Τρίτη 8 Ιουλίου 1997. Στη Μαδρίτη —όπως τώρα, 29 χρόνια αργότερα, στην Άγκυρα— βρίσκεται σε εξέλιξη σύνοδος κορυφής του NATO. Το απόγευμα, στο περιθώριο της συνόδου, ο τότε πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κώστας Σημίτης, και ο τότε πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, συναντώνται παρουσία των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών. Η συνάντησή τους —για την προσέγγιση Ελλάδας – Τουρκίας έχουν μεσολαβήσει οι ΗΠΑ και στελέχη της Ατλαντικής Συμμαχίας, ενώ έχει προηγηθεί, κάτω από απόλυτη μυστικότητα, σχετική προετοιμασία από τα τέλη Μαΐου— έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος, το οποίο προσδιορίζει το πλαίσιο των διμερών σχέσεων και αποσκοπεί στην αποκλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών.
Οι δύο πλευρές δεσμεύονται σε έξι αρχές, που θα διέπουν εφεξής τις ελληνοτουρκικές σχέσεις:
Αμοιβαία δέσμευση για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη συνεχή ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας.
Σεβασμό της κυριαρχίας της κάθε χώρας.
Σεβασμό των αρχών του Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συνθηκών.
Σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους.
Δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση.
Δέσμευση διευθέτησης των διαφορών τους με ειρηνικά μέσα, στη βάση αμοιβαίας συναίνεσης και χωρίς τη χρήση βίας ή την απειλή βίας.
Ο έλληνας πρωθυπουργός δηλώνει ότι το εν λόγω ανακοινωθέν, που έμελλε να μείνει στην Ιστορία ως Συμφωνία της Μαδρίτης, είναι ένα «σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας», ενώ διπλωματικοί κύκλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζουν την ελληνοτουρκική συμφωνία «νέο Νταβός».
Στο πρωτοσέλιδο των «Νέων» που κυκλοφορούν την επομένη, Τετάρτη 9 Ιουλίου 1997, γίνεται λόγος —με πηχυαία μάλιστα γράμματα— για «Ήρεμα νερά». Κι αυτά θα είναι, κατά τους υπευθύνους της εφημερίδας, τα νερά του Αιγαίου μετά τη συμφωνία της προηγούμενης ημέρας («ΗΡΕΜΑ ΝΕΡΑ στο Αιγαίο έβγαλε η Μαδρίτη» είναι ο ακριβής πρωτοσέλιδος τίτλος των «Νέων»).
Στον υπέρτιτλο, η προσέγγιση (μέσω ΗΠΑ) Ελλάδας – Τουρκίας χαρακτηρίζεται ξαφνική, αν και στις εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας αποκαλύπτεται το προηγηθέν διπλωματικό παρασκήνιο, καθώς και οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να κρατηθούν μέχρι την τελευταία στιγμή μυστικές οι συναντήσεις ελλήνων και τούρκων αξιωματούχων στη Μαδρίτη.
Είναι οι πρώτες ώρες μετά τη σύναψη της Συμφωνίας της Μαδρίτης. Η εικόνα δεν είναι ακόμα απόλυτα σαφής, τόσο ως προς τα προηγηθέντα όσο και —κυρίως— ως προς τα μελλούμενα βάσει των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί. Οι πάντες προσπαθούν να διαβάσουν πίσω από τις γραμμές, να μαντέψουν τα υπονοούμενα, ενώ οι υπερπατριώτες δε χάνουν ασφαλώς την ευκαιρία να ξεσπαθώσουν οργισμένοι κατά του Σημίτη και της «κυβέρνησης των Ιμίων» (το 1996, βλέπετε, ήταν τότε πολύ κοντινό).
Λίγες ημέρες αργότερα, όπως συμβαίνει πάντα σε περιπτώσεις ελληνοτουρκικής προσέγγισης ή —το αντίθετο— έντασης στις σχέσεις των δύο κρατών, ο κουρνιαχτός έχει κατακαθίσει. Έτσι, υπάρχει περισσότερος χώρος για νηφάλια αποτίμηση της συμφωνίας και εποικοδομητικό διάλογο, χωρίς υστερικές κραυγές και ανέξοδες κατηγορίες.
Στο φύλλο του «Βήματος» που κυκλοφορεί την Κυριακή 13 Ιουλίου 1997, όπως είναι αναμενόμενο, τα «έξι σημεία της Μαδρίτης» μπαίνουν στο μικροσκόπιο. Πολλές και ενδιαφέρουσες οι τοποθετήσεις, από συντάκτες της εφημερίδας και πολιτικούς. Ξεχωρίσαμε δύο, εκλιπόντων αμφότερες: του Γιάννου Κρανιδιώτη και του Θεόδωρου Πάγκαλου.
