Το ζήτημα δεν είνε τι ημπορεί να κάνη το Σχέδιον Μάρσαλ ή πότε είνε δυνατόν να ψηφισθή. Το ζήτημα είνε πώς να εμποδισθή το Κογκρέσσον να περιορίση το Σχέδιον εις έναν ανίσχυρον, άχρηστον σκελετόν του αρχικού εαυτού του. Ποίος θα εμποδίση το Κογκρέσσον να προσφέρη όλην την Ευρώπην εις τους κομμουνιστάς; Ποίος θα σώση το Σχέδιον Μάρσαλ και πώς; Αυτό είνε το πραγματικόν και το μέγιστον ζήτημα του 1948.
Έχω καταπτοηθή και καταπτοούμαι διαρκώς περισσότερον. Η Νεμπράσκα και το Μίτσιγκαν παραμένουν προπύργια του προπολεμικού απομονωτισμού. Οι γερουσιασταί της Νεμπράσκα και του Μίτσιγκαν ηγούνται ήδη μιας επιθέσεως διά την περικοπήν των ποσών του Σχεδίου Μάρσαλ. Οι εν Ουάσιγκτον ανταποκριταί επιμένουν ότι το Σχέδιον αντιμετωπίζει σκληρόν, αβέβαιον μέλλον εις το Κογκρέσσον. Εκατομμύρια Αμερικανοί —ίσως μία σημαντική πλειοψηφία— εξακολουθούν να μη έχουν αντίληψιν της απολύτου ανάγκης δι’ αμερικανικήν βοήθειαν εις μεγάλην κλίμακα διά να παραμείνη η δυτική Ευρώπη ελευθέρα κοινωνία. Εκατομμύρια μέσοι Αμερικανοί έχουν σύγχυσιν εις το ζήτημα τούτο, απορούντες και φοβούμενοι μήπως άπαξ έτι απομυζηθή ο Μπάρμπα Σαμ.
Η ευρύτατα διαδεδομένη αμερικανική αυτή νοοτροπία είνε τελείως εξηγήσιμη. Αλλά το άκρως επείγον του Σχεδίου Μάρσαλ και το ασφαλώς καταστρεπτικόν δίλημμα που θέτει εις τον αμερικανικόν λαόν είνε επίσης εξηγήσιμα. Εκείνο που χρειάζεται είνε μία συστηματική, θετική προσπάθεια να τεθούν ενώπιον του αμερικανικού κοινού τα γεγονότα που ευρίσκονται όπισθεν του Σχεδίου Μάρσαλ και αι αληθείς συνέπειαι της αποτυχίας του, εάν υποστή μεταβολάς. Η ανησυχητική πραγματικότης είνε ότι το Σχέδιον Μάρσαλ δεν έχει εξηγηθή σαφώς και πλήρως εις τους Αμερικανούς ψηφοφόρους και φορολογουμένους. Μία δήλωσις του Προέδρου Τρούμαν ή ένας ή δύο λόγοι του κ. Μάρσαλ δεν αρκούν.
Ως ιδέα, το Σχέδιον Μάρσαλ είνε μία πανάκεια. Δώσατε εις αυτό καύσιμα και υλικά αξίας 17.000.000.000 δολλαρίων, επιπροσθέτως δε και τετραετές συμβόλαιον, και η ποσότης ανοικοδομήσεως που ημπορεί να πραγματοποιήση εις την Ευρώπην θα είνε ασφαλώς τεραστία. Το Σχέδιον Μάρσαλ είνε το μόνον θετικόν και ενεργόν όργανον εις τας μεταπολεμικάς εξωτερικάς υποθέσεις που παρουσίασεν η Κυβέρνησις Τρούμαν. Εάν η Κυβέρνησις Τρούμαν δεν κατορθώση να προμηθεύση την αναγκαίαν κινητήριον δύναμιν, τότε το Σχέδιον Μάρσαλ θ’ ακινητήση ή θ’ αποτελματωθή.
