεί αυτό είναι η κυβέρνηση να τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Να τρέξει μεταρρυθμίσεις, να κλείσει εκκρεμότητες, να αντιμετωπίσει το θέμα των τραπεζών και πολλά άλλα.

Αν αυτά συμβούν στον χρόνο και με τον τρόπο που πρέπει, μπορεί για πρώτη φορά έπειτα από δέκα χρόνια η χώρα να αντιμετωπιστεί και διαφορετικά από τους εταίρους και τους δανειστές της. Και υπό αυτές τις συνθήκες, η πτώση του κόστους δανεισμού της χώρας σε πρωτοφανώς χαμηλά επίπεδα, είναι μία ευκαιρία.

Όλα αυτά δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Αντιθέτως δημιουργούν πολύ πιο πιεστικές υποχρεώσεις.

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης και ο Πρωθυπουργός οφείλουν να ενεργήσουν ταχύτερα από ό,τι κάποιοι ίσως πιστεύουν.

Γράψτε το σχόλιο σας