Στην επέτειο των 9 χρόνων από το θάνατο του Χρήστου Λαμπράκη, και με τον πάλαι ποτέ κραταιό δημοσιογραφικό οργανισμό του, τη ναυαρχίδα των ελληνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, να αποτελεί παρελθόν από τον Αύγουστο του 2017, θεωρούμε άσκοπη και ανούσια οποιαδήποτε προσπάθεια είτε αγιοποίησης είτε δαιμονοποίησης του αποθανόντος.

Αντίθετα, πιστεύουμε ότι η σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Λαμπράκη από τη γραφίδα ενός σπουδαίου δημιουργού και νοήμονος ανθρώπου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, είναι μια καλή αφορμή για να ανακαλέσουν στη μνήμη τους οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες του in.gr αυτήν την κατά γενική ομολογία ενδιαφέρουσα και πολυδιάστατη προσωπικότητα.

Στη συμπλήρωση ενός έτους από το θάνατο του Λαμπράκη, το Δεκέμβριο του 2010, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έγραψε τα εξής:

Ήταν πρώτα δημοσιογράφος

Συμπληρώθηκε- κιόλας- ένας χρόνος από τη μέρα που έφυγε ο Χρήστος Λαμπράκης. Ο καιρός τρέχει. Και δεν κοιτάζει πίσω. Και δεν λογαριάζει τη δική σου μελαγχολία. Έρχονται τα γεγονότα, το ένα πίσω από τα άλλο, και σε κάνουν και σένα να το βάζεις στα πόδια και να ξεμακραίνεις.

Μεγάλωσα με τον Χρήστο Λαμπράκη. Δεν υπήρξαμε φίλοι. Δεν κάναμε παρέα. Εκείνος πατρίκιος, εγώ πληβείος. Αλλά η σκιά του ήταν βαριά. Έμπαινε στο κτίριο της Χρήστου Λαδά πετώντας. Σκόρπιζε βιαστικές «καλημέρες» και συγχρόνως ανέβαινε δυο δυο τα σκαλιά, ώσπου να φτάσει στον όροφο που βρισκόταν το γραφείο του.

Διάβαζε, έγραφε, τηλεφωνούσε, συνεργαζόταν. Συριώτης, Δημάκος, Νίτσος, Πασαλάρης, Καραπαναγιώτης, Καψής, Ψυχάρης. Και βέβαια, είχε συνεχή επαφή με το Μέγαρο Μουσικής. Το μεγάλο πάθος του, τον μεγάλο καημό του. Ξόδευε ατελείωτες ώρες γι’ αυτήν την υπόθεση. Και ήξερε. Γνώριζε. Η μουσική ήταν ζυμωμένη με τη ζωή του.

Ήμασταν συνομήλικοι. Έναν χρόνο μεγαλύτερος από μένα. Δεν πρόλαβα τον πατέρα του. Είχε πεθάνει δυο χρόνια πριν έρθω εγώ στην εφημερίδα. Βρέθηκα στα «ΝΕΑ», που ήταν το όνειρο για κάθε νέο δημοσιογράφο, σε ηλικία 24 ετών. Κυρίαρχος των πάντων, ο Χρήστος. Τον έλεγαν «μεγάλο» οι συντάκτες, στις μεταξύ τους συνομιλίες. Άλλοι «αφεντικό». Δεν ήθελε να το ακούει. Θύμωνε. Δεν εκδήλωνε όμως τη δυσαρέσκειά του. Την κατάπινε.

Ήταν πολύ ευαίσθητος με τους συντάκτες. Ιδίως τους παλιούς. Μια μέρα, μου εκμυστηρεύθηκε: «Είμαι πολύ στενοχωρημένος. Βαδίζω στον διάδρομο, έρχομαι τετ α τετ με τον Λινάρδο και δεν μου μιλάει. Συνέβη τίποτα; Του έκανα κάτι;» Δεν είχα ιδέα. Αλλά το στιγμιότυπο αυτό μού έμεινε. Δεν το ξεχνάω.

Με τον καιρό κατάλαβα γιατί ένιωθε ενόχληση όταν μάθαινε ότι τον λένε «αφεντικό»: ο Λαμπράκης ήταν εργοδότης αλλά αισθανόταν δημοσιογράφος. Και ήταν. Και πολύ καλός μάλιστα.

Αλλά, πάνω απ’ όλα, και από τον εαυτό του βεβαίως, έβαζε τους διευθυντές του. Ποτέ δεν μπήκε στα πόδια τους. Ποτέ, ακόμη κι όταν ένας διευθυντής αδικούσε κάποιον συντάκτη, δεν πήρε το μέρος του συντάκτη. «Αν κάνω κάτι τέτοιο», μου είπε κάποτε, «το διαλύσαμε το μαγαζί. Ο διευθυντής είναι διευθυντής».

Χωρίς τον Λαμπράκη, η δημοσιογραφία βουλιάζει στην κρίση της. Δεν ξέρω σε ποιον βαθμό θα μπορούσε να αποτρέψει αυτήν την κρίση. Θα ήταν όμως ένας πολύ μεγάλος, πολύ δυνατός παίκτης στο παιχνίδι. Που θα τον υπολόγιζαν όλοι. Στο κάτω κάτω, είχε ένα σπουδαίο, ιστορικό όνομα. Και οι εφημερίδες που ίδρυσε ο πατέρας του και εδραίωσε ο ίδιος, με εύστοχες και τολμηρές κινήσεις, είχαν στηρίξει τον αναμορφωτή της Ελλάδας. Τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο