Οι έννοιες των συντάξεων και των ομολόγων, μπορεί φαινομενικά να είναι ασύνδετες, όμως στην παρούσα συγκυρία της ελληνικής οικονομίας ιδίως στην μεταμνημονιακή εποχή, έχουν άμεση συσχέτιση.

Πιο συγκεκριμένα, η κυβέρνηση προσπαθεί διακαώς να επιτύχει την αναβολή της επιβολής μείωσης συντάξεων για το 2019, κάτι που ήταν συμφωνημένο με τους θεσμούς και προσπαθεί να εξασφαλίσει την συναίνεσή τους, καθώς ήδη το ΔΝΤ έχει εκφραστεί εναντίον οποιασδήποτε απόκλισης από τα προαπαιτούμενα.

Παράλληλα, η χώρα όντας ήδη εκτός δημοσιονομικού προγράμματος, βρίσκεται στην κατεύθυνση εξόδου στις αγορές, αν και προσωρινά είναι αποκλεισμένη, λόγω των υψηλών επιτοκίων των ομολόγων που εκτοξεύουν τις αποδόσεις.

Σε γενικές γραμμές, οι αποδόσεις των ομολόγων, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το συστημικό ρίσκο μίας οικονομίας και από τις δομικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες υλοποιούνται, ώστε να καταστήσουν ένα κράτος βιώσιμο με δυνατότητες αποπληρωμής των χρεών του.

Με αυτό το σκεπτικό, από την στιγμή που δεν έχει ξεκαθαρίσει από τις συζητήσεις με τους δανειστές, κατά πόσο η περικοπή συντάξεων, αποτελεί διαρθρωτικό μέτρο ή όχι που εντάσσεται στις μεταρρυθμίσεις, δεν δίνεται και το κατάλληλο σήμα στους οίκους αξιολόγησης για αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας και κατ΄επέκταση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, που βρίσκονται ακόμη κάτω από την επενδυτική βαθμίδα.

Με λίγα λόγια, η θολή κατάσταση με τις συντάξεις στο δημοσιονομικό σκέλος, οδηγεί σε αύξηση του ρίσκου στο χρηματοοικονομικό πεδίο και προκαλεί αβεβαιότητα στις χρηματαγορές, για τις πιθανότητες της Ελλάδας  να ανακάμψει και να γίνει άμεσα ανταγωνιστική.

Ως συνέπεια των παραπάνω, είναι η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, με αποτέλεσμα την καθήλωση της ελληνικής οικονομίας, σε επίπεδα χειρότερα από αυτά του Μνημονίου εν μέσω δημοσιονομικής αβεβαιότητας.

Θα έπρεπε λοιπόν, είτε οι θεσμοί να πάρουν μία ξεκάθαρη θέση για το τί είδους μέτρο αποτελεί η περικοπή των συντάξεων για τον προϋπολογισμό της χώρας και αντίστοιχα είτε να εξαιρέσουν το μέτρο από τα προαπαιτούμενα, ή να θέσουν άμεσα χρονοδιάγραμμα υλοποίησης εφάπαξ ή σε δόσεις, για να δοθεί το σήμα στις αγορές ότι η χώρα ανταποκρίνεται και άρα μπορεί να δανειστεί με αξιοπρεπή επιτόκια.

Εν κατακλείδι, η οικονομία αποτελεί μία σειρά από αλληλουχίες αποφάσεων, όπου αν η μία καθυστερεί, προκαλεί υστερήσεις στην επόμενη, με αποτέλεσμα την στρέβλωση των αγορών και την στασιμότητα αδύναμων χωρών όπως η Ελλάδα.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος – τραπεζικός