Ο Κρανιδιώτης, τότε υφυπουργός Εξωτερικών, σε σχετικό άρθρο του που τιτλοφορείται «Θα κριθεί στην πράξη», αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:
[…] Το κείμενο που υιοθετήθηκε στη Μαδρίτη αποτελεί ένα κοινό ανακοινωθέν στο οποίο καταγράφεται ένα πλαίσιο αρχών που πρέπει να διέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Το κοινό ανακοινωθέν δεν επιλύει προβλήματα. Από τη φύση του, δεν είναι διεθνής συνθήκη. Κατά συνέπεια, δεν συνιστά δεσμευτικό κείμενο. Είναι μια πολιτική διακήρυξη, η οποία θα κριθεί στην πράξη. Θα πρέπει να αναμένουμε να δούμε πώς η τουρκική πλευρά θα εφαρμόσει στην πράξη τις αρχές στις οποίες έχει συμφωνήσει.
Το κείμενο δεν ανακοινώνει ούτε με οποιονδήποτε τρόπο άμεσο ή έμμεσο προβλέπει πολιτικό διάλογο, σε αντιδιαστολή προς το Νταβός Ι και το Νταβός ΙΙ, όπου είχε συμφωνηθεί η έναρξη πολιτικού διαλόγου εφ’ όλης της ύλης.
Αντίθετα, το κοινό ανακοινωθέν ενισχύει με αυτές τις κοινά αποδεκτές αρχές τη βήμα προς βήμα προσέγγιση, που είναι πάγια πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των θεμάτων τα οποία απασχολούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι αρχές που συμφωνήθηκαν διευκολύνουν ακριβώς τη σταδιακή προσέγγιση των θεμάτων, όπως επιθυμεί η ελληνική πλευρά. Θα πρέπει να συγκρατηθεί η πτυχή αυτής της εξέλιξης, σε αντιδιαστολή προς την πάγια κατά το παρελθόν απαίτηση της Τουρκίας για έναν πολιτικό διάλογο εφ’ όλης της ύλης.
Ο Γιάννος Κρανιδιώτης
Φυσικά, ουδέν ζήτημα υφίσταται απεμπόλησης δικαιωμάτων που προκύπτουν από τις Διεθνείς Συνθήκες και το Διεθνές Δίκαιο. Η Ελλάδα διατηρεί στο ακέραιο το δικαίωμά της που απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της. Όπως δήλωσε ο Πρωθυπουργός, εμείς θα κρίνουμε πότε και πώς θα χρησιμοποιήσουμε αυτό το δικαίωμα. […]
Πολύ περισσότερο, δεν συνιστά το κοινό ανακοινωθέν οιουδήποτε είδους αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων. Αναγνωρίζει δε μόνον τα νόμιμα ζωτικά συμφέροντα όλων, δηλαδή εκείνα που προκύπτουν από κανόνες Διεθνούς Δικαίου και Συνθήκες. Είναι προφανές, λόγου χάρη, ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία έχουν συμφέροντα ζωτικά στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, συμφέροντα νόμιμα που προκύπτουν από το Διεθνές Δίκαιο μέσω των κανόνων που θεσπίστηκαν στις σχετικές Διεθνείς Συμβάσεις. Η χώρα μας λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα κάθε άλλης χώρας στη διεθνή της συμπεριφορά. Σε αυτά τα νόμιμα συμφέροντα αναφέρεται το κοινό ανακοινωθέν απορρίπτοντας τις αυθαιρεσίες και τις καταχρηστικές αξιώσεις.
Η βεβαρημένη προϊστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν μου επιτρέπει υπερβολική αισιοδοξία. Η Ελλάδα όμως έχει κάθε συμφέρον να επιδιώξει μια πορεία ειρήνης και συνεργασίας, και θα πρέπει να αξιοποιήσει τη διεθνή συγκυρία και τη νέα πραγματικότητα για να ενισχύσει τη θέση και τα συμφέροντά της. Η στάση της άρνησης και της αδράνειας οδηγεί στο περιθώριο. Ο χρόνος αλλά και η διπλωματική μας δραστηριότητα θα δείξουν κατά πόσο η νέα κυβέρνηση της Άγκυρας θα ανταποκριθεί με πράξεις στις αρχές που συμφωνήθηκαν στο Κοινό Ανακοινωθέν της Μαδρίτης.
