Παρ’ ότι ο αρμόδιος υπουργός Νίκος Παππάς υποστηρίζει ότι όσοι ασκούν κριτική για την κατάσταση στην ΕΡΤ το κάνουν γιατί την… ζηλεύουν, στην πραγματικότητα το τελευταίο διάστημα έχουν σωρευτεί πολλά προβλήματα στη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

Καταρχάς, υπάρχει όλο το βάρος των κριτικών που δέχεται η ΕΡΤ για το ενημερωτικό κομμάτι που χαρακτηρίζεται από έντονα φιλοκυβερνητικό τόνο, την ώρα που υπάρχουν πολλές καταγγελίες  –και από το εσωτερικό της ΕΡΤ– ότι γίνονται μεγάλες παρεμβάσεις για να εξασφαλίζεται αυτός ο τόνος.

Σε μεγάλο βαθμό, το ενημερωτικό κομμάτι της ΕΡΤ δεν θυμίζει την αντικειμενική και «ουδέτερη» ενημέρωση που θα περίμενε κανείς από μια δημόσια ραδιοτηλεόραση. Πολύ περισσότερο παραπέμπει σε ένα μέσο «στρατευμένο», τμήμα μαζί με το ΑΠΕ, την Αυγή, την ΕΦΣΥΝ και το Left.gr του κυβερνητικού επικοινωνιακού μηχανισμού.

Μάλιστα για μεγάλο διάστημα τα βέλη της κριτικής είχε δεχθεί ο άρτι παραιτηθείς εντεταλμένος σύμβουλος για θέματα ενημέρωσης Βασίλης Ταλαμάγκας, καθώς δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν ότι αυτός λειτουργούσε ως ο κατεξοχήν «ιμάντας μεταβίβασης» της γραμμής του Μαξίμου στην ΕΡΤ.

Έπειτα, υπάρχουν καταγγελίες που έγιναν για το νέο οργανόγραμμα της ΕΡΤ που έφερε η διοίκηση Κωστόπουλου – Λεοντή (που αντικατέστησε τη διοίκηση Ταγματάρχη – Τσακνή που ήταν επίσης επιλογή του Ν. Παππά) και το πώς θεωρείται ότι είναι δυσλειτουργικό και ότι δεν αντιστοιχεί στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης ραδιοτηλεόρασης.

Πρόσφατα είχαμε τις επώνυμες καταγγελίες του εντεταλμένου συμβούλου προγράμματος της ΕΡΤ Σπύρου Κριμπάλη που υποστήριξε ότι η τωρινή διοίκηση δεν αντιλαμβάνεται τις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά που παίρνει το σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο.

Είχαμε, επίσης πολλές καταγγελίες ότι στην ΕΡΤ επιστρέψαμε σε ένα παλαιό καθεστώς όπου «έλυνε και έδενε» η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΠΟΣΔΕΠ που ουσιαστικά διεκδικούσε να συνδιοικεί.

Σε όλα αυτά προστέθηκαν και συγκεκριμένες αποφάσεις όπως ήταν αυτή που ανακοίνωσε πρώτος ο υφυπουργός Αθλητισμού Γ. Βασιλειάδης, πριν μάλιστα από το ΔΣ της ΕΡΤ, για την τηλεοπτική κάλυψη ομάδων της Super League, με καταβολή δικαιωμάτων και συνολικό κόστος που χαρακτηρίστηκαν από πάρα πολλούς υπέρογκα. Όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά, πλέον η ΕΡΤ πληρώνει για τους αγώνες της Λαμίας περισσότερα από όσο ιδιωτικοί πάροχοι για αγώνες της Μπαρσελόνα.

Είναι προφανές ότι η κατάσταση στην ΕΡΤ απέχει πολύ από το να αποτελεί έναν εναλλακτικό πόλο και στην ενημέρωση και στην ψυχαγωγία. Αντίθετα, παραπέμπει σε παλαιότερες εποχές και ως προς τη λογική των κυβερνητικών και κομματικών παρεμβάσεων και ως προς την εσωτερική διάρθρωση και διοίκηση.

