Ενας μεγάλος γερμανός ποιητής στα ύστερα χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση και τους συμβιβασμούς της έως την αυτοχειρία της έγραψε: «Και τι χρειάζονται οι ποιητές στους μίζερους χρόνους;». Βέβαια την ίδια εποχή ο Ρήγας Βελεστινλής αλλά και ο Κοραής ήταν οι επαναστάτες γραφιάδες που τροφοδοτούσαν το δούλο έθνος με ιδέες και ήθος και ιστορική συνείδηση.

Από την άλλη, ένας απλός στρατιωτικός στη διάρκεια των πρώτων ημερών της Βαστίλλης σε μια ταβέρνα, ενθουσιώδης πατριώτης, συνθέτει έναν θούριο που θα γίνει έως σήμερα ο «εθνικός ύμνος» των Γάλλων Αλονζανφάν.

Ο Διονύσιος Σολωμός συνθέτει τον «Υμνον εις την Ελευθερίαν», αλλά και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» ακούγοντας στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο όπου κατοικεί το τουφεκίδι στην απέναντι ρουμελιώτικη στεριά, στο Μεσολόγγι.

Ο Κάλβος γράφει τις «Ωδές» με αποκλειστικό σχεδόν στο σύνολό τους θέμα την επανάσταση.

Ο Σούτσος που διώχτηκε από το οθωνικό σινάφι ανέβαινε στον περιβάλλοντα τα ανάκτορα της Αθήνας τοίχο και απάγγελνε τους μύδρους του ενάντια στην ανακτορική καμαρίλα.

Ο Χουρμούζης στα κατεδαφιστικά θεατρικά του κείμενα, σατιρίζοντας την οθωνική τυραννίδα της Αντιβασιλείας, έγινε στόχος δύο δολοφονικών επιθέσεων ενώ ήταν βουλευτής Φθιώτιδος.

Ο Παλαμάς μετά τον εξευτελιστικό ταπεινωτικό πόλεμο του 1897 έγραψε στον ποιητικό πρόλογο της «Φλογέρας του βασιλιά» τον εξαίσιο στίχο: «Σβησμένες όλες οι φωτιές μέσα στη χώρα». Σας θυμίζει κάτι;

Λίγα χρόνια μετά, όταν και η Επανάσταση στο Γουδί αποδείχτηκε τζούφια, ο Καβάφης γράφει τις «Θερμοπύλες», ο Βάρναλης τους «Σκλάβους πολιορκημένους», ο Σικελιανός αποσύρεται στην έρημο για να βρει την ταυτότητα της γενιάς του, ο κυνηγημένος δημόσιος υπάλληλος συνδικαλιστής (όσοι το αγνοούν) Καρυωτάκης τινάζει τα μυαλά του στο αέρα, ενώ η χώρα θρηνεί για τη μικρασιατική πανωλεθρία.

Υστερα η Αλβανία, η Κατοχή, ο Εμφύλιος ωθούν την ευαίσθητη συνείδηση του Γένους, τους ποιητές πάντα, να βυθίσουν την πένα τους είτε στο «Αθάνατο κρασί του Εικοσιένα» που έγραφε ο γέρος Παλαμάς είτε στα ηρωικά νιάτα που θυσιάστηκαν όπως στο «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» του Ελύτη, είτε στον «Μπολιβάρ – ωραίο σαν Ελληνα» του Εγγονόπουλου, είτε στα «Ημερολόγια καταστρώματος» του Σεφέρη, είτε στο «Χάρη» του Αναγνωστάκη, είτε στην τραγική συμβουλή του Κατσαρού μετά τον Εμφύλιο: «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία»!

Η πρώτη ποιητική μεταπολεμική γενιά με τον Καρούζο, τον μεγάλο Λειβαδίτη, τον Αλεξάνδρου, τον Δάλλα, τον Πατρίκιο, αλλά και τη Σωτηρίου, τον Χατζή, τον Τσίρκα, τον Φραγκιά, τον Κοτζιά και αργότερα τον Βασιλικό της «Τριλογίας», τον Βαλτινό, τον Κουμανταρέα, τις πληγές, τις ενοχές, τις νεκροφάνειες, τις ταριχεύσεις αυτής της πατρίδας, τις ακροβασίες στο τεντωμένο σκοινί πάνω από την άβυσσο, τον αγώνα των απελπισμένων στις «φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές» κατέφευγαν στο Ελληνοταμείον.

Ετσι ήταν πάντα σ’ αυτόν τον τόπο. Το αρχαιότερο θεατρικό κείμενο της ανθρωπότητας, «Οι Πέρσες» του Αισχύλου, οι «Ικέτιδες» (πρόσφυγες) του ίδιου έως την καταλυτική κριτική της έκπτωσης των θεσμών του Αριστοφάνη ανατομικό τραπέζι του ασθενούς λαού ήταν.

Ετσι ο Αριστοφάνης, την εποχή που η δημοκρατία πνέει τα λοίσθια, στους «Βατράχους» του βάζει τον Διόνυσο να κατεβαίνει στον Αδη να φέρει πάλι στη Γη έναν ποιητή, γιατί μόνο οι ποιητές (και όχι οι στρατηγοί, οι πολιτικοί και οι οικονομολόγοι), τουλάχιστον για τη συνείδηση του Αριστοφάνη, μπορούν να σώσουν την πατρίδα από τον κατήφορο.

Αλλά μήπως δεν είχε δίκιο; Ο Ακάθιστος Υμνος, ένα ποιητικό αριστούργημα, κράτησε τους Βυζαντινούς όρθιους σε μια δεινή πολιορκία και βέβαια τα κλέφτικα δημοτικά αριστουργήματα, ισάξια σε ποιητική δύναμη με τα ομηρικά έπη, κιβωτός με όλη την άλλη ποιητική ανθοφορία και τον γλωσσικό του πλούτο κράτησαν όρθιο και άγρυπνο τον λαό.

Και όπως συμβουλεύει ο Ελύτης, όταν μας βρίσκει το κακό κι όταν θολώνει ο νους μας, να μνημονεύουμε Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Θα μου πείτε, γιατί τώρα αυτή η διαδρομή. Το ξαναέγραψα και το ξαναγράφω. Τέσσερις πρόσφατοι νεκροί θεατρικοί μας συγγραφείς που τα έργα τους σχεδόν όλα διδάσκουν με πόνο δείχνοντας πληγές, ενοχές και δημόσιες αμαρτίες (που λέει ο Σεφέρης), ο Μάτεσις, η Αναγνωστάκη, ο Μουρσελάς και ο Σκούρτης, είναι εξόριστοι από το επιχορηγούμενο Εθνικό Θέατρο. Καλό θα ήταν κάποιοι εκεί ψηλά να ξαναδιαβάσουν τον ιδρυτικό νόμου του Γεωργίου Παπανδρέου (1930) που ορίζει ότι θεμελιώδης σκοπός του Εθνικού Θεάτρου είναι η παρουσίαση της εθνικής θεατρικής παραγωγής του παρελθόντος και του παρόντος.

Αλλά όπως λέει ο Εγγονόπουλος, στα «μίζερα χρόνια μας» «είθισται να δολοφονούν τους ποιητές»!!

Γράψτε το σχόλιο σας