Πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια από την «Δεκάτη τετάρτη Ιουλίου της Νίκης», όπως ωνόμαζαν τότε οι Γάλλοι την ιστορική αυτή ημέρα της εθνικής τους εορτής, που προκάλεσε τον ιερό συναγερμό όλων των συμμάχων νικητών του Μεγάλου Πολέμου μέσα στην παλλόμενη καρδιά της Γαλλίας. Την είχα ζήσει τότε στο Παρίσι παραδομένη στο ίδιο ομαδικό παραλήρημα του ενθουσιασμού τόσων μυριάδων ψυχών. «Όποιος αξιώθηκε να ιδή αυτή την ημέρα, μπορεί να πη πως έζησε» έλεγε εκείνο το βράδυ της 14ης Ιουλίου ο Κλεμανσώ, η θαλερή (σ.σ. ακμαία) και γιγάντια Γαλλική δρυς, που δεν είχε λυγίσει ούτε μια στιγμή σ’ όλο το διάστημα της μεγάλης καταιγίδας. Πραγματικά, όσοι αξιώθηκαν να ιδούν την εορτή αυτή τότε στο Παρίσι, είδαν την ίδια την Ιστορία να διαβαίνη ζωντανή εμπρός στα μάτια εκατομμυρίων ανθρώπων. Και είδαν την ιδέα της Πατρίδας ντυμένη μέσα στο φως της μεγάλης αποθεώσεως, να στεφανώνη τους τιμημένους ήρωες της μεγάλης Θυσίας.
Μέσα σ’ αυτούς ήταν τότε και ο στρατηγός Φιλίπ Πεταίν. Ο σημερινός τραγικός στρατάρχης ήταν τότε εξήντα τεσσάρων χρονών, και πέρασε στην πρώτη γραμμή της ιστορικής παρελάσεως κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου. Στιγμή ιστορική, ιερή κι’ αξέχαστη, που προκαλεί την ίδια φρικίασι (σ.σ. ανατριχίλα, ρίγος) και σήμερα, ύστερα από τριάντα χρόνια. Φθάνει από μακρυά ο μεγάλος αντίλαλος. Μια κυματιστή φρικίασις διατρέχει όλο το Παρίσι. Φρικιούν (σ.σ. ανατριχιάζουν, ριγούν) τα πλήθη των ανθρώπων δακρυσμένα, φρίσσουν (σ.σ. κινούνται κυματοειδώς) οι πτυχές των μυριάδων σημαιών που κυματίζουν, φρικιούν οι πέτρινες ψυχές των μνημείων, οι αιθέρες δονούνται, οι πύλες της Δόξας ανοίγουν. Από τη Λεωφόρο της Μεγάλης Στρατιάς κατεβαίνουν οι στρατιές των Συμμάχων. Το κανόνι βροντά, μια μυριόστομη ιαχή πυργώνεται (σ.σ. υψώνεται, ορθώνεται) ως τα ουράνια, οι φτερωτές στροφές της «Μαρσεγαίζ» δονούν τους αιθέρες. Προηγείται η φανφάρ (σ.σ. μπάντα) της Δημοκρατικής Φρουράς, κι’ αμέσως κατόπιν μια συγκινητική πομπή χίλιων ανάπηρων του πολέμου ανοίγει τη μεγάλη συνοδεία. Κι’ αμέσως έρχονται οι δυο στρατάρχαι της Νίκης: ο Ζοφφρ αριστερά, και δεξιά ο Φος, επάνω στο λευκό ιστορικό του άλογο. Περνούν ακτινοβόλοι, και χαιρετούν με γυμνό κατεβασμένο σπαθί το Κενοτάφιο των Σκοτωμένων που είνε στημένο αριστερά εμπρός στην Αψίδα. Κι’ ακολουθούν όλοι οι γενναίοι στρατηγοί της Γαλλίας, χαιρετώντας με γυμνά σπαθιά, κατά τον ίδιο τρόπο. Προσκυνούν όλοι τα μεγάλα ονόματα που περνούν. Πόσα ονόματα! Πόσες δόξες! Ο στρατηγός Πεταίν, ο γενναίος υπερασπιστής του Βερντέν, έστησε το αθάνατο προπύργιο της Γαλλικής ευψυχίας με την ιστορική εκείνη κραυγή Debout les morts! (σ.σ. εμπρός σκοτωμένοι, εγέρθητε), που βροντοφώνησε στην κρισιμώτερη στιγμή, αναστήνοντας πραγματικά τους σκοτωμένους. Ο στρατηγός Καστελνώ, ο Γκουρώ, ο Χιρσοέρ, ο Εμπέρ, ο Μαντέν, ο Μαιστρ, ο Μωνουρύ, ο Λεγκού, ο Φαγίλ, ο Ντεβενέ, ο Ζεράρ, ο Λυωταί, ο Ντεσπεραί! Τους μεγάλους αυτούς δοξασμένους ακολουθούν οι δοξασμένοι μικροί, όσοι έζησαν για να ιδούν αυτή την ύψιστη στιγμή της Αποθεώσεως. Περνά το ευγενικό πεζικό του Γαλλικού στρατού, ακολουθεί το γενναίο ιππικό, έρχονται οι γενναίοι ναύται της Νορμανδίας και της Βρετάννης, ακολουθεί το θαυμαστό πυροβολικό και τη μεγάλη πομπή κλείνουν τα «τανκς», τα πρωτόφαντα τότε μεγαθήρια του παγκόσμιου πολέμου.