 

Και όμως η κατάσταση μπορούσε να είναι διαφορετική

Όμως, καθόλου προδιαγεγραμμένη δεν αυτή η πορεία. Αντίθετα, υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για να είχαμε μια ΕΡΤ διαφορετική.

Το «μαύρο» στην ΕΡΤ, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση του πολύ μεγάλου κύρους που είχε τελικά σε μεγάλο μέρος του κοινού, είχε δώσει την αφορμή αρχικά για ένα μεγάλη συζήτηση για ένα μοντέλο ραδιοτηλεόρασης, πιο σύγχρονο, περισσότερο ανεξάρτητο και με μεγαλύτερη λογοδοσία απέναντι στο κοινό.

Όταν η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αποφάσιζε να ανοίξει ξανά την ΕΡΤ, υπήρχε όντως η «μαγιά» για μια διαφορετική κατάσταση στην ΕΡΤ.

Αυτή κυρίως αφορούσε αρκετούς ανθρώπους της ΕΡΤ, που είχαν υποστεί όλο το κόστος του «μαύρου» και που είχαν και ιδέες και προτάσεις για μια διαφορετική λειτουργία, χωρίς παρεμβάσεις και με μεγαλύτερη συμμετοχή.

Οι άνθρωποι αυτή ήξεραν ότι αυτή τη φορά το κοινό θα ήταν πολύ πιο αυστηρό και αυτή η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθεί. Γι’ αυτό το λόγο και ήταν διατεθειμένοι να εργαστούν σκληρά και να βάλουν πλάτη.

Προφανώς και οι μνημονιακοί περιορισμοί, κύρια μέσω της υποχρέωσης η ΕΡΤ να επιστρέφει ένα μέρος του ειδικού τέλους για την αποπληρωμή του χρέους, έβαζαν αρκετά εμπόδια στην πορεία ανάπτυξης της ΕΡΤ, αλλά περιθώρια παρέμβασης και σημαντικής βελτίωσης υπήρχαν.

 

Τι θα μπορούσε να γίνει;

Αυτό θα σήμαινε, πρώτα και κύρια μια στοιχειώδη αντικειμενικότητα στην ενημέρωση. Η ΕΡΤ διαθέτει μεγάλο δημοσιογραφικό δυναμικό, έχει μια πανελλαδική κάλυψη με τοπικούς ανταποκριτές που κανένα μέσο ενημέρωσης στην Ελλάδα ούτε έχει ούτε μπορεί καν να πλησιάσει, όπως και τεχνική υποδομή για κάλυψη γεγονότων που επίσης δεν συγκρίνεται με τα υπόλοιπα μέσα.

Χωρίς κυβερνητικές παρεμβάσεις και χωρίς το άγχος να προβάλλεται διαρκώς το «κυβερνητικό έργο», η ΕΡΤ θα μπορούσε να ορίζει το μέτρο σύγκρισης στην ενημέρωση απέναντι στα υπόλοιπα ΜΜΕ. Στην πραγματικότητα, μια αντικειμενική και ισότιμη προσέγγιση, χωρίς τον «στρατευμένο» τόνο των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ, θα λειτουργού πολύ πιο αποτελεσματικά υπέρ της κυβέρνησης από το σημερινό συνεχές «λιβανιστήρι».

Έπειτα, η ΕΡΤ, ακριβώς επειδή δεν έχει την ίδια πίεση «εμπορικότητας» με τα άλλα κανάλια θα μπορούσε να έχει ένα πολύ πιο αναβαθμισμένο ψυχαγωγικό πρόγραμμα, όχι μόνο με τις επιλογές της σε ξένες σειρές και υλικό αλλά και με την παραγωγή πρωτότυπου δικού της υλικού.  Ένα τέτοιο υλικό θα μπορούσε να απέφερε και έσοδα περισσότερα από ό,τι για παράδειγμα οι υπερκοστολογημένες μεταδώσεις της Super League.

