Τρίτη 28 Ιουλίου 2026
weather-icon 28o
Αριστείδης Στεργιάδης: Υπεράνθρωπος και μικράνθρωπος

Αριστείδης Στεργιάδης: Υπεράνθρωπος και μικράνθρωπος

Μια παράξενη αίσθηση παγωνιάς

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Θα κλείσομε τον κύκλο των μικρασιατικών επιφυλλίδων μας μ’ ένα πορτραίτο του Στεργιάδη, επειδή μας το εζήτησαν διάφοροι αναγνώστες μας, ιδίως Μικρασιάτες. Τι ήταν αυτός ο άνθρωπος που μπαίνει στη μικρασιατική σκηνή σαν ένας δεύτερος Βενιζέλος —τόσο βαθειά εμπιστοσύνη ενέπνεε η φήμη του— για να βγει αργότερα, όταν άρχισε η μεγάλη καταστροφή, κυνηγημένος σαν από Ερινύες της Ανατολής, από τις κατάρες όλου του κόσμου; Ποία προσόντα διέθετε για να του αναθέσει ο Βενιζέλος μία τόσο υπεύθυνη και καίρια αποστολή; Άλλα ερωτήματα: Ποία η ευθύνη του για την καταστροφή; Μπορούσε και ως ποιο σημείο να την αποτρέψει; Στο διάστημα που ακολουθεί την τραγωδία της Σμύρνης —ολόκληρα χρόνια— δεν μίλησε σε κανέναν για όσα κατηγορήθηκε; Δεν θέλησε κατά κάποιον τρόπο ν’ απολογηθεί; Δεν ήρθε σε επαφή με κανένα δημοσιογράφο, πολιτικό κ.λπ.;

Θα μιλήσομε πρώτα-πρώτα για τον άνθρωπο.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 21.10.1962, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Δεν τον εγνωρίσαμε προσωπικά. Και τούτο δεν το αναφέρομε σαν μια απλή πληροφορία, σαν ένα τυχαίο, ένα συμπτωματικό γεγονός που μπορούσε να γίνει κι’ αλλοιώτικα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώτικα, αν και ο αλησμόνητος φίλος μας, ο Ροδάς, που τον καιρό της Αρμοστίας είχε, καθώς κι’ άλλοτε εγράψαμε, τη διεύθυνση του Γραφείου του Τύπου, μας επρότεινε αρκετές φορές, με τη συνηθισμένη προθυμία του, να μας παρουσιάσει στον Αρμοστή, όπως άλλωστε γινότανε με πολλούς συναδέλφους. Δεν επήγαμε, μ’ όλο που μια τέτοια γνωριμία θα μας ήταν τότε και επαγγελματικά χρήσιμη. Ούτε εξακριβώσαμε ποτέ για ποιο λόγο δεν επήγαμε. Πάντως κάτι μας κρατούσε, κάτι μας εμπόδιζε να κάνομε την προσωπική του γνωριμία. Ήταν γιατί αυτό που ονομάζομε επίσημο ύφος —και το πρόσωπο που σήμερα μας απασχολεί είχε κάτι το παγερά επίσημο τουλάχιστον στις τυπικές του εμφανίσεις— εμάς που αγαπάμε τη δημοκρατική, τη λαϊκή απλότητα μάς ξεμακραίνει κατά κανόνα από τους ανθρώπους, ακόμη κι’ από κείνους που παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον αναμφισβήτητο, όπως παρουσίαζε ο Στεργιάδης στην εποχή του; Ή μας απωθούσε η ατμόσφαιρα που σύμφωνα με τις διαδόσεις —όχι μόνο με τις διαδόσεις, αλλά και με τα συγκεκριμένα γεγονότα που εγίνοντο στη Σμύρνη γνωστά— εβασίλευε ολόγυρά του στην Αρμοστία, μία ατμόσφαιρα βαρειά, τρομακτική, σχεδόν χαμιτική, για όλους δυσάρεστη; Όπου η απόλυτη και η απότομη επιβολή του επροκαλούσε επάνω στον περισσότερο κόσμο ένα αίσθημα στενοχώριας ηθικής, που έμοιαζε με καταπίεση. Μια φορά υπήρχε μέσα μας κάτι σαν προκατάληψη, ένα είδος ψυχολογικής αδιαθεσίας, που δεν μας άφηνε να τον ιδούμε από κοντά, όσο και να νιώθαμε, όπως όλοι, μία περιέργεια για την προσωπικότητα, από τις αδρότερες εκείνα τα χρόνια.