Διαβάζοντας σήμερα το ημερολόγιό μου εκείνης της εποχής, ξαναζώ τα δοξασμένα οράματα και των Ελληνικών μας θριάμβων. Ήταν μια ευτυχισμένη εποχή τότε για την Ελλάδα, που την καθωδηγούσε το στιβαρό χέρι του Μεγάλου της Κυβερνήτη. Τον βλέπω τώρα ολοζώντανο, ωραιομέτωπο, κι’ αστραφτερό, να μας φέρνη εμπρός στις τιμητικές στήλες που υψώνονταν στην κυκλοτερή πλατεία των Ηλυσίων Πεδίων, και να μας δείχνη τις στήλες του Βερντέν, του Σωμ, του Μάρνη, του Ουρκ, της Αργκόν… Κι’ έξαφνα να σταματά δακρυσμένος εμπρός στη στήλη της «Μάχης του Σκρα» και να μας λέη με φωνή που έτρεμε:
«Το πιστεύατε ποτέ σας αυτό;»
Επάνω από τη χρυσή επιγραφή «ΣΚΡΑ ΝΤΙ ΛΕΓΚΕΝ» μια ολόχρυση Ελληνική γνώριμη Νίκη άνοιγε διάπλατα τα φτερά της. Ήταν η ευτυχισμένη εποχή που οι μεγάλοι μας Σύμμαχοι αναγνώριζαν τις Ελληνικές νίκες.
Κι’ όταν το θέαμα της μεγάλης συμμαχικής παρελάσεως άρχισε να ξετυλίγεται με πρωτόφαντο μεγαλείο, ύστερα από τους Αμερικανούς με τον στρατηγό Πέρσινγκ επί κεφαλής, τους Άγγλους που ωδηγούσε ο στρατάρχης σερ Δούγκλας Χάιγ, την Ιταλική λεγεώνα με τον στρατηγό Μοντουόρι, είδαμε να προχωρή το γενναίο απόσπασμα του Ελληνικού στρατού με μικρό σώμα ευζώνων επί κεφαλής, και τη σημαία του Σκρα διάτρητη να κυματίζη προκαλώντας θριαμβευτικές ιαχές κι’ επευφημίες. Ύστερα από τους Έλληνες παρήλασαν οι ηρωικοί Βέλγοι, οι Σέρβοι, οι Ρουμάνοι, οι Ιάπωνες, οι Τσεχοσλοβάκοι, οι Σιαμαίοι (σ.σ. νυν Ταϊλανδέζοι).
Πέρασαν έκτοτε τριάντα χρόνια. Ο στρατάρχης Πεταίν είνε σήμερα ενενήντα τεσσάρων χρονών, και ζη σήμερα μέσα στη φυλακή και στην εξορία του την εθνική εορτή της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου. Να περνά άραγε από τη σκοτισμένη του διάνοια το δοξασμένο εκείνο όραμα του θριάμβου που έζησε πριν από τριάντα χρόνια; Για τον νικητή του Βερντέν δεν μπορούσε κανείς να φαντασθή τραγικώτερη μοίρα. Μόνο ένας Αισχύλος θα ήταν άξιος να την ανιστορήση… Θάλεγε κανείς πως η αρχαία Νέμεσις παρατείνει από σκοπού τόσο τη ζωή του, για να χλευάζη την αδυναμία του εμπρός στην αδέκαστη ετυμηγορία μιας ανέκκλητης (σ.σ. αμετάκλητης, οριστικής, τελεσίδικης) εθνικής καταδίκης.
