Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
weather-icon 28o
«Το μεγάλο μας τσίρκο»: Πώς θα μπορούσε να είχε γράψει ο Καμπανέλλης ένα έργο-σταθμό

«Το μεγάλο μας τσίρκο»: Πώς θα μπορούσε να είχε γράψει ο Καμπανέλλης ένα έργο-σταθμό

Αν κοντά στον «τρελλό» ήταν ο «μικρός»...

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Όταν πριν από δύο περίπου χρόνια αντιμετωπίζαμε με δριμύτητα την «Ασπασία» του κ. Καμπανέλλη, ήταν περισσότερο γιατί πιστεύαμε πως δεν έπρεπε ο αξιόλογος αυτός συγγραφέας να ολισθήσει στην εύκολη και σάπια σανίδα του ιστορικού θεατρικού κατασκευάσματος· γιατί πιστεύαμε πως τα δείγματα της προηγούμενης δουλειάς του αξίωναν μια συνέχεια και μια συνέπεια στο είδος εκείνο του θεάτρου που φαινόταν πως έμελλε να το υπηρετήσει με το γερό λαϊκό του αισθητήριο. Δε θεωρούμε αψεγάδιαστη τη δημιουργία του. Έχομε διατυπώσει τις επιφυλάξεις μας. Το είδος όμως που εισηγήθηκε ήταν αυθεντικό, ανεξάρτητα από τις επί μέρους επιφυλάξεις.

Δεν μπορούμε να μη χαιρόμαστε την επιστροφή του κ. Καμπανέλλη στα νερά του, έστω και αν αυτή τη φορά οι επιφυλάξεις μας είναι μεγαλύτερες. Δεν φαίνεται ανεύθυνος για το ύφος που πήρε η παράσταση. Αν διαπιστώνει κανείς μια σύγχυση, η ευθύνη του δεν είναι μικρή. Γιατί «τσίρκο;» Από πού και ως πού «τσίρκο» ο χώρος μέσα στον οποίο θα παρελάσουν, σαν νούμερα, επεισόδια απ’ την ελληνική ιστορία; Το τσίρκο υπάρχει μόνο στον τίτλο του έργου και στη φωτεινή πρόσοψη. Πώς δεν διαμαρτυρήθηκε ο Σπαθάρης, ο Ξυλούρης; Το «τσίρκο» δεν έχει καμμιά σχέση με την ελληνική παράδοση στο θέαμα και στην υποκριτική ιδιαίτερα. Είναι άλλου πολιτισμού γέννημα. Τι σχέση έχει ο Καραγκιόζης με το τσίρκο, η λατέρνα της εισόδου, το «σκοπευτήριο», τα «άγρια θηρία»; Δικά μας είναι το «πανόραμα», ο «μπερντές», το «πανηγύρι».


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 7.7.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Βέβαια, εκεί έτεινε το θέαμα που είδαμε, αλλά παράπαιε ακριβώς γιατί δεν είχε ξεκαθαριστεί ο στόχος.

Αν είχε αντιμετωπιστεί με σαφήνεια ο στόχος από την αρχή, δεν θα είχαν αφεθεί να περιφέρονται ακάλυπτοι, χωρίς λειτουργική σύνδεση, οι δύο «παρουσιαστές». Μ’ αυτόν τον τρόπο και τα επί μέρους επεισόδια παρέμειναν αδρανή και πολλές φορές ανενεργά. Ο άντρας παρουσιαστής ξεκίνησε με ωραία φόντα, που έμειναν ανεκμετάλλευτα. Ενώ σχεδιάστηκε ως Δελλαπατρίδης, άφησε το σχέδιο ανολοκλήρωτο και κατάντησε ένας διδακτικός αναγγελέας. Τι εύρημα θα ήταν και τι ερμηνευτικά ερεθίσματα θα έδινε στον ηθοποιό, αν αυτός ο «τρελλός» γινόταν ο φορέας της ιστορίας του τόπου! Ο θηλυκός πάλι παρουσιαστής εξελίχτηκε σε ένα συμπλήρωμα του πρώτου, χωρίς χαρακτήρα και χωρίς ανάπτυξη. Αν γινόταν παραπλήρωμά του, αν κοντά στον «τρελλό» ήταν ο «μικρός», απ’ τους οποίους μαθαίναμε την αλήθεια, οι φιγούρες θα ήταν όχι μόνο πρακτικά, αλλά θεατρικά αναγκαίες. Ίσως αυτή η ανεπάρκεια να οδήγησε στην ανάγκη να αναλάβει η κ. Καρέζη και άλλους ρόλους. Αν το μέρος της είχε γραφτεί θεατρικώτερα και της έδινε ερεθισμούς για τη σύνθεση ενός χαρακτήρα, η καταφυγή σε άλλες μάσκες θα ήταν περιττή.