Ας υποθέσωμεν ότι το Κογκρέσσον θα κάνη να συμβή τούτο. Ο γερουσιαστής Μπάτλερ της Νεμπράσκα, δηλών ότι είνε «πάρα πολύ εναντίον», εκφράζει αμφιβολίαν αν θα υπάρξη καν Σχέδιον Μάρσαλ. Αλλ’ ένα μισό Σχέδιον Μάρσαλ θα είνε από πολλών απόψεων χειρότερον παρά καθόλου. Θα δώση εις τους κομμουνιστάς ισχυρά όπλα να γίνουν κύριοι της δυτικής Ευρώπης. Θα υπαγάγη μέγαν αριθμόν απελπισμένων Ευρωπαίων εις την επιρροήν της σοβιετο-κομμουνιστικής προπαγάνδας. Θα καταδικάση εν συνεχεία έθνη, όπως την Γαλλίαν και την Ιταλίαν, εις ολοκληρωτισμόν της Αριστεράς ή της Δεξιάς. Θα μεταμορφώση επίσης εκατομμύρια απογοητευμένων Αμερικανών εις σφοδρούς απομονωτικούς ή άκρους εθνικιστάς. Όπως το εννόησε τόσον καλά ο Χίτλερ, οι άνθρωποι πάντοτε προτιμούν να κατηγορούν κάποιον άλλον διά τας ιδικάς των χαμένας ευκαιρίας ή αποτυχίας.
Εάν δεν υπάρξη Σχέδιον Μάρσαλ ή εάν υπάρξη μόνον ένα ακρωτηριασμένον και ανάπηρον Σχέδιον, ποία θα είνε η επίδρασις της προκυπτούσης καταστάσεως επί του αμερικανικού λαού; Αυτό είνε ένα σπουδαιότατον μέρος τού τι θα έπρεπε να μας έλεγε τώρα η Κυβέρνησις Τρούμαν. Θα ήτο πλήρης παραφροσύνη να αναμείνη η Κυβέρνησις έως ότου η εμπνεομένη από πνεύμα οικονομιών και αντιευρωπαϊκήν τάσιν εξέτασις από το Κογκρέσσον καταντήση το Σχέδιον Μάρσαλ σκελετόν και κατόπιν θέση ενώπιον του έθνους τα στοιχεία της πραγματικότητος. Κάτι χειρότερον μάλιστα, θα ήτο πλήρης εγκατάλειψις της ηγεσίας από την Ουάσιγκτον.
Ας υποθέσωμεν, λοιπόν, ότι η Ουάσιγκτον δεν κατορθώνει να εξηγήση πειστικώς το Σχέδιον Μάρσαλ εις το αμερικανικόν κοινόν. Και ας υποθέσωμεν ότι το Κογκρέσσον εγκρίνει το Σχέδιον μόνον αφού το περιορίση ριζικώς. Οιοσδήποτε νοήμων δημοσιογράφος, έμπειρος εις τα διεθνή ζητήματα, ημπορεί να φαντασθή μερικάς από τας αναποφεύκτους συνεπείας, εάν το Σχέδιον Μάρσαλ ακρωτηριασθή. Η δυτική Ευρώπη θα βυθισθή εις ανεργίαν, απελπισίαν και βίαν. Τα ελεύθερα κοινοβουλευτικά συστήματά της θα καταστραφούν βαθμιαίως. Η κομμουνιστική κυριαρχία εις όλην την Ευρώπην, εκτός από μερικάς ασημάντους νησίδας, θα εξασφαλισθή. Και παραλλήλως με αυτά, οι Αμερικανοί φορολογούμενοι θα εξοικονομήσουν προς το παρόν 8-10.000.000.000 δολλάρια, αν περικοπή το Σχέδιον Μάρσαλ. Εν τω μεταξύ όμως η Ευρώπη θα απολεσθή διά την δημοκρατίαν. Εν τω μεταξύ το αμερικανικόν εμπόριον με την Ευρώπην θα απολεσθή διά πολλά έτη. Εν τω μεταξύ θα σημειωθή μία σταθερά πτώσις της αμερικανικής παραγωγής και ευημερίας. Βαθμιαίως αι Ηνωμέναι Πολιτείαι θα καταντήσουν μία απομονωμένη «νήσος της δημοκρατίας». Και όταν το πλείστον της Ευρώπης περιέλθη εις τον κομμουνιστικόν ολοκληρωτισμόν, τότε οι εναντίον του Σχεδίου Μάρσαλ γερουσιασταί μας τίνος είδους κονδύλια διά την άμυναν των Ηνωμένων Πολιτειών θα ψηφίσουν;