Και σήμερα η Γαλλία-Νιόβη του πατριωτικού πόνου, «βουβή, μαρμαρωμένη», κατά το στίχο του μεγάλου μας ποιητή, αρνείται να εισακούση τις απεγνωσμένες εκκλήσεις των γιατρών του, των δικηγόρων και των φίλων του, που ζητούν να τον μεταφέρουν στο Παρίσι για να πεθάνη. Δεν γεννιούνται στην εποχή μας Αισχύλειες Κασσάνδρες για να προμηνούν στους πρωταγωνιστές των δραμάτων της Ιστορίας παρόμοιες μοιραίες στιγμές. Κι’ εμπρός στην ιστορική αυτή τραγωδία του στρατάρχη Πεταίν, που αναγκάζει όλους τους θεατές της να σκύβουν με ιερή συντριβή το κεφάλι, παραδομένοι στον ύψιστο δραματικό έλεο (σ.σ. οίκτος, ευσπλαχνία) και τη φρίκη, και καρτερώντας την τελική της ψυχική κάθαρσι, αναπολώ το Κενοτάφιο των Νεκρών του Μεγάλου Πολέμου, ένα γιγάντιο κινητό μνημείο που είχε υψώσει τότε εμπρός στην Αψίδα του Θριάμβου η Γαλλία, για να τιμήση τη μνήμη των ηρωικών παιδιών της. Επάνω στην κορυφή του μνημείου, που εικόνιζε στις πλευρές του τέσσερις μεγάλες Νίκες σε στάσι θρήνου και προσευχής, με κλειστά βλέφαρα, με κλειστά φτερά, μια πελώρια αρχαϊκή λάρναξ. Στο κάτω μέρος, σε χρυσή ανάγλυφη επιγραφή, ο στίχος του Ουγκώ:
Aux Martyrs, aux Vaillants, aux Forts (σ.σ. στους Μάρτυρες, στους Γενναίους, στους Δυνατούς).
Ο τραγικός στρατάρχης πραγματοποίησε στη ζωή του τον επιγραμματικό αυτόν στίχο, παραλλάζοντας μόνο τη σειρά των λέξεων. Στάθηκε ο Γενναίος και ο Δυνατός. Και τώρα τελειώνει σαν Μάρτυς.
Έτσι πρόσταξε μια ζηλόφθονη Μοίρα.
*Κείμενο της Σοφίας Κ. Σπανούδη, που έφερε τον τίτλο «Δύο εθνικές εορτές» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Πέμπτη 14 Ιουλίου 1949.
Η Σοφία Σπανούδη
Η κωνσταντινουπολίτισσα μουσικός, μουσικοκριτικός και συγγραφέας Σοφία Σπανούδη (1878-1952), καθηγήτρια στο Εθνικό Ωδείο, διαδραμάτισε με τα άρθρα και τις κριτικές της αξιοσημείωτο ρόλο στη διαμόρφωση και την εξέλιξη των μουσικών πραγμάτων στη χώρα μας.
Ο γάλλος στρατάρχης και πολιτικός Φιλίπ Πεταίν (Philippe Pétain), ο εθνικός ήρωας που επέπρωτο να γίνει αποσυνάγωγος, γεννήθηκε στις 24 Απριλίου 1856 και απεβίωσε στις 23 Ιουλίου 1951.
Ο Πεταίν, το είδωλο των γάλλων στρατιωτών, ο θρύλος του Βερντέν, ο ενδοξότερος στρατάρχης της Γαλλίας, περιέπεσε στην απόλυτη αναξιότητα, στην περιφρόνηση του γαλλικού λαού, καθώς ως αρχηγός του κράτους συνεργάστηκε με τους Γερμανούς, έπληξε την Αντίσταση και τάχθηκε στο πλευρό του Χίτλερ.
Μετά την ήττα των Γερμανών καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά επειδή ήταν υπέργηρος μετέτρεψαν την ποινή του σε ισόβια δεσμά και τον εξόρισαν σε ένα γαλλικό νησί (L’Île d’Yeu), όπου και έμελλε να αποβιώσει.
Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Φιλίπ Πεταίν κατά τη διάρκεια της δίκης του, το καλοκαίρι του 1945.
Μετά τη sold out συναυλία στο Λυκαβηττό, τα αγαπημένα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου ταξιδεύουν στη Θεσσαλονίκη. Την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών