Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις διεθνείς σχέσεις πολλές φορές η ουσία είναι στον συμβολισμό. Είναι η παραλλαγή σε όρους διπλωματίας της γνωστής φράσης «το μέσο είναι το μήνυμα».

Από αυτή την άποψη προφανώς και στην επίσκεψη Τσίπρα στην Τουρκία υπήρξαν αρκετοί συμβολισμοί. Οι δύο ηγέτες, που έχουν συναντηθεί αρκετές φορές, εξέπεμψαν το μήνυμα ότι θέλουν να ξεκινήσουν τη διαδικασία ενός διαλόγου και δεν επιθυμούν εντάσεις.

Δεν έκαναν κάποιο προχώρημα στις διμερείς σχέσεις, αλλά έδειξαν την αμοιβαία διάθεση να μην τις επιδεινώσουν, την ώρα που και οι δύο έχουν στην πραγματικότητα πιο πιεστικά ζητήματα να αντιμετωπίσουν.

Γιατί ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ανησυχεί πολύ περισσότερο για το τι θα γίνει με τις επιχειρήσεις στη Βορειοανατολική Συρία, όταν τελικά αποχωρήσουν οι ΗΠΑ, και ο Αλέξης Τσίπρας με τα ανοιχτά μέτωπα της οικονομίας και την προεκλογική εκστρατεία που έχει ήδη ξεκινήσει.

Από την άλλη και οι δύο ηγέτες φρόντισαν να κάνουν σαφείς τις δικές τους θέσεις στις δηλώσεις που έκαναν. Ο Έλληνας πρωθυπουργός έμεινε στις γνωστές ελληνικές θέσεις και ο Ερντογάν δεν προσπέρασε σημεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντός του, όπως το θέμα των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που κατέφυγαν στην Ελλάδα, ενώ συνέδεσε την υπόθεση του ανοίγματος ξανά της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης με αυτό των μουφτήδων στην Δυτική Θράκη.

Όμως, αυτή τη φορά ο Τούρκος πρόεδρος δεν έθεσε θέμα αλλαγής των προβλέψεων της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως είχε κάνει στην επίσκεψή του στην Αθήνα το 2017, ενώ Έλληνας πρωθυπουργός χρησιμοποίησε προσεκτικές διατυπώσεις για την κατάσταση στο Αιγαίο.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι για άλλη μια φορά ο Αλέξης Τσίπρας απέφυγε την επίσκεψη στο μαυσωλείο του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, γιατί αυτό θεωρήθηκε ότι θα ετύγχανε αρνητικής αντιμετώπισης από τα ποντιακά σωματεία. Βέβαια, δεδομένης της προσπάθειας του Ταγίπ Ερντογάν να δείξει ότι κινείται πέραν των ορίων του κεμαλισμού, η επιλογή μάλλον δεν δημιούργησε μεγάλο πρόβλημα.

Μικρά συγκεκριμένα αποτελέσματα

Τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της συνάντησης ήταν σχετικά μικρά. Ως προς τις οικονομικές σχέσεις τονίστηκε η ανάγκη αναβάθμισής τους ακόμη περισσότερο (για τη Ελλάδα ούτως ή άλλως τα τελευταία χρόνια η Τουρκία είναι ένας σημαντικός εξαγωγικός προορισμός) και η προώθηση βημάτων που θα τις διευκολύνουν όπως είναι η ενεργοποίηση της κοινής απόφασης για ακτοπλοϊκή σύνδεση ανάμεσα στην Σμύρνη και την Θεσσαλονίκη, η ολοκλήρωση της σιδηροδρομικής σύνδεσης ανάμεσα στην Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη και το άνοιγμα και δεύτερης γέφυρας στους Κήπους στον Έβρο ώστε να διευκολυνθούν ακόμη περισσότερο οι διασυνοριακές συναλλαγές, καθώς επίσης και η διοργάνωση επιχειρηματικού φόρουμ.