Αυτό φαίνεται να μη το εσκέφθησαν οι γερουσιασταί της σχολής του «οικονομικού ρεαλισμού». Οιοσδήποτε, όμως, πολίτης με κοινόν νουν θα ήτο ικανός να υπολογίση πόσον θα επεβάρυνε τας αμερικανικάς δαπάνας αμύνης το φάσμα μιας ερυθροκρατούμενης Ευρώπης. Ασφαλώς αι δαπάναι αυταί δεν θα ήτο δυνατόν να παραμείνουν εις 13.000.000.000 δολλάρια μόνον, όπως σήμερον. Ασφαλώς ο στρατός, το ναυτικόν και η αεροπορία μας, που θα έχουν ανησυχήσει, θα ζητήσουν γιγαντιαίας προσθέτους δαπάνας. Τα 8.000.000.000 δολλάρια, τα οποία το Κογκρέσσον θα ήτο δυνατόν να «εξοικονομήση»από το Σχέδιον Μάρσαλ κατά τον τρέχοντα χειμώνα, θα κατετρώγοντο και μάλιστα πολλαπλασίως με «εκτάκτους» δαπάνας αμύνης κατά το 1950 ή το 1951. Θα εψηφίζοντο δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων διά την εθνικήν άμυναν, διά τον φόβον κομμουνιστικής Ευρώπης. Διά κάθε δολλάριον που οι Αμερικανοί φορολογούμενοι θα «εξοικονομούσαν» υποθετικώς από το Σχέδιον Μάρσαλ —κατά τους διάφορους Μπάτλερ— θα εδαπανούσαν συντόμως 3 ή 5 δολλάρια δι’ εξοπλισμούς.
Κατ’ εμέ αυτή είνε η μόνη άλλη οδός, αν δεν ακολουθηθή η οδός του Σχεδίου Μάρσαλ. Μία αναπόφευκτος οδός. Ακόμη και με το Σχέδιον Μάρσαλ, αι δαπάναι των Ηνωμένων Πολιτειών διά την άμυνάν των θα διπλασιασθούν σχεδόν —μέχρις 20.000.000.000 δολλαρίων— εντός πέντε ετών. Τούτο, μάλιστα, ημπορεί να γίνη και εντός τριών ετών. Βαδίζομεν προς την εποχήν που τα 50 σεντς από κάθε δολλάριον που ο Αμερικανός πληρώνει εις ομοσπονδιακούς φόρους, θα καταβροχθίζωνται από την εθνικήν άμυναν. Ο μόνος τρόπος όπως οι Αμερικανοί αποφύγουν καταθλιπτικωτέρας δαπάνας αμύνης είνε η διατήρησις ελευθέρων, δημοκρατικών συστημάτων εις την δυτικήν Ευρώπην. Επένδυσις 17.000.000.000 δολλαρίων εις το Σχέδιον Μάρσαλ εντός του τρέχοντος χειμώνος είνε δυνατόν να σώση τον Αμερικανόν φορολογούμενον από την δαπάνην τριπλασίου ποσού, μόνον διά την άμυναν, κατά τα προσεχή πέντε έτη.
*Άρθρο του αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα Λέλαντ Στόου (Leland Stowe), που έφερε τον τίτλο «Το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών επιβάλλει το Σχέδιον Μάρσαλ» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 1948.
Ο Λέλαντ Στόου
Το 1930 ο Λέλαντ Στόου (1899-1994) είχε τιμηθεί με το Βραβείο Πούλιτζερ ως ανταποκριτής ξένου Τύπου.
