Συνεχίζει να προκαλεί έντονες αντιδράσεις το βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Αλικάκου, με τίτλο «Λύτρωση-Περί του Αγίου Φωτός», το οποίο περιλαμβάνει τη μαρτυρία ενός σκευοφύλακα του Πανάγιου Τάφου ο οποίος αποκαλύπτει ότι ανάβει ο ίδιος το Άγιο Φως με αναπτήρα.

«Ακούστε. Το καντήλι μπαίνει σβηστό από μένα, όλος ο κόσμος το βλέπει μέσα από την τηλεόρασή του. Όμως όταν ο Πατριάρχης εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο το βρίσκει αναμμένο… Εγώ το ανάβω… Με έναν αναπτήρα, τι άλλο;», είναι τα λόγια του, που ανατρέπουν τη θεωρία του θαύματος που λαμβάνει χώρα με απόλυτη μυστικότητα μέσα στον Πανάγιο Τάφο.

Εξίσου σοβαρή είναι η αναφορά του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόφιλου Γ’, ο οποίος λέει στον ερευνητή:

Δημοσιογράφος: Πρόσφατα παρατήρησα ότι αλλάξατε το κείμενο περί της τελετής του Αγίου Φωτός στην ιστοσελίδα του Πατριαρχείου και στη θέση του μπήκε ένα άλλο, που δεν κάνει πουθενά λόγο για «θαύμα».

Πατριάρχης: Ναι, αυτό το κείμενο δεν έπρεπε να είναι εκεί, δεν γνωρίζω πώς μπήκε.

Δημοσιογράφος: Ναι, αλλά το νέο κείμενο δεν μιλάει για θαύμα…

Πατριάρχης: Μα το Πατριαρχείο δεν μιλάει για θαύμα! Η λέξη προέρχεται από το «θαυμάζω». Τι σχέση μπορεί να έχει με μια ιερή τελετή;

Σε όλα αυτά ήρθε να προστεθεί η επίσημη απάντηση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, το οποίο αναφέρει πως παραμένει γνωστή η θέση του για το ζήτημα της τελετής του Αγίου Φωτός, καθώς η δήλωση του δικηγόρου του Πατριαρχείου, Λάμπρου Κιτσαρά στο orthodoxianewsagency.gr, ο οποίος χαρακτηρίζει το βίντεο με τον σκευοφύλακα «προϊόν υποκλοπής».

Η ιστορία του Πανάγιου Τάφου

Ο Πανάγιος Τάφος βρίσκεται το κέντρο της Παλαιάς Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο οικοδόμημα, η ποικιλία των αρχιτεκτονικών ρυθμών και οι αντιθέσεις του οποίου μαρτυρούν την τόσο μακραίωνη όσο και πολυτάραχη ιστορία του. Ο πρώτος ναός που ανεγέρθηκε στον χώρο αυτό με τη φροντίδα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της μητέρας του Αγίας Ελένης, γι’ αυτό και είναι γνωστός στους αρχαιολόγους ως «Κωνσταντίνειος Βασιλική», εγκαινιάστηκε το 336.

Το 614 οι Πέρσες κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα και πυρπόλησαν τον ναό, ο οποίος αναστηλώθηκε το 626 με πρωτοβουλία του μετέπειτα πατριάρχη Ιεροσολύμων Μοδέστου (632-634). Το 936 ο ναός πυρπολήθηκε εν μέρει από τους Σαρακηνούς. Το 969 οι μουσουλμάνοι έκαψαν τον τρούλο του ναού και θανάτωσαν τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη Δ’ σε αντίποινα της εκστρατείας του Νικηφόρου Φωκά. Το 1009 πυρπολήθηκε και πάλι από φανατικούς μουσουλμάνους.

Την περίοδο 1024-1048 ο ναός ξανακτίστηκε χάρη στις φροντίδες των αυτοκρατόρων Ρωμανού Γ’, Μιχαήλ Δ’ Παφλαγόνα και Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου. Στη συνέχεια, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα και προσέδωσαν στον ναό τη σημερινή περίπου μορφή του. Το 1187 ο Σαλαντίν εξεδίωξε τους Σταυροφόρους από τα Ιεροσόλυμα και βεβήλωσε τον ναό, τον οποίο όμως παρέδωσε τελικά στους χριστιανούς μετά από παρέμβαση του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ισαακίου Β’ Αγγέλου.

Το 1229, με την ανακατάληψη των Ιεροσολύμων από τους Σταυροφόρους, ο ναός πέρασε στη δικαιοδοσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως το 1244, οπότε με την οριστική αποχώρηση των Σταυροφόρων, ο ναός περιήλθε και πάλι στους Ορθοδόξους, που εξακολούθησαν να έχουν την κυριότητά του και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ο ναός υπέστη σοβαρές ζημιές από μία πυρκαγιά (1808) και δύο σεισμούς (1834, 1836).

Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που καταβλήθηκαν κατά την αποκατάσταση των ζημιών, ο ναός παρουσίαζε θλιβερή εικόνα στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ υπέστη και νέες φθορές από τον σεισμό του 1927. Τελικά, μετά την συμφωνία που επήλθε μεταξύ των τριών κυριοτέρων δογμάτων, Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών και Αρμενίων, το 1958 άρχισε μια συλλογική προσπάθεια αποκατάστασης και συντήρησης του ιερού αυτού μνημείου.

