Άκουσα πραγματικά με πολύ ενδιαφέρον τον ορισμό της Δημοκρατίας που μας έδωσε ο κ. Μαρίνος σαν αφετηρία για τη συζήτησή μας. Είναι ένας καινούργιος, θα λέγαμε, ορισμός, ένας «φρέσκος». Δεν είναι ο ορισμός του Τσώρτσιλ, που πολύ συχνά μεταχειριζόμαστε, η γνωστή δηλαδή περίπτωση του κουδουνιού και του γαλατά. Νομίζω ότι ο ορισμός του κ. Μαρίνου είναι βαθύτερος, που μας λέει ότι Δημοκρατία είναι εκείνο το πολίτευμα το οποίο μπορεί ο καθένας να αμφισβητεί αν υπάρχει και να μη διατρέχει κανέναν κίνδυνο.
Από το σημείο αυτό θα ήθελα να ξεκινήσω τον συλλογισμό μου. Νομίζω ότι η Δημοκρατία όχι απλώς ανέχεται την αμφισβήτηση, και γι’ αυτό θεσμοθετημένα την επιδιώκει. Γιατί; Γιατί είναι το μόνο σύστημα εξουσίας, όπως μας είπε ο κ. Κασιμάτης, που δεν είναι ένα στατικό σχήμα, δηλαδή ένας μηχανισμός ενάσκησης της εξουσίας δοσμένος, που είτε λειτουργεί καλά είτε στραβά, αλλά εν πάση περιπτώσει αυτός είναι. Η Δημοκρατία είναι το σύστημα εκείνο που από τη στιγμή που θέλει να πραγματώνει ελευθερία και από τη στιγμή που η ελευθερία δεν είναι ποτέ οριστικά κατακτημένη και ακέραια, έτσι ώστε να υπάρχει πάντοτε κάτι παραπάνω που να πρέπει να επιδιωχθεί, από αυτή τη στιγμή η Δημοκρατία επιδέχεται και είναι υποχρεωμένη να επιδιώκει μια μεγαλύτερη ουσιαστικοποίηση. Αυτήν ακριβώς την ουσιαστικοποίηση την πετυχαίνει όταν έχει ερεθισμούς από την αμφισβήτησή της. Γι’ αυτό η Δημοκρατία χρειάζεται την αμφισβήτηση και δεν την ανέχεται απλώς. Ο βαθμός στον οποίον ουσιαστικοποιείται μια Δημοκρατία σαν πολιτικό σύστημα είναι και ο βαθμός της ποιότητάς της. Αυτή είναι η ποιότητα της Δημοκρατίας: ο βαθμός που ουσιαστικοποιούνται οι θεσμοί της και ο βαθμός που υλοποιείται η δυναμική της για μια παραπέρα ουσιαστικοποίηση.
Από αυτή τη σκοπιά, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στη Δημοκρατία και σ’ όλα τα άλλα συστήματα εξουσίας. Όλα τα άλλα είναι ακριβώς και απλώς συστήματα εξουσίας. Η Δημοκρατία, αντίθετα, είναι πολίτευμα. Τολμώ μάλιστα να πω ότι είναι το μόνο πολίτευμα, γιατί διαφέρει απ’ όλα τα άλλα όχι απλώς ποσοτικά, αλλά ποιοτικά. Η ποιοτική της δε διαφορά βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό, ότι επιδέχεται και επιδιώκει συνεχώς μια βαθύτερη και πληρέστερη ουσιαστικοποίηση της ελευθερίας, την οποία αποβλέπει από τη φύση της να υλοποιεί.
Ας δούμε τώρα το βαθμό της ουσιαστικοποίησης της δικής μας Δημοκρατίας, εντοπίζοντας ορισμένα μόνο κρίσιμα σημεία στο πλαίσιο μιας συζήτησης που έχει βέβαια περιορισμένο χρονικό όριο.
Πρώτα απ’ όλα, διαπιστώνουμε ότι στη δική μας Δημοκρατία είναι υπαρκτή και δυνατή η αμφισβήτησή της. Άρα, με αυτή την έννοια, όπως είπε και ο κ. Μαρίνος, έχουμε Δημοκρατία. Πόση όμως και ποιας ποιότητας Δημοκρατία έχουμε, αυτό είναι το ζητούμενο. Θα το εκτιμήσουμε αν δούμε πρώτα απ’ όλα τον τρόπο υλοποίησης των λεγομένων παραδοσιακών πολιτικών θεσμών, της «πολιτικής» δηλαδή Δημοκρατίας.