Στις 5 Ιουνίου 1947, με την ιστορική ομιλία που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζορτζ Μάρσαλ (George C. Marshall), εξήγγειλε το σχέδιο που έβγαλε την Ελλάδα από την εξαθλίωση και έθεσε τα θεμέλια για μια ταχεία οικονομική ανάπτυξη, η οποία επέτρεψε στη χώρα να ενσωματωθεί στην ενιαία Ευρώπη.
Ο Τζορτζ Μάρσαλ
Το προσχέδιο της ομιλίας του Μάρσαλ ήταν έργο του σοβιετολόγου Charles «Chip» Bohlen (1904-1974), ενός εκ των κορυφαίων αμερικανών διπλωματών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου και του Ψυχρού Πολέμου.
Ο Charles «Chip» Bohlen
Το περίφημο Σχέδιο Μάρσαλ (Πρόγραμμα Ευρωπαϊκής Ανόρθωσης ήταν ο επίσημος τίτλος του) υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια των μεταπολεμικών ελληνοαμερικανικών σχέσεων, αλλά και ταυτόχρονα ένας από τους κυριότερους λόγους οξείας αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα μας.
Η παροχή εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων από τις ΗΠΑ προς την Ελλάδα στο πλαίσιο του Σχεδίου Μάρσαλ αποσκοπούσε στην ανοικοδόμηση της χώρας και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής γεωργίας και βιομηχανίας.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζορτζ Μάρσαλ (αριστερά), και ο υφυπουργός Εξωτερικών, Robert Lovett, κατά τη διάρκεια ακροάσεως στο Κογκρέσο για το Σχέδιο Μάρσαλ
Η βοήθεια αυτή ήταν τμήμα ενός γιγαντιαίου οικονομικού πακέτου που χορήγησαν οι ΗΠΑ σε δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες κατά τα έτη 1948-1952, προκειμένου να υποστηρίξουν τη δημιουργία μιας ισχυρής και οικονομικά ανθηρής Δυτικής Ευρώπης, που θα αποτελούσε ανάχωμα στη σοβιετική επέκταση προς δυσμάς και θα μπορούσε παράλληλα να απορροφήσει τα εξαγόμενα αμερικανικά προϊόντα, βιομηχανικά και γεωργικά.
Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, που πρέπει να ιδωθεί ως ένα σημαντικό επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ επιχείρησαν αφενός να συντελέσουν στην ανόρθωση των ευρωπαϊκών οικονομιών και αφετέρου να διαδώσουν την κουλτούρα τους και τον αμερικανικό τρόπο ζωής στο εξωτερικό.
O Τζορτζ Μάρσαλ (1880-1959) βραβεύτηκε το 1953 με το Νομπέλ Ειρήνης ως εμπνευστής και αρμόδιος για την ορθή εφαρμογή του σχεδίου που απέβλεπε στην οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης.
Στο πλαίσιο μιας αιτιώδους σχέσεως με τα ανωτέρω, πρέπει βεβαίως να σημειωθούν και τα κάτωθι, προηγηθέντα από χρονικής απόψεως:
Στις 22 Μαΐου 1947, κατόπιν εγκρίσεως του αμερικανικού Κογκρέσου, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν (Harry S. Truman, 1884-1972), έδωσε διά της υπογραφής του ισχύ τυπικού νόμου στο νομοσχέδιο που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Δόγμα Τρούμαν. Το εν λόγω νομοσχέδιο προέβλεπε τη χορήγηση στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας (ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων) στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας προς αντιμετώπιση της κομμουνιστικής απειλής που αμφότερες αντιμετώπιζαν.
Ο Χάρι Τρούμαν
Το λεγόμενο Δόγμα Τρούμαν είχε εξαγγελθεί από τον αμερικανό πρόεδρο στις 12 Μαρτίου 1947. Το πράσινο φως στο σχετικό νομοσχέδιο είχε δοθεί από το αμερικανικό Κογκρέσο αρκετές εβδομάδες αργότερα (στις 22 Απριλίου από τη Γερουσία και στις 9 Μαΐου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων).
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Τζορτζ Μάρσαλ στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ στις 5 Ιουνίου 1947.