Αντίστοιχα, και οι δύο ηγέτες τόνισαν τα υπαρκτά σημεία συμφωνίας για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, δεδομένου ότι οι δύο χώρες ενδιαφέρονται για την πλήρη τήρηση της συμφωνίας ΕΕ και Τουρκίας για το μεταναστατευτικό και το προσφυγικό και η Ελλάδα ούτως ή άλλως είναι υπέρ της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας (που καθεαυτή είναι από χρόνια ματαιωμένη) άρα και υπέρ όλων των μέτρων αναβάθμισης των ευρωτουρκικών σχέσεων όπως είναι για παράδειγμα η αναθεώρηση της τελωνειακής σχέσης.

Τέλος δόθηκε έμφαση στην ανάγκη αποκλιμάκωσης των εντάσεων στο Αιγαίου και της ενεργοποίησης μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Η παραδοχή ότι υπάρχουν «αγκάθια» στις διμερείς σχέσεις

Παρότι υπήρξε προσπάθεια να κρατηθούν χαμηλοί τόνοι, οι ίδιες οι δηλώσεις των δύο ηγετών έφεραν στο προσκήνιο διαφορές οπτικής και υπαρκτά «αγκάθια» στις διμερείς σχέσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και μία από τις πλευρές της επίσκεψης που υποτίθεται ότι θα αναδείκνυε ένα βήμα προσέγγισης, αυτή της επίσκεψης στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης από τον έλληνα πρωθυπουργό, τελικά εξελίχτηκε σε ένα θέμα όπου αποκλίνουν οι δύο πλευρές.

Έτσι ενώ περιμέναμε να ανακοινωθεί η επαναλειτουργία της Χάλκης και είχαν καλλιεργηθεί και σχετικές προσδοκίες, η δήλωση του Τούρκου προέδρου ότι η συμφωνία συνδέεται με ζητήματα που αφορούν τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, όπως είναι η πάγια διαφορά ως προς το καθεστώς ορισμού των μουφτήδων, καθώς η ελληνική κυβέρνηση επιμένει στο διορισμό τους και η Τουρκία επιμένει ότι πρέπει να εκλέγονται από την ίδια τη μειονότητα.

Αντίστοιχα, είναι εμφανές ότι η Τουρκία δεν σκοπεύει να προσπεράσει το θέμα με τους 8 αξιωματικούς. Για την τουρκική κυβέρνηση (που ως προς αυτό έχει και τη συναίνεση της αντιπολίτευσης) είναι κομβικό να συλληφθούν όλο όσοι συμμετείχαν στο πραξικόπημα, που η ίδια επιμένει να αποδίδει στην τρομοκρατική οργάνωση στην οποία κατά τη γνώμη της ηγείται ο Φετουλάχ Γκιουλέν.

Αυτό, όμως, προσκρούει στην αμετάκλητη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης ως προς το να μην εκδοθούν στην Τουρκία, κάτι που υπογράμμισε και ο έλληνας πρωθυπουργός. Όμως, ακόμη και έτσι δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι υπάρχουν και οι άλλες κατηγορίες τούρκων πολιτών που η Τουρκία αντιμετωπίζει ως τρομοκράτες, τους οποίους όμως οι ελληνικές αρχές αντιμετώπιζαν και ως πολιτικούς φυγάδες, όπως είναι τα μέλη των κουρδικών και τουρκικών παράνομων αριστερών οργανώσεων.

Αλλά και στο Κυπριακό, για το οποίο επίσης είχαν καλλιεργηθεί προσδοκίες ότι μπορεί να υπάρξει κάποια νέα πρωτοβουλία, ο τρόπος που ο Ερντογάν έθεσε το ζήτημα της ισότιμης αντιμετώπισης των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων παραπέμπει επίσης σε μια αρκετά μακρά και δύσκολη διαπραγμάτευση.