Πολύ σωστά ο κ. Καμπανέλλης προσπάθησε να βρει το συγγραφικό του στόχο μέσα στη «Μικρή Ιστορία». Πολλά θα τον δίδαξε ελπίζω σ’ αυτό το δύσχρηστο υλικό που είχε να τιθασεύσει στην «Ασπασία». Τα επεισόδια που αντλούνται από το ιστορικό περιθώριο […] δεν ήταν όλα επιτυχημένα. Μπορεί όμως να παραβλέψει κανείς τις αστοχίες, όταν υπάρχουν σκηνές όπως η «περιοδεία της λαιμητόμου» ή ο «διάλογος των πρεσβευτών» ή το εύρημα του αγάλματος του Κολοκοτρώνη. Το πρώτο απ’ αυτά είναι σαν ιδέα ένα από τα ωραιότερα ευρήματα του ελληνικού θεάτρου. Το δεύτερο, με το παιχνίδι των λέξεων και τον εξευτελισμό της διπλωματικής γλώσσας, είναι ιδιοφυές και το τρίτο, μ’ όλη την αισθηματολογική του κατάληξη (έστω και αν χρησιμοποιεί αυτούσια λόγια του Κολοκοτρώνη), από τα αυθεντικώτερα επιθεωρησιακής δομής νούμερα των τελευταίων χρόνων. Θέλουμε να μας πιστέψει ο κ. Καμπανέλλης· αν όλο το έργο του είχε τη συνέπεια, το ύφος και τους στόχους των τριών αυτών σκηνών και την ευφορία, τη σατιρική, που υπάρχει στο ρόλο του Βυζαντινού ζητιάνου, θα είχε γράψει ένα έργο-σταθμό.

Πρέπει να ομολογήσουμε πως η «Πυθία» ήταν εύκολο νούμερο, η «Μικρασία» συναισθηματικά κούφιο και η «Κατοχή» δημαγωγικό. Σε μια σύνθεση σαν αυτή που επιχειρήθηκε, οι παραχωρήσεις προς τη δακρυόεσσα αποθήκη των αναμνήσεων δε συμβάλλουν στη σύλληψη του μηνύματος, ούτε εξυπηρετούν το στόχο.


Ο σιωπηλός περίπατος του Βενιζέλου ήταν θεατρικό εύρημα, δεν έπαψε όμως να λειτουργεί σαν μεροληψία, σ’ ένα έργο που θέλησε να δείξει τα λάθη. Η τελευταία πάλι σκηνή δεν είπε όλη την αλήθεια και μερολήπτησε. Εκείνοι που χόρεψαν πάνω στους τάφους των νεκρών μας δεν ήταν μόνο οι καταδότες του εχθρού. Αυτούς τους ξέραμε και τους δείχναμε. Στα 1973 ξέρουμε περισσότερους που ήταν χειρότεροί τους.


Μερικές σκηνές του έργου πλατείαζαν αφόρητα ή άλλαζαν στόχο κατά την ανάπτυξη. Ο αχθοφόρος-αγωνιστής θα γινόταν σπαρακτικό επεισόδιο, αν δεν τέλειωνε ηρωικά τη σκηνή του.

Φοβάμαι πως στη γραφή, αλλά περισσότερο στην παρουσίαση του έργου, πρυτάνευσε η αρχή πως ο κόσμος πρέπει να «καθοδηγηθεί» για να καταλάβει. Τα επεισόδια προετοιμάζονταν, σχολιάζονταν… σχολαστικά, τονιζόταν η σημασία τους, δείχνονταν οι στόχοι τους, μήπως και χάσει το κοινό το λογαριασμό. Δεν επιτρέπεται να υποτιμούμε το κοινό. Αν το αφήναμε να λειτουργήσει κριτικά μέσα στα δρώμενα, χωρίς χειραγωγία, θα καταλάβαινε περισσότερα από όσα του λέμε. Νομίζω πως ο διδακτισμός των συνδέσεων και ο μελοδραματικός φόρτος ορισμένων εικόνων έβλαψαν το έργο. Και ας μη μας παρασύρουν τα χειροκροτήματα.


Η παράσταση δεν ευτύχησε. Δεν είχε κανένα ύφος, ούτε αυτό που της πήγαινε περισσότερο: το μεικτό. Μεικτό όμως ύφος δε σημαίνει μουντζούρα. Έχει απαιτήσεις ισορροπίας και εσωτερική συνέπεια. […]

Αν μ’ αυτό το κείμενο καταπιανόταν ένας πραγματικά προικισμένος σκηνοθέτης, θα μπορούσε μαζί με τον κ. Καμπανέλλη, που υπονομεύει την ιστορία, να υπονομεύσει με τη σειρά του όλες τις μιμήσεις και τα στυλ που δέχτηκε το ελληνικό θέατρο.