Ο Αριστείδης Στεργιάδης (δεύτερος εξ αριστερών) με την ηγεσία του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, τον Οκτώβριο του 1920

Γιατί ο Αριστείδης Στεργιάδης, αν και δεν βρέθηκε ποτέ στο πολιτικό προσκήνιο —ίσως μάλιστα και γι’ αυτόν τον επιπρόσθετο λόγο—, είχε ακουστεί τότε σ’ όλη την Ελλάδα, είχε βγάλει με τις βιαιότητές του όνομα. Το όνομα που βγάζουν συνήθως στους λαούς που δεν έχουν μακρά πολιτική παράδοση οι λεγόμενοι «δυναμικοί», οι άνθρωποι που εκδηλώνονται με βάναυσους, με τραχείς τρόπους. Αυτοί που δίνουν την εντύπωση πως διαθέτουν «πυγμή», ψεύτικα τις περισσότερες φορές, καθώς αποδείχτηκε στην περίπτωση του Στεργιάδη, κατά τη δεύτερη, τη μεταβενιζελική περίοδο της αρμοστιακής του θητείας. Αν δεν κάνομε λάθος, εκείνο που τον διαφήμισε στην αρχή, πιο πολύ κι’ από την αναντίρρητα επιτυχημένη, όπως λένε, διοικητική δράση του στην Ήπειρο, δεν ήταν τόσο τα αποτελέσματα που είχε όσο η μέθοδος που εχρησιμοποίησε. Τη φήμη του, περισσότερο κι’ από την επιστημονική του κατάρτιση, κι’ από την εκτίμηση που τούδειξε ο Βενιζέλος, τη χρωστούσε στους διοικητικούς τρόπους του, στις ασυζήτητες, στις αυθαίρετες πρωτοβουλίες που έπαιρνε, αδιαφορώντας για τη γνώμη των άλλων, αποφεύγοντας μάλιστα περιφρονητικά ν’ ακούσει τις γνώμες των. Σ’ όλα αυτά η κοινή γνώμη, ή καλύτερα το θηλυκό στοιχείο που υπάρχει μέσα στην κοινή γνώμη, καθώς είναι πάντα επικρατέστερο στους λαούς που δεν έχουν έντονες κριτικές αντιδράσεις, έβλεπε τον δυνατό, τον ηγετικό άνθρωπο, αυτόν που όταν θα ετοποθετείτο σ’ έναν τομέα θάβαζε στη θέση του τον καθέναν, θάδινε τέλος στις φλυαρίες και θα ξεκαθάριζε την κατάσταση μια και καλή.