Ένας οδικός χάρτης με ασαφή προορισμό

Η συνάντηση των δύο ηγετών είχε ορισμένα πρωτότυπα στοιχεία. Ήταν μια συνάντηση τετ α τετ, χωρίς την παρουσία άλλων υπηρεσιακών παραγόντων πέραν των μεταφραστών, κάτι αρκετά ασυνήθιστο που εκτός των άλλων σημαίνει ότι δεν έχουμε και πλήρη εικόνα των θεμάτων που συζήτησαν, πέραν όσων δήλωσαν δημόσια. Σημειώνουμε εδώ ότι ειδικά ο Έλληνας πρωθυπουργός στη δήλωσή του πρακτικά επανέλαβε σημεία που περιλαμβάνονταν και στη συνέντευξή του στο πρακτορείο Anadolu που προηγήθηκε της συνάντησης αλλά και στις σχετικές ενημερώσεις και διαρροές της ελληνικής διπλωματίας. Με αυτή την έννοια για ορισμένα σημεία μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε.

Ας προσθέσουμε πάντως και μια άλλη παράμετρο, που ίσως να προσδίδει και επιπλέον «συμβολική ουσία» στη συνάντηση. Η τουρκική πλευρά είχε διατυπώσει κατ’ επανάληψη το φόβο της για ενδεχόμενο «προβοκάτσιας» σε σχέση με τα ελληνοτουρκικά, με τη μορφή ενός «θερμού επεισοδίου» ή μιας μεγαλύτερης εμπλοκής που στην πραγματικότητα θα ήταν ένας τρόπος να της ασκηθεί έντονη πίεση ενόψει κυρίως των εξελίξεων στο μέτωπο της Συρία, από τη μεριά κύκλων των ΗΠΑ αλλά και άλλων «παικτών» στην περιοχή που δεν είναι ικανοποιημένοι με την τρέχουσα φορά των πραγμάτων. Με αυτή την έννοια, είναι πιθανό πλευρά της απευθείας επαφής να είναι και η προσπάθεια να αποφευχθεί ακριβώς ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Για να το πούμε διαφορετικά, για την τουρκική πλευρά είναι σημαντικό σε αυτή τη φάση να γνωρίζει ότι η ελληνική πλευρά δεν κινείται σε μια λογική κυρίως οικοδόμησης ενός άξονα με δυνάμεις που τακτικά τουλάχιστον αντιστρατεύονται τις τουρκικές επιδιώξεις.
Από εκεί και πέρα είναι σαφές ότι οι δύο ηγέτες συμφώνησαν στην ανάγκη να εκκινήσουν διαδικασίες διαλόγου, αλλά με προσεκτικά βήματα και με έμφαση στη διαμόρφωση των συνθηκών που θα επιτρέψουν το διάλογο.

Σύμφωνα, με ελληνικές διπλωματικές πηγές το πρώτο βήμα αφορά τη συμφωνία για τη διαμόρφωση Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης για τη μείωση της έντασης στο Αιγαίο μεταξύ των υπουργών Άμυνας Ευάγγελου Αποστολάκη και Χουλουσί Ακάρ, η εκκίνηση προπαρασκευαστικών συζητήσεων για το Κυπριακό ανάμεσα στον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Κατρούγκαλο και τον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου και η εμβάθυνση της συνεργασίας για την προσφυγική και μεταναστευτική κρίση μεταξύ του υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρη Βίτσα και τον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών Σουλεϊμάν Σόιλου.

Είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μια λογική προπαρασκευής πάνω στα μέτωπα που είναι ανοιχτά. Αυτό αφορά καταρχάς όλο το πλέγμα των διαφορών που άπτονται του Αιγαίου, της υφαλοκρηπίδας και των ΑΟΖ, με δεδομένη και τη ρητή τοποθέτηση της Άγκυρας ότι δεν μπορεί να υπάρξει «αυτόματη» εφαρμογή του διεθνούς δικαίου.