 

Η αφή του Αγίου Φωτός

Κάθε Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι, το Άγιο Φως εμφανίζεται ως θαύμα μετά την τέλεση της «Ακολουθίας του Αγίου Φωτός». Λίγη ώρα πριν από την τέλεση της ακολουθίας, το Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου (δηλαδή το μικρό κτίσμα εντός του οποίου βρίσκεται ο τάφος του Χριστού) ελέγχεται εξονυχιστικά τόσο από την ισραηλινή Αστυνομία, όσο και από τους εκπροσώπους των χριστιανικών δογμάτων που κατέχουν δικαιώματα στον Ναό της Αναστάσεως (Αρμενίοι και Κόπτες) και σφραγίζεται.

Η θύρα του Κουβούκλιου σφραγίζεται με αγνό κερί, το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, λειτουργείται στον Ναό της Αναστάσεως και είναι γνωστό με την ονομασία «Αγία Σφράγιση». Με το κλείσιμο της θύρας του Παναγίου Τάφου, όλοι οι εκπρόσωποι των δογμάτων σφραγίζουν το κερί με την επίσημη σφραγίδα τους.

Λίγη ώρα αργότερα, ο Έλληνορθόδοξος Πατριάρχης Ιεροσολύμων προσέρχεται στον Ναό της Αναστάσεως και κατευθύνεται προς το Ιερό Βήμα του Καθολικού (του ναού δηλαδή των Ορθοδόξων, που βρίσκεται στο κέντρο του Ναού της Αναστάσεως).

Εκεί προσέρχεται κατά την τάξη αντιπροσωπία των Μονοφυσιτών Αρμενίων, καθώς και των Μονοφυσιτών Κοπτών και Μονοφυσιτών Συρίων, οι οποίοι ασπάζονται τη δεξιά του Έλληνα Πατριάρχη και ζητούν την άδεια να παραλάβουν από εκείνον το Άγιο Φως. Η εθιμοτυπία αυτή είναι απαραίτητη και στηρίζεται σε σουλτανικά διατάγματα και μετέπειτα διεθενείς συμφωνίες, οι οποίες αναγνωρίζουν την ιδιοκτησία του ελληνικού έθνους επί του Παναγίου Τάφου και του Ναού της Αναστάσεως.

Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, φορώντας λευκά άμφια και συνοδευόμενος από τον κλήρο του Πατριαρχείου, φθάνει μπροστά στο Κουβούκλιο του Παναγίου και Ζωοδόχου Τάφου και πραγματοποιεί λιτανεία τρεις φορές γύρω από αυτόν.

Κατά τη διάρκεια της λιτανείας ψάλλεται ο αρχαίος εκκλησιαστικός ύμνος «Φως ιλαρόν», τον οποίο διαμόρφωσε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Άγιος Σωφρόνιος (634-638) προς τιμήν του Αγίου Φωτός.

Μετά το τέλος της λιτανείας, ο Πατριάρχης, φορώντας μόνο το στιχάριο, τα επιμανίκια, το επιγονάτιο και τη ζώνη, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο τον άγγελο που στεκόταν έξω από τον Τάφο του Χριστού μετά την Ανάσταση, εισέρχεται στο Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου, συνοδευόμενος από τον Αρμένιο εκπρόσωπο, ο οποίος δεν έχει το δικαίωμα να εισέλθει μαζί με τον Πατριάρχη στον δεύτερο θάλαμο, όπου βρίσκεται ο Πανάγιος Τάφος, αλλά είναι υποχρεωμένος να αραμένει στον προθάλαμο δίπλα στον Άγ. Λίθο, έχοντας βεβαίως ορατότητα του Παναγίου Τάφου, καθώς μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου θαλάμου δεν υπάρχει πόρτα.

Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων γονυκλινής προσεύχεται επί του Παναγίου Τάφου, διαβάζοντας μια συγκεκριμένη, εκτενή ευχή. Στην ανάγνωση τον βοηθάει το φως το οποίο εισέρχεται από τον μικρό τρούλο που βρίσκεται πάνω από τον Τάφο του Κυρίου, καθώς μέσα στον Πανάγιο Τάφο δεν υπάρχει καμία εστία φωτός.

Ο Πατριάρχης, μετά την ανάγνωση της ευχής, παραμένει γονυκλινής και προσευχόμενος μέχρις ότου, ευδοκία Θεού, εμφανισθεί θαυματουργικώς το Άγιο Φως, από το οποίο θα ανάψει τους δύο πυρσούς του, με τους οποίος στη συνέχεια, εξερχόμενος του Κουβουκλίου, θα το μεταδώσει στους πιστούς.

Τον τρόπο που εμφανίζεται το Άγιο Φως περιγράφει ο αγιοταφίτης μοναχός Μητροφάνης Παπαϊωάννου, ο οποίος, επειδή δεν πίστευε στη θαυματουργική εμφάνισή του, κρύφτηκε το 1926, από το βράδυ της παραμονής του Μ. Σαββάτου, στον μικρό τρούλο του Κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου.

Το Άγιο Φως εμφανίζεται όχι μόνο στον Πατριάρχη, ο οποίος βρίσκεται εντός του Παναγίου Τάφου, αλλά την ίδια στιγμή και στους πιστούς, οι οποίοι βρίσκονται έξω από αυτόν, κυρίως με τη μορφή λευκού φωτός και αστραπών.

Υπάρχουν περιγραφές αυτοπτών μαρτύρων περί κανδηλών του Ναού της Αναστάσεως οι οποίες, ενώ είναι σβηστές, από το πρωί του Μ. Σαββάτου ανάβουν μόνες τους από το Άγιο Φως, ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι το Άγιο Φως δεν έχει καυστικές ιδιότητες.

 

Με πληροφορίες από την Wikipedia