Στο πεδίο αυτό τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά. Πρώτον, είναι αναμφισβήτητο ότι στον τόπο μας έχουμε αν όχι επίσημα μονοκομματικό, πάντως ουσιαστικά κομματικό κράτος. Ο κρατικός δηλαδή μηχανισμός βρίσκεται υποταγμένος στη δύναμη ενός κόμματος και λειτουργεί για να εξυπηρετεί τα πολιτικά και κοινωνικά του συμφέροντα. Αυτό είναι ένα φαινόμενο αναμφισβήτητο. Νομίζω ότι και πρόσφατα ο ίδιος ο υπουργός Προεδρίας στη Βουλή δεν το αμφισβήτησε. Το φαινόμενο όμως αυτό είναι σοβαρός παράγοντας νόθευσης των πολιτικών μας θεσμών. Γιατί με το φαινόμενο αυτό προσβάλλεται καίρια ο πολυκομματικός χαρακτήρας της Δημοκρατίας. Έχουμε ένα κόμμα προνομιούχο και όλα τα άλλα κόμματα μειονεκτούν. Γιατί; Γιατί ο πελώριος κρατικός μηχανισμός με τις πελώριες δυνατότητές του υπηρετεί προνομιακά τα πολιτικά συμφέροντα ενός μόνο κόμματος. […] Η κυριαρχία του ενός μόνο κόμματος πάνω στον κρατικό μηχανισμό είναι ακριβώς προνόμιο που το συντηρεί στην εξουσία.
Το φαινόμενο αυτό έχει σαν πολύ οδυνηρή συνέπεια ότι καταλήγει να χωρίζει τους πολίτες σε δυο κατηγορίες: στους προνομιούχους, τους οπαδούς και φίλους του προνομιούχου κόμματος, για τους οποίους ο μηχανισμός είναι ανοικτός και πρόθυμος, και στους μειονεκτικούς, στους μη προνομιούχους, για τους οποίους ο μηχανισμός είναι είτε αδιάφορος είτε αρκετές φορές και εχθρικός. Και το κακό είναι ότι δεν έχουμε μόνο την αρρώστια του κομματικού κράτους, αλλά καλλιεργούμε και μιαν άλλη αρρώστια, που αυτή πάντως θα μπορούσε να είχε λείψει μεταδικτατορικά. Συγκεκριμένα, καλλιεργούμε την ιδεολογία του μονοκομματισμού, που αυτές τις μέρες μάλιστα εμφανίζει έξαρση. Ποια είναι αυτή η ιδεολογία; Ο ισχυρισμός που προβάλλεται και από υπεύθυνους πολιτικούς άντρες ότι το ένα μόνο κόμμα, το προνομιούχο, μπορεί να ασκήσει την εξουσία και ότι όλα τα άλλα είναι επικίνδυνα για το πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς. Αυτή είναι η ιδεολογία του μονοκομματισμού, και είναι πραγματικά τραγικό ότι επιβιώνει και μεταδικτατορικά.
Από τη σκοπιά αυτή εξετάζοντας τη Δημοκρατία μας, βλέπουμε ότι παίρνει κακό βαθμό. Είναι νοθευμένη στην ουσία της.
Ένα άλλο κρίσιμο πεδίο όπου κρίνεται η ποιότητα της Δημοκρατίας είναι το εκλογικό σύστημα. Δεν μιλώ εδώ για το είδος του εκλογικού συστήματος. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το ερώτημα αν έχουμε πάγιο εκλογικό σύστημα ή όχι. Και δεν έχουμε πάγιο. Έτσι, η πλειοψηφία της Βουλής έχει κάθε φορά το δικαίωμα να το τροποποιεί ή να το διατηρεί εφ’ όσον συμφέρει την αναπαραγωγή της ίδιας της πλειοψηφίας. Αυτό είναι μια πελώρια αδυναμία του πολιτικού μας συστήματος, που συνιστά μια πολύ ουσιαστική νόθευση της Δημοκρατίας και που δεν παρατηρείται σε άλλες Δημοκρατίες της Δύσης.
[…]
Ένα άλλο σημείο που θα ήθελα να τονίσω είναι κάτι που αφορά στη λειτουργία των κομμάτων. Σήμερα τη Δημοκρατία την αποκαλούμε κομματική Δημοκρατία, όχι με αρνητική έννοια, αλλά γιατί αποδεχόμαστε ότι ο μηχανισμός των πολλών κομμάτων είναι το βασικό εργαλείο λειτουργίας της Δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Είναι όμως τα κόμματά μας αντιπροσωπευτικά όλων των τάσεων του λαού; Παραδοσιακά ο ελληνικός λαός βρίσκεται μόνιμα σε μια αναμέτρηση. Μόνιμα υπάρχουν δυνάμεις κατεστημένες, και μόνιμα οι λαϊκές δυνάμεις της αλλαγής διεξάγουν έναν κοινωνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Γι’ αυτό η πολιτική μας ζωή συλλαμβάνεται σταθερά, σχεδόν πάντα, από τη σκοπιά της κοινωνικής αναμέτρησης, πράγμα που επηρεάζει αρνητικά την αντιπροσωπευτικότητα των κομμάτων, γιατί εμποδίζει τους ειδικότερους διαφορισμούς.
Τέλος, θέλω να χρησιμοποιήσω τον ελάχιστο χρόνο που μου απομένει για να θίξω ένα άλλο σημείο, στο οποίο η Δημοκρατία μας παίρνει πάρα πολύ κακό βαθμό. Η Δημοκρατία ουσιαστικοποιείται όχι μόνο από τους πολιτικούς θεσμούς αλλά και από τον συμμετοχικό της χαρακτήρα. Η Δημοκρατία πρέπει δηλαδή να δίνει τη δυνατότητα στον κάθε πολίτη να συμμετέχει κάθε μέρα και όχι μόνο την Κυριακή των εκλογών στις κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες για τη λήψη των αποφάσεων.