Ομως, αυτός ο διάλογος δεν πρόκειται να είναι εύκολος. Οι τουρκικές αξιώσεις τείνουν να αμφισβητούν τις σχετικές προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι αυτονόητη η συναίνεσή της σε απλή παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο, την ώρα που στον τρέχοντα πολιτικό χρόνο πολύ δύσκολα θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να κάνει θεαματική μεταστροφή από πάγιες «κόκκινες γραμμές» ακόμη και εάν είχε την πολιτική βούληση (αποδεχόμενη π.χ. ειδικές χαράξεις ορίων ή μορφές συνεκμετάλλευσης).

Αντίστοιχα στο Κυπριακό η αναφορά ότι οι προπαρασκευαστικές συζητήσεις, που θα προηγηθούν οποιασδήποτε νέας πρωτοβουλίας, ώστε να αποφευχθεί μια κατάρρευση όπως στο Κραν Μοντανά, θα ξεκινήσουν από τα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, όντως παραπέμπει στην αναμέτρηση με τον πυρήνα του προβλήματος. Όμως, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα καλυφθεί εύκολα η μεγάλη απόσταση που χωρίζει ακόμη τις δύο πλευρές.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις σε μετάβαση

Εδώ και αρκετά χρόνια είμαστε στην αναζήτηση ενός νέου υποδείγματος για την αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Το προηγούμενο που δοκιμάστηκε –και ουσιαστικά έκλεισε τον κύκλο του την περασμένη δεκαετία– ήταν που αυτό που οριζόταν γύρω από την ευρωπαϊκή ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και την παράλληλη επίλυση του Κυπριακού και στηριζόταν στην αντίληψη ότι η από κοινού ένταξη στην ενωμένη Ευρώπη θα επίλυε και τα υπόλοιπα ζητήματα.

Η κατάρρευση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας και η απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, όπως και οι ανακατατάξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις σε συνδυασμό με την μεταστροφή του Ερντογάν σε μια ένα συνδυασμό βοναπαρτισμού και διεκδίκησης πιο αυτόνομου ρόλου της Τουρκίας άλλαξαν το πλαίσιο, την ώρα που τόσο το πραξικόπημα όσο και οι εξελίξεις στο συριακό έδειξαν και τις μεγάλες αντιφάσεις με τις οποίες αναμετριέται η Τουρκία.

Σε αυτό το πλαίσιο και η ελληνική πλευρά, που για μεγάλο διάστημα ούτως ή άλλως είχε να αντιμετωπίσει τη νέα κατάσταση που έφεραν τα μνημόνια, ακόμη δεν έχει διαμορφώσει μια συνεκτική τακτική, ταλαντευόμενη ανάμεσα στο διάλογο και τη λογική των αντισυσπειρώσεων κατά της Τουρκίας, επηρεαζόμενη και από τις διακυμάνσεις στις σχέσεις και της ΕΕ και των ΗΠΑ με την Τουρκία.

Ο «οδικός χάρτης» έχει δρόμο ακόμη

Αν η επιθυμία των δύο ηγετών ήταν να αποκλιμακώσουν μέρος της ρητορικής και συμβολικής έντασης που είχε υπάρξει το προηγούμενο διάστημα και ταυτόχρονα να αποφύγουν να φανούν ότι κάνουν υποχωρήσεις, τότε η συνάντηση δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη.

Όμως, στον πυρήνα των ανοιχτών μετώπων δεν άλλαξε τίποτα και παραμένει αρκετά ασαφής ο οδικός χάρτης που προσπάθησαν να σκιαγραφήσουν οι δύο ηγέτες. Με αυτή την έννοια, η συνάντηση αυτή δεν αποτέλεσε μια θετική τομή στις διμερείς σχέσεις.

Οι δύο χώρες είναι καταδικασμένες να συνυπάρχουν, αλλά απέχουν ακόμη από το να έχουν βρει έναν τρόπο να συνεργαστούν.

Γράψτε το σχόλιό σας