Η τοποθέτηση του Πάγκαλου, από την άλλη, τότε υπουργού Εξωτερικών και προϊσταμένου του Κρανιδιώτη, δε γίνεται μέσω άρθρου στο «Βήμα» της Κυριακής, αλλά μέσω της ομιλίας του στο τετράωρης διάρκειας υπουργικό συμβούλιο που συγκαλείται δύο ημέρες νωρίτερα, την Παρασκευή 11 Ιουλίου. Η εφημερίδα παρουσιάζει τις βασικές θέσεις που έχει αναπτύξει ο υπουργός Εξωτερικών σε δημοσίευμα υπό τον τίτλο «Εθνικισμός, Αριστερά και Δεξιά». Από εκεί προέρχονται τα ακόλουθα:
«Θα ήθελα κατ’ αρχήν να πω ότι υπάρχουν δύο πολιτικές: η μία είναι η πολιτική της αναμέτρησης και η άλλη είναι η πολιτική της συνεννόησης. Η πολιτική η οποία συνίσταται σε διακηρύξεις αναμέτρησης στο εσωτερικό της χώρας και σε απόπειρες συνεννόησης και υπαγωγή των αποφάσεων σε κελεύσματα, που κάποια στιγμή αναγκάζεται να δεχθεί η χώρα στον διεθνή περίγυρο, είναι πολιτική γελοία και —θα έλεγα ότι είναι— η κατ’ εξοχήν πολιτική υποτέλειας. Διότι, έτσι, εκτός από την υποταγή, έχεις και την περιφρόνηση των άλλων για την εσωτερική σου συμπεριφορά. Η πολιτική αναμέτρησης πρέπει να οδηγεί στην αναμέτρηση. Αλλιώς έχει όλα τα χαρακτηριστικά που περιέγραψα μόλις.
Η αναμέτρηση με την Τουρκία δεν έχει, από την πλευρά μας, κανένα περιεχόμενο. Με κανέναν τρόπο δεν μπορεί κανείς να εντάξει σε μια πιθανή αναμέτρηση ένα λογικό και προβλεπτό μέλλον που να είναι συμφέρον για τη χώρα. Κατ’ αρχήν γιατί η αναμέτρηση αυτή θα είναι κατ’ ανάγκην αμυντική. Δεν μπορεί να έχει στόχους, και μια αναμέτρηση πρέπει να έχει και στόχους επιθετικούς. Επιθετικοί στόχοι της Ελλάδας στον γεωγραφικό χώρο της Τουρκίας δεν νοούνται.
[…] Στη Μαδρίτη κανένα από τα ελληνοτουρκικά προβλήματα ουσίας δεν λύθηκε. Είναι όλα ανοιχτά.
[…] Οι καλύτεροι εθνικιστές εν καιρώ πολέμου είναι οι προοδευτικοί άνθρωποι, οι οποίοι είναι έτοιμοι να δείξουν τη μεγαλύτερη συνέπεια και να κάνουν τις μεγαλύτερες θυσίες για την ιδέα του εθνικού συμφέροντος. Εν καιρώ ειρήνης, όμως, οι καλύτεροι εθνικιστές είναι αυτοί που είναι… Και την υπόθεση των λαβάρων και των αλόγιστων και εξωφρενικών κραυγών γύρω από την πατρίδα και τα υποτιθέμενα συμφέροντά της δεν μπορούμε να την κερδίσουμε. Θα την κερδίσουν αυτοί που κέρδιζαν πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις. Και προσωπικά επιτρέψτε μου να σας εκφράσω την ανησυχία μου για τις τάσεις που εκδηλώνονται στην ελληνική κοινωνία με την ανοχή, και καμιά φορά με την υποστήριξη, και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ. Είχα μιλήσει δημόσια —και έγινε σάλος— για τους φασίστες βουλευτές τους οποίους έχει στους κόλπους της η ΝΔ. Πρέπει να καταλάβουν κάποιοι συνάδελφοι, για τους οποίους δεν τολμώ βέβαια να φανταστώ κάτι ανάλογο, ότι η σύμπτωση με τους Ανδρεουλάκους, τους Γιακουμάτους (σ.σ. ο Απόστολος Ανδρεουλάκος και ο Γεράσιμος Γιακουμάτος ήταν τότε βουλευτές της ΝΔ) και άλλα τέτοια πρόσωπα σε κοινές πατριωτικές διακηρύξεις δεν μπορεί να είναι πρακτική που ταιριάζει σε έναν σοσιαλιστή, δημοκράτη βουλευτή. Εμείς υποστηρίζαμε στην ανάλυσή μας πάντα ότι υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστερά σ’ αυτόν τον τόπο· τουλάχιστον αυτή τη διαχωριστική γραμμή με την Ακροδεξιά ας την κρατήσουμε».
Τη Δευτέρα 20 Ιουλίου ο σαξοφωνίστας και πολυοργανίστας Isaiah Collier έρχεται στο ΣΤΟΑ Culture για να παρουσιάσει το project του «Collier plays Coltrane»