Τα κυριότερα όργανα γι’ αυτή την καθημερινή συμμετοχή του πολίτη, που δίνει στη Δημοκρατία τον συμμετοχικό της χαρακτήρα, είναι η τοπική αυτοδιοίκηση, ο συνδικαλισμός, ο παραγωγικός και καταναλωτικός συνεταιρισμός και η πολιτιστική λαϊκή πρωτοβουλία. Στον τόπο μας η αυτοδιοίκηση έχει μεθοδευμένα αφεθεί από το κομματικό κράτος να ξεραθεί. Ο συνδικαλισμός παραποιείται και προσπαθούν να τον κομματικοποιήσουν ή να τον καταστήσουν όργανο του κυβερνώντος κόμματος, της κυβέρνησης. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στον τόπο μας είναι το κακέκτυπο ενός αγροτικού συνεταιριστικού κινήματος. […] Μόνο στο θέμα της πολιτιστικής αυτενέργειας παίρνουμε καλό βαθμό, κι αυτό γιατί φαίνεται ότι δεν έχει ακόμα αντιληφθεί το κομματικό κράτος πόσο επικίνδυνη τού είναι. Γι’ αυτό βλέπουμε την αυτενέργεια αυτή να ανθεί. Είναι χαρακτηριστικό του πολιτιστικού δυναμισμού του λαού μας το γεγονός ότι ακόμα και στο τελευταίο χωριό παρατηρείται η τάση για τη διαμόρφωση φορέων πολιτιστικής αυτενέργειας.
[…]
Με βάση όλες αυτές τις σκέψεις καταλήγουμε στο συμπέρασμα: ναι, έχουμε Δημοκρατία. Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχουμε το δικαίωμα να αμφισβητούμε νόμιμα την ποιότητά της αποτελεί απόδειξη της ύπαρξής της. Όμως, η Δημοκρατία μας είναι ατελής, νοθευμένη, και έχει σίγουρα μεγάλη ανάγκη εξέλιξης, συμπλήρωσης και ουσιαστικοποίησης.
*Ομιλία που είχε εκφωνήσει ο ο Γεώργιος – Αλέξανδρος Μαγκάκης στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στις 8 Μαΐου 1981, στο πλαίσιο δημόσιας συζήτησης (συζήτησης στρογγυλής τραπέζης) για την ποιότητα της Δημοκρατίας στη χώρα μας. Συντονιστής της εκδήλωσης, που είχε πραγματοποιηθεί στο περιθώριο του προγράμματος του Ελεύθερου (Λαϊκού) Πανεπιστημίου του Δήμου Αθηναίων, ήταν ο διακεκριμένος δημοσιογράφος Γιάννης Μαρίνος. Πέραν του Μαγκάκη (τότε καθηγητή Ποινικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ), είχαν λάβει μέρος ο Γιώργος Κασιμάτης (1932-2025, τότε καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΕΚΠΑ), ο Χρήστος Ροζάκης (τότε καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στην Πάντειο), ο αείμνηστος οικονομολόγος και διανοούμενος Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος, καθώς και ο Σταύρος Πάνου, διακεκριμένος φιλόσοφος και συγγραφέας.
Τα πρακτικά τής άκρως ενδιαφέρουσας αυτής συζήτησης είχαν δημοσιευτεί στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», στο τεύχος που είχε κυκλοφορήσει την Πέμπτη 30 Ιουλίου 1981 (εκδότης – διευθυντής της εβδομαδιαίας οικονομικής εφημερίδας ήταν ο Γιάννης Μαρίνος και αρχισυντάκτης ο Δημήτρης Στεργίου).
Ο Γεώργιος Αλέξανδρος – Μαγκάκης, διαπρεπής επιστήμονας (καθηγητής Ποινικού Δικαίου) και πολιτικός, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 1922 και απεβίωσε στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Ο Μαγκάκης, που κατάφερε να αφήσει ένα ευκρινές αποτύπωμα στα δημόσια πράγματα του περασμένου αιώνα, υπήρξε ένας πρώτης γραμμής θεωρητικός και δάσκαλος του ποινικού δικαίου, καθώς και ένας διακεκριμένος εργάτης της ποινικής πράξης.
Μαζί με τη σύζυγό του, Άκη Μαγκάκη, στην Ολλανδία (πηγή: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 28.12.1989, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»)
Πέραν της πανεπιστημιακής καριέρας και του συγγραφικού έργου του, αλλά και της αξιοπρόσεκτης πολιτικής διαδρομής του, ο Μαγκάκης ανέπτυξε αντιστασιακή δράση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, γεγονός που προκάλεσε τη μακρόχρονη φυλάκισή του και το βασανισμό του.
Ως έγκλειστος διαφόρων φυλακών της χώρας μας, ο Μαγκάκης έγραψε κείμενα με τα οποία κατήγγειλε απερίφραστα και καταδίκασε σθεναρά το δικτατορικό καθεστώς.