Εδώ, μιλώντας για τη διάχυτη σ’ όλη την Ελλάδα φήμη του Αρμοστή, πρέπει να τονίσομε εκείνο που την εχαρακτήριζε πάντα και που δεν την άφησε μάλιστα ποτέ να μπει στο δρόμο της ζεστής δημοτικότητος. Ήταν μια φήμη ψυχρή, απωθητική, αμετουσίωτη για την ελληνική ευαισθησία. Ποτέ δεν εζεστάθηκε, δεν έγινε ατμόσφαιρα του δρόμου. Ανάμεσα στον Στεργιάδη και στον ελληνικό λαό, όσο κι’ αν ήρθαν στιγμές που ο ελληνικός λαός τον έβλεπε σαν ένα είδος «ανταλλακτικού» της βενιζελικής μηχανής σε ώρα ανάγκης, εμεσολαβούσε μια παράξενη αίσθηση παγωνιάς, που εμπόδιζε την επαφή τους, την επικοινωνία τους. Η ίδια αίσθηση παγωνιάς διαπιστωνότανε σ’ όλες τις εκδηλώσεις, σ’ όλες τις σχέσεις του Αρμοστή με το κοινό και με τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του, αυτά που έβλεπε διαρκώς. Είναι κάτι που το αισθανόταν στη Σμύρνη ο κάθε άνθρωπος. Έξω από την Αρμοστία έκανε κρύο. Κι’ ήταν Φλεβάρης μήνας, ακόμη και το κατακαλόκαιρο. Κι’ όπου παρουσιαζότανε ο ίδιος, οι Σμυρνιοί, ακόμη κι’ όταν τον εκοιτούσαν με θαυμασμό, με απόλυτη βεβαιότητα για τα προσόντα του, δεν ένιωθαν ωστόσο γι’ αυτόν την παραμικρότερη συμπάθεια. Κανένας δεν εδοκίμαζε τη γοητεία της παρουσίας του, κανένας δεν ήταν έτοιμος να τον πλησιάσει, να του σφίξει το χέρι. Και τα χειροκροτήματα του κόσμου, όπου τύχαινε να κάμει μια δημόσια εμφάνιση, πάντα χαλαρά, αραιά, χωρίς τίποτε το αυθόρμητο. Το εντελώς αντίθετο με ό,τι γινότανε στην περίπτωση του Βενιζέλου. Έφτανε κάπου να ξεπροβάλει, να χαμογελάσει, να περάσει γρήγορα-γρήγορα με το κασκόλ διπλωμένο στο στήθος, για ν’ ανάψει αμέσως ο ενθουσιασμός. Λίγοι, πολλοί, όσοι τον συναντούσανε, όλοι ξεσηκωνόνταν. Επάνω στις μάζες που περιστοίχιζαν τον Βενιζέλο έβλεπε κανένας από την πρώτη στιγμή για τι φουντώματα είναι ικανή η προσωπική έλξη. Ο κόσμος πήγαινε κοντά του, σχεδόν ασυναίσθητα, σαν να εκανόνιζε την κίνησή του ένας νόμος της φυσικής. Κι’ επήγαινε ολοένα πιο κοντά του, έτοιμος να τον αγκαλιάσει, έτοιμος να τον σηκώσει στα χέρια του.


Ολόκληρη η πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική ηγεσία της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης (ζώνης ελληνικής κατοχής στη Μικρασία): εξ αριστερών, ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, οι στρατηγοί Νίδερ, Ιωάννου και Βλαχόπουλος, ο επιτελάρχης Θεόδωρος Πάγκαλος (πηγή: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 2.9.1982, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ») 

Ο Στεργιάδης δεν κατόρθωνε ποτέ να ζεστάνει με την εμφάνισή του ένα δημόσιο χώρο, έστω κι’ αν βρίσκονταν μπροστά του άνθρωποι που τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη, που επερίμεναν νάρθει η ώρα του, που εστήριζαν κάποτε σ’ αυτόν και τις ελπίδες τους, ότι αν μια μέρα χρειαζόταν θα μπορούσε να διαδεχθεί και το μεγάλο συμπατριώτη του, τον Βενιζέλο. Η ατμόσφαιρα έμενε πάντα παγερή. Και τούτο νομίζομε πως τον εκράτησε μακρυά από την καθαρή πολιτική δράση. Δεν διέθετε την ικανότητα που χρειαζότανε για ναρθεί σε συνάφεια με το λαό, να πάρει στα χέρια του το υλικό του, ν’ απαντήσει σαν αληθινός πολιτικός στις ανάγκες του. Ζούσε μόνος, με το αδιαφιλονίκητο προσωπικό κύρος του, και με το θρύλο που τον περιέβαλλε σαν άνθρωπο δυναμικό, αυταρχικό, όταν δεν εύρισκε εννοείται αντίσταση — γιατί υπήρχαν κι’ άνθρωποι που του μίλησαν θαρραλέα, δίχως τον παραμικρότερο δισταγμό, όπως ο αγαπητός φίλος μας πολιτευτής Πέτρ. Ευριπαίος, διευθυντής τότε των εσωτερικών υποθέσεων της Αρμοστίας, και ο Αχ. Λάμπρου, για να αναφέρομε δύο πρόχειρα ονόματα.