Δυστυχώς στην παράσταση το μόνο ύφος που έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης ήταν ο Καραγκιόζης. Παρ’ όλη την παρουσία του κ. Σπαθάρη δεν ευδοκίμησε. Έμεινε αναφομοίωτη και άχαρη απομίμηση, χωρίς προεκτάσεις.


Από τους ηθοποιούς θα πρέπει πρώτο να αναφέρει κανείς τον κ. Παπαγιαννόπουλο. Η αμεσότητά του, η λαϊκότητα που δεν καμώνεται το «λαϊκό» ύφος, ο τρόπος που πλασάρει το λόγο ήταν όαση σε μια παράσταση που ήταν κουρδισμένη στη διαπασών. Οι φωνές των ανθρώπων έχουν όρια, και των ηθοποιών. Στο «Μεγάλο μας τσίρκο» οι περισσότεροι ηθοποιοί τσίριζαν. Σ’ αυτό «βοήθησε» και ο ανανεωμένος χώρος. Από έναν τόνο και πάνω η ανθρώπινη φωνή δεν έχει χρώμα, δε μεταφέρει συναισθήματα και δεν υποβάλλει το λόγο και μάλιστα τον σατιρικό. Φοβάμαι πως υπάρχει μια πλαστή αντίληψη που συγχέει τη λαϊκότητα με τις στεντόρειες φωνές. […]


Η κ. Καρέζη αλλοίωσε τη φωνή της για να γίνει ακουστή. Είναι βέβαιο πως την ύψωσε τόσο, ώστε εκείνη η θαμπάδα που αποτελούσε στοιχείο γοητείας στο κλειστό καθημερινό θέατρο, εδώ ηχούσε ως ελάττωμα. Εξ άλλου, όπως και ο κ. Καζάκος, διάλεξαν τον πιο ακατάλληλο τρόπο για να υποδυθούν τους ρόλους τους: τη φωναχτή καθημερινότητα. Ένα νατουραλισμό. Όσο κι αν το κείμενο τούς οδηγεί σε χώρους άλλους, τους ζητάει να καταφύγουν στον παραλογισμό της ιστορίας και τους αφύσικους τόπους της, λιμνάζουν στο οικείο. Ας παρακολουθήσουν τον κ. Παπαγιαννόπουλο πώς παίζει το ζητιάνο και πώς εκφωνεί το λόγο του Κολοκοτρώνη. Η λαϊκότητα έχει έμφαση, αλλά δεν έχει προπέτεια, είναι λιτή, αλλά δεν είναι «λυμένη». Το λαϊκό θέατρο έχει νεύρο, αλλά δεν είναι νευρικό. Πρέπει πάντως να ομολογήσει κανείς πως στη γραμμή που διάλεξαν στάθηκαν με άνεση, ιδιαίτερα η κ. Καρέζη, που στο ρόλο της επίδοξης κόμισσας δημιούργησε ένα μικρό υποκριτικό επίτευγμα. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί δεν ξεπέρασαν το μέτριο. Χειρονομούσαν άκομψα (άλλη παρεξήγηση για τη λαϊκότητα) και χόρευαν επιτηδευμένα. Στις μαζικές σκηνές και στα τραγούδια συμμετείχαν όταν ήταν να φανούν ή όταν θέλαν να τους βλέπουν.

[…]

Μ’ όλες τις επιφυλάξεις μας, χαιρετίζομε την επιστροφή του κ. Καμπανέλλη στο λαϊκό, ουσιαστικό θέατρο. Χαιρόμαστε πάλι που δύο θιασάρχες του εμπορικού κυκλώματος θυσίασαν πολλές επιτυχίες για να καταπιαστούν μ’ ένα είδος που τους τιμά και που ευσυνείδητα προσπαθούν να το τιμήσουν. Η πείρα θα φέρει και την επιτυχία.

*Κριτικό κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, που είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» το Σάββατο 7 Ιουλίου 1973.


Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

Το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Το μεγάλο μας τσίρκο» πρωτοανέβηκε στο θέατρο «Αθήναιον» στις 22 Ιουνίου 1973 από το θίασο Καρέζη – Καζάκου (πέραν του ζεύγους, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Νίκος Κούρος, Χρήστος Καλαβρούζος, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Τίμος Περλέγκας κ.ά.).


Η σκηνοθεσία ήταν έργο του Κώστα Καζάκου, τα σκηνικά – κοστούμια του Φαίδωνος Πατρικαλάκι, η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και η ερμηνεία των τραγουδιών επί σκηνής του Νίκου Ξυλούρη.


Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης

Στα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ο Καμπανέλλης έσπασε τη σιωπή του αρχικά το 1970 με το έργο του «Αποικία των τιμωρημένων» (θεατρική διασκευή του ομότιτλου διηγήματος του Φραντς Κάφκα) και στη συνέχεια το 1973 με το «Μεγάλο μας τσίρκο», μια παράσταση που έλαβε χαρακτήρα κατεξοχήν αντιδικτατορικό.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
Cookies