Η ΕΡΤ έχει την τεχνολογική υποδομή και το εξειδικευμένο προσωπικό για να είναι στην τεχνολογική αιχμή της ραδιοτηλεόρασης τόσο ως προς το ψηφιακό σήμα όσο και ως προς τις νέες πλατφόρμες. Παρ’ όλα αυτά, παραγκωνίζονται ουσιαστικά οι άνθρωποι που έχουν και την εμπειρία και τη γνώση για να σχεδιάσουν την τεχνολογική αναβάθμιση της ΕΡΤ.

Επιπλέον μια ΕΡΤ με αναβαθμισμένο πρόγραμμα και μια νέα αντίληψη για την ενημέρωση, θα μπορούσε να κερδίζει ακόμη περισσότερους θεατές, να έχει και έσοδα από διαφημίσεις αλλά και για να πιέσει έτσι ώστε μεγαλύτερο μέρος του ειδικού τέλους να της αποδίδεται. Αυτό δεν θα επέτρεπε μόνο περισσότερες δικές της παραγωγές αλλά και μια δυνατότητα για πρόσληψη και νέου προσωπικού, δεδομένου ότι ήδη ο μέσος όρος ηλικίας είναι αρκετά υψηλός.

Όμως, ο Νίκος Παππάς είχε άλλες προτεραιότητες

Αντί για να στηρίξει μια τέτοια πορεία ο Νίκος Παππάς είχε ως κύριο μέλημα να μπορεί να έχει τον έλεγχο στην ΕΡΤ.

Φρόντισε εξαρχής οι επιλογές για τα πρόσωπα της διοίκησης να μην είναι αυτές που θα μπορούσαν να σηματοδοτήσουν την εικόνα της αλλαγής και του νέου πνεύματος. Επέλεξε αρχικά τον Λάμπη Ταγματάρχη για διευθύνοντα σύμβουλο (με πρόεδρο τον Διονύση Τσακνή), παρότι παρέπεμπε σε μια προηγούμενη εποχή  της ΕΡΤ και αργότερα τον Βασίλη Κωστόπουλο, παρότι ειδικά ο τελευταίος  σίγουρα δεν θα μπορούσε να εκπροσωπήσει την αναγκαία ανανέωση.

Επιπλέον, είναι σαφές ότι από ένα σημείο και μετά ο Νίκος Παππάς στηρίχτηκε περισσότερο στην συνεργασία με την ΠΟΣΠΕΡΤ παρά στους ίδιους τους ανθρώπους της ΕΡΤ που μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια διαφορετική πορεία. Αυτό εξηγεί και την τελική προώθηση του νέου οργανογράμματος της ΕΡΤ.

Ακόμη περισσότερο, μια σειρά από χειρισμοί, παραπέμπουν σαφώς στη διαμόρφωση ενός μηχανισμού που κυρίως να εξασφαλίζει την αναμετάδοση της κυβερνητικής γραμμής παρά την αξιόπιστη ενημέρωση.

Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα ο Νίκος Παππάς δεν δέχεται κριτική μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά πολύ περισσότερο από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα από ανθρώπους που έχουν γνώση της κατάστασης στην ΕΡΤ. Άρα δεν είναι στο στόχαστρο μιας κλασικής «αντιπολιτευτικής» πολεμικής, ακόμη και εάν θέλει να παρουσιάσει τα πράγματα έτσι με διάφορες δημόσιες δηλώσεις του.

Όμως, το ζήτημα δεν είναι μόνο η απόδοση ευθυνών. Το ζήτημα είναι ότι μέσα σε ένα τοπίο της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας με πολλά προβλήματα, στην ΕΡΤ χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να υπάρξει το κρίσιμο και καθοριστικό αντιπαράδειγμα.