Θυμόμαστε ένα βράδυ καλοκαιριού που είδαμε τον Στεργιάδη στο λιμάνι της Σμύρνης, την ώρα που εγύριζε από την Αθήνα με αντιτορπιλλικό. Ήτανε τον καιρό του Βενιζέλου, τις χαρούμενες μέρες, τις χαρούμενες νύχτες, τότε που κανένας δεν μπορούσε να υποψιαστεί την καταστροφή που θαρχότανε. Όλη η παραθαλάσσια πολιτεία, από την Πούντα ως το Κοκαργιαλή, ως το Κορδελιό από την άλλη μεριά του κόλπου, χαμογελούσε σαν γλυκειά γυναίκα μέσα στο πρώτο σούρουπο. Αυτή την ώρα η γεμάτη προκυμαία επληροφορήθη ότι γυρίζει ο Αρμοστής, ο εκπρόσωπος του Κράτους, ο έμπιστος εκείνου που το όνομά του μεθούσε όλη τη Σμύρνη ως το μακρυνότερο μαχαλά, το σύμβολο της ενότητος. Ελάχιστοι άνθρωποι σταθήκανε στο σημείο που επρόκειτο να αποβιβασθεί. Για τον τύπο. Ο Στεργιάδης, με τ’ άσπρα του ρούχα, επήδησε στην αποβάθρα, βαρύς, σχεδόν επιτιμητικός, χωρίς να προσέξει καθόλου τη συγκέντρωση. Ακούστηκαν μερικά παλαμάκια. Εσήκωσε το χέρι του, αλλά δίχως να γυρίσει το πρόσωπο σε κανέναν. Έτσι αποβιβαζότανε στη Σμύρνη ο βαλής (σ.σ. υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Ο Ροδάς, που τον εγνώρισε από κοντά, που τον έβλεπε καθεμέρα, θέτει μπροστά στο αίνιγμα Στεργιάδης τα ρωτήματα που κάνομε και σήμερα. Τι ήταν επί τέλους αυτός ο άνθρωπος, που συνεκέντρωνε στο πρόσωπό του το θαυμασμό, την κατάρα και το μίσος όλου του ελληνικού κόσμου; «Ήτο μεγαλοφυής, ανισόρροπος, δίκαιος, άδικος, ηθικός, ανήθικος, δημοκρατικός, μοναρχικός, σατράπης, περιφρονητής της εξουσίας, δούλος της Αρχής, ανεξάρτητος ή αυλοκόλαξ, γενναίος ή δειλός;» Και απαντά ο ίδιος: «Ήτο απ’ όλα. Κράμα ηθικής και ανηθικότητος, μεγαλοφυΐας και ανικανότητος. Ήρως αναμφισβητήτως καλών και ολεθρίων έργων. Υπεράνθρωπος και μικράνθρωπος, δούλος των παθών, των ορέξεων και των φιλοδοξιών του…»


Ο Αριστείδης Στεργιάδης (στο κέντρο της φωτογραφίας, με την αποικιακή κάσκα) επιβλέπει την αποχώρηση τραυματιών του Ελληνικού Στρατού από τη σκάλα της Πούντας, στη Σμύρνη, λίγες ημέρες μετά τη διάσπαση του μετώπου (πηγή: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 23.9.1982, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»)

Κάπως έτσι πρέπει να είναι. Βέβαια δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει κανένας την επιστημονική του κατάρτιση και τα διοικητικά προσόντα του, ούτε να αρνηθεί ότι, αντιπροσωπεύοντας όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τις άλλες συμμαχικές δυνάμεις, έπραξε στην πρώτη φάση της αρμοστιακής περιόδου το καθήκον του, με το να συγκρατήσει από επικίνδυνες ακρότητες τον ελληνικό κόσμο. Όπως θα μπορούσε να εξηγηθεί, με το επιχείρημα της ανώτερης εθνικής σκοπιμότητος, και το ότι δεν άφησε τη θέση του μετά την πτώση του Βενιζέλου. Έτσι άλλωστε επιστεύθη τις πρώτες μέρες. Ότι τη συνεργασία που δέχτηκε με το βασιλικό καθεστώς, την καθόρισε η θέλησή του να μείνει στη Σμύρνη, για να φρουρεί το μεγάλο μικρασιατικό θέμα από τους κινδύνους όπου υπήρχε φόβος να το εκθέσει η απότομη αλλαγή. Η θέλησή του —κι’ αν υπήρχε τέτοια θέληση— εξουδετερώθη από την αρχή, δεν ασκεί την παραμικρότερη επίδραση, δεν εκδηλώνεται σε καμμιά πράξη. Κι’ ο άνθρωπος που έκανε το θηρίο της Αποκαλύψεως, που τρομοκρατούσε στρατιωτικούς και πολίτες, που επίκρανε τόσες φορές με την προσβλητική συμπεριφορά του και τον κατόπιν μάρτυρα Χρυσόστομο, δεν αντιστεκότανε σε τίποτε, εδεχόταν τα πάντα, αν και έβλεπε, όπως έβλεπαν όλοι, πως οδηγούσαν στην καταστροφή. «Ο Στεργιάδης», γράφει ο Ροδάς, «είχε χάσει ολοκληρωτικώς πλέον το ηθικόν του και δεν ηδύνατο να κατευθύνη καμμίαν εθνικήν υπόθεσιν. Η ηττημένη ψυχή του εφέρετο διαρκώς μεταξύ διαφόρων αντιθέσεων και παραλογισμών. Ήτο αισιόδοξος και απαισιόδοξος συγχρόνως. Ύβριζε την Κυβέρνησιν και προσεκολλάτο εις αυτήν. Την εθεώρει ένοχον εθνικής προδοσίας και έκυπτε προ του Βασιλέως, των πριγκήπων και του πρωθυπουργού Δ. Γούναρη». Να η ευθύνη του. Δεν επροκάλεσε βέβαια αυτός την καταστροφή, ούτε ήταν πια δυνατόν να την αποτρέψει. Αλλά ανέχτηκε ως το τέλος την κατάσταση που έφερε την καταστροφή. Δεν εκλώτσησε τη θέση της Αρμοστίας, δεν εφώναξε, δεν διεμαρτυρήθη. Όσο για το γεγονός ότι στα κατοπινά χρόνια, από τη Νίκαια όπου είχεν αποσυρθεί, δεν έβγαλε ένα βιβλίο για να δικαιολογήσει, να καταβάλει έστω μια απεγνωσμένη προσπάθεια για να δικαιολογήσει το ρόλο που έπαιξε εκείνη την εποχή, ούτε μίλησε με την ίδια πρόθεση σε κανέναν απολύτως δημοσιογράφο, αυτό —άσχετα με την αντιπάθεια που προκαλεί το πρόσωπο— δείχνει, κατά την προσωπική μας γνώμη, μια αξιοπρέπεια. Την αξιοπρέπεια που υπάρχει στη σιωπή, στη βαθειά σιωπή, όταν τηρείται έναντι της τραγωδίας.

*Επιφυλλίδα του Γ. Φτέρη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του μανιάτη δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Τσιμπιδάρου), που έφερε τον τίτλο «Το αίνιγμα: Στεργιάδης» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 21 Οκτωβρίου 1962.


Ο Γ. Φτέρης

Ο κρητικής καταγωγής Αριστείδης Στεργιάδης, ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης κατά τα έτη 1919-1922, απεβίωσε στη Νίκαια της Γαλλίας στις 23 Ιουνίου 1949, σε ηλικία 88 ετών (είχε γεννηθεί στο Ηράκλειο το 1861). Ζούσε εκεί μόνος του, και τα δύο τελευταία έτη της ζωής του είχε μείνει καθηλωμένος στην οικία του, υποφέροντας από οσφυαλγία και έχοντας προσβληθεί τρις από πνευμονία.


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπήρξε προσωπικά υπεύθυνος για την επιλογή του Στεργιάδη στη θέση του ύπατου αρμοστή της Σμύρνης. Ο νομομαθής Στεργιάδης είχε ήδη διατελέσει γενικός διοικητής Ηπείρου. Υπήρξε μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις διοικητών που διατήρησαν το αξίωμά τους μετά την κυβερνητική μεταβολή του 1920 και την επιστροφή του Κωνσταντίνου. Παρέμεινε στη Σμύρνη μέχρι την τελική καταστροφή, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό αλλά και διφορούμενο ρόλο. Κατηγορήθηκε προπάντων για κατάχρηση των εξουσιών που του προσέφερε η υψηλή θέση του.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026
Cookies